Από τις όχθες του ποταμού Ιορδάνη, όπου ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Πρόδρομο Ιωάννη, κατευθύνθηκε με γοργά βήματα πέρα από τον Ιορδάνη, όπου υπήρχε μια μεγάλη έρημος. Εκεί θα έμενε μόνος του για σαράντα μέρες και νύχτες με μόνη συντροφιά τα θηρία της ερήμου, νηστεύοντας και αντιμετωπίζοντας τους πειρασμούς του διαβόλου. Το έργο για το οποίο ήρθε στη γη να επιτελέσει μόλις άρχιζε.
Αλήθεια,
τί τρομερό είχε συμβεί, ώστε να αναγκαστεί ο ίδιος ο Υιός του Θεού να έρθει στη
γη και να γίνει άνθρωπος, όμοιος σαν και εμάς, για να ζήσει ανάμεσα μας, να
χαρεί και να γελάσει, να πονέσει και να κλάψει και τώρα να πηγαίνει στην έρημο για
να πειραχτεί από τον διάβολο;
Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το βαθύτερο νόημα όλων αυτών των γεγονότων, όπως το πείραγμα του διαβόλου στην έρημο, αλλά και όλων αυτών που είπε και δίδαξε ο Ιησούς, αν προηγουμένως δεν μάθουμε τι φοβερό γεγονός συνέβη στον ίδιο τον πρωτόπλαστο άνθρωπο μέσα στον Παράδεισο, μετά την θαυμαστή δημιουργία του από τον παντοδύναμο Θεό.
Η
δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, όπως μας την διηγείται η Αγία Γραφή, καθώς και η επέμβαση του Εωσφόρου να πλανέψει
τον πρωτόπλαστο άνθρωπο μέσα στον Παράδεισο είναι τα δυο κλειδιά, για να
μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ιστορία του κόσμου στον οποίο ζούμε, αλλά και
γιατί αναγκάστηκε ο ίδιος ο Υιός του Θεού να έρθει σαν άνθρωπος στη γη για να
μας σώσει.
Ας
δούμε λοιπόν τι λέει η Αγία γραφή για την δημιουργία του ανθρώπου,
αλλά και ποιος είναι αυτός ο Εωσφόρος που θέλησε να εξαπατήσει μέσα στον
Παράδεισο τον πρωτόπλαστο άνθρωπο και τώρα θέλει να πειράξει στην έρημο τον
Κύριο μας Ιησού σαν άνθρωπο.
Ο πνευματικός κόσμος των Αγγέλων
Πριν δημιουργήσει Θεός τον
υλικό κόσμο που βλέπουμε, δηλαδή τον ουρανό, τη γη και μετά εμάς τους
ανθρώπους, έφτιαξε πρώτα έναν άλλο κόσμο, τον πνευματικό κόσμο. Λέγεται
πνευματικός, άυλος και αόρατος κόσμος, επειδή δεν είναι υλικός, γι’ αυτό και
δεν μπορούμε να τον δούμε με τα ανθρώπινα μάτια μας. Ο πνευματικός αυτός
κόσμος είναι οι άγγελοι του ουρανού. Στο Σύμβολο της Πίστεως μας λέμε: «Πιστεύω
εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε
πάντων και αοράτων».
Έφτιαξε, λοιπόν, ο καλός Θεός
μας ένα αναρίθμητο πλήθος αγγέλων που φτερούγιζαν γύρω από τον ουράνιο θρόνο
Του και Τον δοξολογούσαν ακατάπαυστα με τις αγγελικές τους φωνές.
Αγαπούν και λατρεύουν τον Θεό Πατέρα και τον μονογενή Του Υιό με απόλυτη υπακοή
και αφοσίωση και ζουν μέσα στο πιο υπέροχο βασίλειο όλου του κόσμου,
το Ουράνιο Βασίλειο. Λάμπουν από ουράνιο φως και είναι πάρα πολύ όμορφοι.
Το άγιο Πνεύμα πλημμυρίζει τις αγγελικές τους υπάρξεις με Φως και Αγάπη, ώστε
να έχουν πάντα μέσα τους απόλυτη ευτυχία και χαρά.
Μαζί με τα πολλά χαρίσματα
που τους έδωσε ο Θεός, τους χάρισε και το πολύτιμο δώρο της ελεύθερης επιλογής,
για να μπορούν μόνοι τους να αποφασίζουν ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο Θεός ήθελε
όλα τα πλάσματα του να τον αγαπούν και να υπακούν στις θεϊκές του εντολές με τη
θέληση τους.
Οι άγγελοι, ανάλογα με το
έργο που τους έδωσε ο Θεός, είναι χωρισμένοι σε εννέα μεγάλες ομάδες που
λέγονται τάγματα. Κάθε τάγμα έχει και ένα όνομα. Τα ονόματα των εννέα ταγμάτων
είναι τα εξής: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές,
Αρχάγγελοι, και Άγγελοι.
Στην αρχή, δεν ήταν εννέα τα
τάγματα των αγγέλων, αλλά δέκα. Αρχηγός στο δέκατο τάγμα ήταν ο Εωσφόρος. Ο
Εωσφόρος, ωστόσο, κάποια στιγμή ζήλεψε τη δόξα του Υιού του Θεού και αποφάσισε
να πάρει με δόλιο τρόπο τον ένδοξο θρόνο Του. Ήθελε να γίνει και αυτός Θεός, για
να εξουσιάζει όλη τη δημιουργία του Θεού. Έτσι, προσπάθησε με πονηρά και δόλια
λόγια να πείσει και πολλούς άλλους αγγέλους, για να τον πιστέψουν και να τον
ακολουθήσουν στη σατανική του επιλογή.
Τότε, όμως, ο αρχάγγελος
Μιχαήλ στάθηκε μπροστά σε όλους τους αγγέλους και με πολλή δύναμη και χάρη
τους μίλησε για την αγάπη και την ευγνωμοσύνη που πρέπει να έχουν όλοι στο Θεό
Πατέρα. Τους είπε πως είναι λάθος να πιστεύουν τον πονηρό Εωσφόρο αντί τον
Δημιουργό τους και να φαίνονται έτσι ολιγόπιστοι και αγνώμονες στον ίδιο το Θεό
τους. Οι άγγελοι, με το δώρο της ελευθερίας που τους είχε δοθεί, έπρεπε τώρα από
μόνοι τους να αποφασίσουν ποιον θα πιστέψουν και ποιον θα ακολουθήσουν.
Όλοι οι άγγελοι, εκτός από
αυτούς που ήταν στο τάγμα του Εωσφόρου, όταν άκουσαν τον αρχάγγελο Μιχαήλ να
τους μιλά, κατάλαβαν την πονηριά του Εωσφόρου και απομακρύνθηκαν από κοντά του.
Με αρχηγό μάλιστα τον αρχάγγελο Μιχαήλ γονάτισαν μπροστά στο θρόνο του Θεού και
δήλωσαν απόλυτη υποταγή, εμπιστοσύνη και αφοσίωση στον Δημιουργό τους.
Ο Θεός ευλόγησε τους πιστούς αυτούς
αγγέλους και τους έδωσε ένα καινούριο χάρισμα. Να είναι στο εξής σταθεροί και
ασάλευτοι στο καλό και στην αρετή και τίποτα να μη μπορεί να τους επηρεάζει.
Ευλόγησε επίσης και τον πιστό αρχάγγελο Μιχαήλ, ο οποίος με την σταθερή του πίστη,
την αγάπη και την αφοσίωση του βοήθησε όλους τους υπόλοιπους αγγέλους να μη
παρασυρθούν από τον πονηρό Εωσφόρο. Τον έκανε αρχηγό και αρχιστράτηγο όλων των
αγγελικών ταγμάτων και του έδωσε την πιο τιμητική θέση μέσα στο ένδοξο βασίλειο
του Ουρανού, ώστε να είναι πάντα δίπλα στον ένδοξο θεϊκό Του θρόνο.
Όλοι οι άγγελοι τότε άρχισαν
να υμνούν και να δοξολογούν με πολλή χαρά τον άγιο Θεό και όλο το ουράνιο
βασίλειο αντηχούσε από τους αγγελικούς ύμνους τους: «Άγιος, άγιος, άγιος»
και «Αλληλούια», που σημαίνει «δόξα στο Θεό».
Από άγγελοι γίνονται πονηρά
πνεύματα
Ο Θεός λυπήθηκε πολύ για τον
εγωισμό και την αγνωμοσύνη του Εωσφόρου, αλλά και όλων εκείνων των αγγέλων που
τον ακολούθησαν. Λυπήθηκε όμως πιο πολύ, γιατί, ενώ ήξεραν ότι αυτό που έκαναν ήταν μεγάλο λάθος
ενώπιον του Δημιουργού τους Θεού, δεν μετανόησαν και δεν ζήτησαν συγνώμη για να
αποκαταστήσουν το λάθος τους και να τους συγχωρήσει. Ο Θεός, για να μη μολυνθεί
η αγιότητα του ουράνιου βασιλείου Του, έβγαλε αμέσως έξω απ’ αυτό τον Εωσφόρο
και όλους εκείνους τους αγγέλους που τον πίστεψαν και τον ακολούθησαν.
Βγαίνοντας, όμως, ο Εωσφόρος
και οι άγγελοι που τον ακολούθησαν έξω από το ουράνιο βασίλειο, τους
εγκατέλειψε ευθύς και η χάρις του αγίου Πνεύματος που τους σκέπαζε και το φως
με το οποίο έλαμπαν. Από όμορφοι και καλοί που ήταν μέχρι τώρα, έγιναν τόσο
άσχημοι και κακοί, που δεν μπορούσε πλέον κανείς να τους δει χωρίς να φοβηθεί
και να τρομάξει από την σατανική τους μορφή!
Οι αρετές και τα χαρίσματα
που είχαν, χάθηκαν και η ύπαρξη τους γέμισε από μίσος και κακία για το Θεό και
την δημιουργία Του. Από άγγελοι είχαν μεταμορφωθεί σε δαίμονες και η κατοικία
τους τώρα ήταν η φριχτή κόλαση. Το έργο τους ήταν να κάνουν μόνο κακό και να
καταστρέφουν. Αλλοίμονο σε εκείνους που θα τους πίστευαν, γιατί θα τους έκαναν
και αυτούς δυστυχισμένους, όπως ήταν και εκείνοι.
Ο Θεός μετά την πτώση του
Εωσφόρου και των αγγέλων του, αποφάσισε τότε να αντικαταστήσει το τάγμα τους.
Έτσι έφτιαξε το πιο τέλειο δημιούργημα Του, τον άνθρωπο, ώστε όσοι από τους
ανθρώπους θα ζούσαν στη γη σωστά, σαν άγγελοι, σύμφωνα με το άγιο θέλημα Του,
να αποτελέσουν το νέο δέκατο τάγμα στο ουράνιο Του βασίλειο. Αυτός είναι και ο βασικός
λόγος που εμάς τους ανθρώπους μας μισούν οι δαίμονες θανάσιμα και μας πολεμούν
με πολλή κακία και πονηριά, επειδή δεν θέλουν να μας βλέπουν να τους παίρνουμε
τη θέση που είχαν οι ίδιοι στο ουράνιο βασίλειο.
Για να κερδίσουν τις ψυχές
μας και να τις οδηγήσουν στο δικό τους σκοτεινό βασίλειο της κόλασης,
προσπαθούν με χίλιους δυο τρόπους να μας κάνουν να πέφτουμε σε πολλά λάθη και
αμαρτίες, γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι οι αμαρτίες έχουν τη δύναμη να διώξουν από
πάνω μας τη χάρη του αγίου Πνεύματος και να μας απομακρύνουν από τον Θεό.
Οι δαίμονες μας φοβούνται
πολύ ανθρώπου, όταν αγαπούμε και εμπιστευόμαστε
το Θεό με απλότητα και ταπείνωση, γιατί έτσι δεν μπορούν να μας πειράξουν
εύκολα. Η αγάπη που έχουμε στην καρδιά μας για τον Θεό, τους καίει και τους
διώχνει μακριά. Γι’ αυτό και προσπαθούν να μας πειράξουν κυρίως με δύο
τρόπους. Αφ’ ενός να μας βάζουν λογισμούς ολιγοπιστίας και αμφιβολίας για την
αγάπη του Θεού και αφ’ ετέρου να μας πείθουν με δολιότητα να κάνουμε πολλά λάθη
και αμαρτίες.
Ο πολυεύσπλαχνος Θεός Πατέρας
μας, για να μας βοηθήσει και να μας προστατέψει από τις κακίες και τις πονηριές
των δαιμόνων, έβαλε δίπλα μας σαν πολύτιμους βοηθούς όλους τους αγγέλους και
προσωπικά για τον καθένα μας έναν φύλακα άγγελο προστάτη.
Οι άγγελοι είναι οι πιο καλοί
και οι πιο πιστοί φίλοι των ανθρώπων. Θέλουν να πάμε όλοι μας μια μέρα, μετά
τον θάνατο του σώματος μας, στο ουράνιο βασίλειο του Θεού μαζί τους, γι’ αυτό
και μας βοηθούν στον πόλεμο που κάνουμε εναντίον των δαιμόνων. Μας βοηθούν
αόρατα πώς να αποφεύγουμε το κακό και να
κάνουμε πάντα το καλό.
Μιλούν μυστικά στη ψυχή μας, πώς να εφαρμόζουμε στη ζωή μας το
θέλημα του Θεού και να μην κάνουμε αυτά που μας λέει ο σατανάς. Χαίρονται κάθε
φορά που μας βλέπουν να προσευχόμαστε στο Θεό και προσεύχονται και εκείνοι μαζί
μας. Μας βοηθούν επίσης να μετανιώνουμε για τα λάθη μας και να ζητούμε από το
Θεό συγνώμη κάθε φορά που κάνουμε λάθος και αμαρτία
Η μεγαλύτερη τους λύπη είναι, όταν μας βλέπουν να απομακρυνόμαστε
από τον Θεό και με την αμαρτωλή ζωή μας γινόμαστε φίλοι των δαιμόνων.
Προσπαθούν πάντα οι άγγελοι να μας υπενθυμίζουν ότι, όσοι από μας θα αγαπήσουν
τον Θεό και θα υπακούν στις θεϊκές Του εντολές, θα βρεθούμε μια μέρα μαζί τους στον
Παράδεισο, ενώ όσοι θα ακολουθήσουν τον σατανά στα πονηρά του έργα θα πάνε στην
κόλαση.
Αυτά όσον αφορά τον Εωσφόρο,
που από ολόφωτος αρχάγγελος του Θεού έγινε με τον εγωισμό του αρχηγός των
δαιμόνων και πειράζει όλους τους ανθρώπους,
για να τους απομακρύνει από τον Θεό και τον
Παράδεισο. Τι συνέβη όμως μέσα στον Παράδεισο και τον πρωτόπλαστο άνθρωπο; Τί
λέει η Αγία Γραφή;
Ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο
Ο Θεός μετά την δημιουργία του πνευματικού
κόσμου των αγγέλων και την πτώση του Εωσφόρου και των αγγέλων του, αποφάσισε να
φτιάξει έναν υπέροχο υλικό κόσμο και να βάλει μέσα σ’ αυτόν για να τον
κατοικήσει το πιο τέλειο και αγαπημένο Του δημιούργημα, τον άνθρωπο.
Έτσι, μέσα σε έξι μέρες, και με μια και μόνο
προσταγή Του έκανε την υπέροχη και πανέμορφη αυτή υλική δημιουργία με τον
απέραντο ουρανό, τον οποίον γέμισε με πλήθος αστέρια και τον λαμπερό ήλιο,
καθώς και τη γη με τα δένδρα, τα λουλούδια, τα διάφορα ήμερα και άγρια ζώα, καθώς
επίσης λίμνες, ποτάμια και την απέραντη θάλασσα με πλήθος μικρά και μεγάλα
ψάρια.
Ήταν ένα μοναδικό πανόραμα
αυτό που έβλεπαν οι άγγελοι με τον ουρανό και τη γη, ώστε να θαυμάσουν και να
δοξάσουν για ακόμα μια φορά τον παντοδύναμο Θεό τους. Ωστόσο, από την υπέροχη αυτή και πανέμορφη
δημιουργία, έλειπε ακόμα το πλάσμα εκείνο που θα κυβερνούσε όλα τα
δημιουργήματα του Θεού στη γη, ο άνθρωπος.
Ενώ, όμως, όλα τα
δημιουργήματα τα έκανε ο Θεός με μια και μόνο προσταγή Του, είπε δηλαδή να
γίνουν και αυτά έγιναν αμέσως, τον άνθρωπο τον έφτιαξε με ένα ξεχωριστό και
θαυμαστό τρόπο. Τον έκανε έτσι, ώστε να είναι ύλη και πνεύμα, σώμα και ψυχή. Πρώτα έφτιαξε την υλική πλευρά
της ύπαρξης του. Πήρε χώμα από τη γη και έκανε το υπέροχο και μοναδικό σε σοφία
φθαρτό υλικό σώμα του ανθρώπου, ώστε μετά τον θάνατο του σώματος να επιστρέφει
και πάλι πίσω στη γη και να γίνεται ξανά χώμα. Γι’ αυτό και ο Θεός τον ονόμασε
Αδάμ, που σημαίνει «χωματένιος».
Αφού τελείωσε την δημιουργία
του ανθρώπινου σώματος, είδαν τότε με έκπληξη οι άγγελοι τον Θεό να φυσά στο
πρόσωπο του Αδάμ την θεϊκή Του Πνοή, το άγιο Πνεύμα, και ο άνθρωπος να παίρνει ζωή και αθάνατη
ψυχή! Κανένα άλλο δημιούργημα μέχρι τώρα, εκτός από τον άνθρωπο, δεν είχε μέσα
του την Πνοή του Θεού. Αυτό ήταν η πιο μεγάλη
τιμή και δόξα για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό, ενώ το σώμα του ανθρώπου,
μετά τον υλικό θάνατο, επιστρέφει στη γη και γίνεται χώμα, η αθάνατη ψυχή
επιστρέφει πίσω στο Θεό, από όπου και βγήκε.
Δίνοντας ο Θεός στον άνθρωπο
την θεϊκή Του Πνοή, του χάρισε νου και ομιλία και τον έκανε
ικανό να σκέπτεται, να μιλά και με απόλυτη ελευθερία να
αποφασίζει μόνος του για το καθετί. Τον έκανε έτσι που να Του μοιάζει,
δηλαδή μια εικόνα δική Του, ώστε ο άνθρωπος να μην είναι ένα ακόμα
δημιούργημα του Θεού, αλλά παιδί του Θεού. Ήθελε, δηλαδή, ο Θεός να μας δείξει
με αυτόν τον τρόπο, ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε τα παιδιά
Του και Αυτός είναι ο πραγματικός Πατέρας και Μάνα της
ψυχής μας. Γι’ αυτό και θέλει να Τον φωνάζουμε όλοι μας «Πατέρα» και να Τον νιώθουμε
«Μανούλα» της ψυχής μας!
Ό Θεός αγάπησε πολύ τον
άνθρωπο. Ήταν το αγαπημένο Του πλάσμα. Ένιωθε γι’ αυτόν, ό,τι ακριβώς νιώθει
μια μανούλα για το μωρό της. Όπως κάθε παιδάκι είναι για τη μαμά του τα πάντα,
έτσι και εμείς είμαστε τα πάντα για το Θεό Πατέρα μας!
Για να μην είναι ο Αδάμ μόνος
του, αποφάσισε ο Θεός να του δώσει και ένα σύντροφο, όμοιο με αυτόν, για να
μπορεί να του μιλά και να χαίρονται και οι δυο μαζί τις ομορφιές της
δημιουργίας Του. Έτσι, μια μέρα, αφού τον έριξε πρώτα σε βαθύ ύπνο, έφτιαξε από
μια πλευρά του Αδάμ την γυναίκα, την σύντροφο της ζωής του.
Όταν ξύπνησε ο Αδάμ και
είδε μπροστά του την γυναίκα που του χάρισε ο Θεός, χάρηκε πάρα πολύ. Την
ονόμασε Εύα, που σημαίνει ζωή, και μετά ευχαρίστησε τον ουράνιο του
Πατέρα για το πολύτιμο αυτό δώρο. Με το πρώτο αυτό ζευγάρι, τον Αδάμ και την
Εύα, δημιουργήθηκε η πρώτη οικογένεια. Ο Θεός ευλόγησε το πρώτο ανδρόγυνο
και τους έβαλε να κατοικήσουν σ’ ένα πανέμορφο μέρος, τον παράδεισο.
Ο παράδεισος ήταν ένας
μεγάλος και πανέμορφος κήπος, ανάμεσα στα ποτάμια Τίγρη και Ευφράτη της
Μεσοποταμίας. Στον απέραντο αυτό κήπο ζούσαν ήσυχα μικρά και μεγάλα ζώα.
Πολύχρωμα πουλιά πετούσαν εδώ κι εκεί ολημερίς και σκόρπιζαν παντού γλυκές
μελωδίες. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με άφθονους καρπούς και πολύχρωμα φυτά και
λουλούδια σκορπούσαν παντού την ευωδία τους. Πολλά μικρά ποταμάκια διέσχιζαν
ήσυχα τον απέραντο αυτό κήπο του παραδείσου και τον πότιζαν με τα κρυστάλλινα
νερά τους.
Ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν
ευτυχισμένοι μέσα στον θαυμάσιο αυτό κήπο. Τίποτα δεν τους έλειπε. Όλα ήταν στη
διάθεση τους. Από τα δέντρα έπαιρναν τους όμορφους και θρεπτικούς καρπούς, και
με τα ζώα έπαιζαν σαν φίλοι. Ο άνθρωπος ήταν πραγματικά ο βασιλιάς του
παραδείσου!
Ο Θεός χαιρόταν πολύ με τη
χαρά των παιδιών Του και τους ευλογούσε όλο και πιο πολύ, για να περνούν
ευτυχισμένα μέσα στον παράδεισο. Τους είπε, ότι γι’ αυτούς έκανε τον ωραίο αυτό κήπο και πως το
θέλημα Του ήταν να τον φροντίζουν και να τον περιποιούνται. Για να τους δείξει,
όμως, πόση αξία έχουν οι αρετές της αγάπης και της εμπιστοσύνης στο Θεό,
καθώς και η υπακοή στις θεϊκές εντολές Του,
προκειμένου να έχουν οι άνθρωποι πάντα χαρά, ειρήνη και ευτυχία στη ζωή τους,
τους έδωσε μια μικρή εντολή που έπρεπε οπωσδήποτε να τηρήσουν. Τους είπε:
«Μπορείτε να τρώτε από
όλους τους καρπούς όλων των δέντρων του παραδείσου. Μόνο από τους καρπούς
του δέντρου, που λέγεται «δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού», να μη
φάτε ποτέ».
Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να
τους δοκιμάσει και να δει πόσο πιστοί και υπάκουοι θα ήταν σ’ Αυτόν. Μέσα
από την υπακοή στις θεϊκές Του εντολές θα φαινόταν πόσο Τον αγαπούσαν και Τον
εμπιστευόντουσαν, αλλά και πόσο άξιοι ήταν της άπειρης θεϊκής Του αγάπης. Γι’
αυτό και τους προειδοποίησε:
«Αν δεν με ακούσετε και
φάτε από τους καρπούς του απαγορευμένου δέντρου, θα σας βρει μεγάλη θλίψη και
συμφορά. Θα φύγετε αμέσως από τον παράδεισο, θα χάσετε τη χαρά και την ευτυχία
που έχετε τώρα εδώ και θα πεθάνετε».
Ο Θεός, μετά από αυτή την
εντολή που έδωσε στους πρωτόπλαστους, τους ευλόγησε και τους άφησε να ζήσουν
ελεύθεροι μέσα στον παράδεισο.
Ο Εωσφόρος εξαπατά τον άνθρωπο
Οι πρωτόπλαστοι είχαν μέσα
στον παράδεισο όλα τα καλά του κόσμου. Καλλιεργούσαν τη γη και απολάμβαναν κάθε
χαρά. Τηρούσαν την εντολή που τους είχε δώσει ο Θεός και γι’ αυτό ήταν
ευτυχισμένοι. Δυστυχώς, όμως, η ξένοιαστη αυτή και ήσυχη ζωή δεν κράτησε πολύ.
Ο Εωσφόρος ζήλεψε την ευτυχία τους και αποφάσισε να τους κάνει κακό και να τους
βγάλει από τον παράδεισο.
Για να πετύχει το σκοπό του
χρησιμοποίησε με αντίστροφο τρόπο τις ίδιες τρεις αρετές που κάνουν έναν
άνθρωπο να είναι πιστό και αφοσιωμένο
παιδί του Θεού και το άγιο Πνεύμα να σκεπάζει την ψυχή του. Οι τρεις αυτές
αρετές της αγάπης, της εμπιστοσύνης και της υπακοής είναι σαν τρία σκαλοπάτια,
που όταν τα ανεβαίνεις, μπαίνεις βαθιά μέσα στην καρδιά του Θεού, αλλά όταν
τα κατεβαίνεις, γίνεσαι δέσμιος του σατανά
και χάνεσαι μέσα στη φριχτή κόλαση.
Η Αγάπη, η Εμπιστοσύνη και η
Υπακοή στο Θεό είναι τα τρία σκαλοπάτια της ευτυχίας και της σωτηρίας του
ανθρώπου, αλλά εάν ο Εωσφόρος πετύχει να μας ξεγελάσει και δεν τα τηρήσουμε,
μπορούν να γίνουν τα τρία στάδια της δυστυχίας και της κόλασης μας.
Αγάπη, εμπιστοσύνη και υπακοή
στις θεϊκές εντολές Του ζητά από μας ο Θεός, για να μας κλείσει στη θεϊκή
αγκαλιά Του και να μας βάλει στο ουράνιο βασίλειο του Παραδείσου. Αγάπη, όμως,
εμπιστοσύνη και υπακοή στις διαβολικές του εντολές ζητά και ο Εωσφόρος, για να
μας κάνει τελείως δικούς του και να μας καταστρέψει στο σκοτεινό βασίλειο της
κόλασης.
Η ελεύθερη επιλογή θα είναι
πάντα δική μας υπόθεση, γιατί ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα που μας χάρισε ο
Θεός όταν μας δημιούργησε, ήταν και το δώρο της «ελευθερίας». Να
επιλέγουμε, δηλαδή, μόνοι μας αυτό που θέλουμε να κάνουμε, ώστε η επιλογή
ανάμεσα στον Παράδεισο και την Κόλαση να είναι δικό μας και μόνο δικό μας
αποκλειστικό δικαίωμα. Η σωστή χρήση του δώρου της «ελευθερίας» στις σκέψεις,
τις αποφάσεις και τα έργα μας, θα είναι πάντα για τον κάθε άνθρωπο το πιο μεγάλο δίλημμα
επιλογής, αφού από αυτό θα εξαρτάται η ευτυχία ή η δυστυχία του.
Γι’ αυτό η συνεχής προσευχή
μας στο άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζει ο Θεός τι πρέπει να λέμε και να
ενεργούμε στο καθετί, για να μη κάνουμε αμαρτίες και χάνει η ψυχή μας τη θεϊκή
χαρά και ευτυχία, είναι τόσο απαραίτητη, όσο απαραίτητο και αναγκαίο είναι για την συντήρηση του σώματος μας το
φαγητό.
Η αμαρτία θα είναι για το
διάβολο το πιο δυνατό όπλο για να κερδίσει μια ψυχή. Αυτήν θα χρησιμοποιήσει
μέσα στον παράδεισο για
να κερδίσει τις ψυχές των πρωτοπλάστων. Και θα την χρησιμοποιήσει με πολλή
πονηριά πρώτα στην Εύα και μετά στον Αδάμ. Μια μέρα, λοιπόν, που η Εύα έκανε
τον περίπατο της μέσα στον παράδεισο, ο διάβολος μπήκε μέσα σε ένα φίδι και,
μόλις πλησίασε κοντά η Εύα, την ρωτά με προσποιητό ενδιαφέρον:
-Αλήθεια είναι Εύα, πως σας απαγόρευσε ο Θεός
να τρώτε από τους καρπούς των δέντρων;
-Όχι, απάντησε η Εύα.
Μπορούμε να τρώμε από όλους τους καρπούς των δέντρων, εκτός από το δέντρο της
«γνώσης του καλού και του κακού». Αν φάμε απ’ αυτόν, θα πεθάνουμε, μας είπε ο
Θεός.
-Μα, αν φάτε από τον καρπό
αυτού του δέντρου, θα γίνετε και σεις σοφοί, σαν το Θεό, και θα μπορείτε να
ξεχωρίζετε το καλό από το κακό. Όχι μόνο δεν θα πεθάνετε, αλλά απεναντίας θα
γίνετε και εσείς θεοί.
Η Εύα, δυστυχώς, ξέχασε αυτά
που υποσχέθηκε στο Θεό και πίστεψε τα ψεύτικα λόγια του σατανά.
Η αμφιβολία για την αγάπη του Θεού κυρίεψε την καρδιά
της και τώρα είναι έτοιμη να παρακούσει την εντολή του Θεού. Ο
σατανάς κέρδισε τον πρώτο γύρο του πολέμου και κατάφερε να τον εμπιστευθεί η
Εύα.
Ο άνθρωπος εμπιστεύεται
κάποιον, όταν πιστέψει ότι θέλει το
καλό του και τον αγαπά αληθινά. Και η Εύα εμπιστεύθηκε εκείνη τη στιγμή τον
Εωσφόρο, γιατί τον πίστεψε ότι της
έλεγε την αλήθεια, επειδή ήθελε μόνο το καλό της. Τώρα είναι έτοιμη να
του ανταποδώσει την δήθεν καλοσύνη του και να υπακούσει σε αυτά που θα της πει.
Κοίταξε με περιέργεια τον
καρπό του δέντρου «της γνώσης του καλού και του κακού» και σκέφτηκε πως θα ήταν
πολύ γλυκός και ευχάριστος. Άπλωσε το χέρι της, έκοψε ένα καρπό και έφαγε.
Ύστερα, όταν συνάντησε τον Αδάμ, έδωσε
και σ’ αυτόν να φάει, αφού πρώτα τον έπεισε με τη σειρά της, ότι οι συμβουλές του φιδιού
ήταν σωστές.
Μόλις, όμως, ο Αδάμ και η Εύα
έφαγαν από τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου, ένιωσαν κάτι άσχημο και
παράξενο να συμβαίνει πάνω τους. Για πρώτη φορά διαπίστωσαν ότι ήταν και οι δυο
τους γυμνοί, γι’ αυτό και έκοψαν φύλλα συκιάς για να σκεπάσουν τη γύμνια τους. Κατάλαβαν
πόσο μεγάλο κακό έκαναν που παράκουσαν την εντολή του Θεού και μια μεγάλη πίκρα
και τρομερή θλίψη πλημμύρισε την καρδιά τους. Πώς θα αντίκριζαν τώρα το Θεό; Τί θα Του έλεγαν που δεν υπάκουσαν στα
λόγια Του, αλλά έκαναν ότι τους είπε ο διάβολος;
Σε λίγο ακούστηκαν τα βήματα
του Θεού, που περπατούσε στον παράδεισο, όπως πάντα. Ο Αδάμ και η Εύα άκουσαν
τη φωνή Του και, αντί να πάνε να Τον υποδεχτούν όπως κάθε
φορά, τώρα ντροπιασμένοι και φοβισμένοι κρύφτηκαν πίσω από τα δέντρα.
-Πού είσαι, παιδί μου
Αδάμ; φώναξε με αγάπη ο Θεός.
-Άκουσα τη φωνή σου, Κύριε,
είπε τρομαγμένος ο Αδάμ, και από το φόβο μου, επειδή ήμουνα γυμνός,
έτρεξα να κρυφτώ.
-Ποιος σας είπε ότι είστε
γυμνοί και φοβηθήκατε; ρώτησε ο Θεός. Μήπως φάγατε από τον
απαγορευμένο καρπό;
Ο Αδάμ, αντί να ζητήσει
συγνώμη από τον πολυεύσπλαχνο Θεό, για το λάθος που
έκαναν, προσπάθησε να δικαιολογήσει τον εαυτό του λέγοντας:
-Δεν φταίω εγώ. Η γυναίκα που
μου έδωσες, να είναι μαζί μου, φταίει. Αυτή μου έδωσε από τον καρπό του δέντρου
και έφαγα.
Ο Θεός τότε στράφηκε προς την
γυναίκα και της είπε:
-Γιατί Εύα έφαγες απ’ αυτό
τον καρπό;
-Κύριε, το φίδι με ξεγέλασε
και έφαγα, είπε φοβισμένη εκείνη.
Ο Θεός λυπήθηκε πολύ, που ο
Αδάμ και η Εύα παράκουσαν την εντολή Του και αντί να ζητήσουν συγνώμη για το
λάθος τους, άρχισαν τις δικαιολογίες. Τους είπε πως δεν μπορούσαν πια να ζουν
μέσα στον ωραίο αυτό κήπο. Έπρεπε να φύγουν απ’ αυτόν. Τους είπε, επίσης, πως η
ζωή τους έξω από τον παράδεισο θα ήταν δύσκολη, αφού θα έπρεπε η γυναίκα με
πόνους να γεννά τα παιδιά της και ο άντρας να δουλεύει σκληρά, καλλιεργώντας τη
γη, για να μπορούν να έχουν την καθημερινή τους τροφή.
Σε λίγο ο Αδάμ και η Εύα ήταν
έξω από τον παράδεισο. Άγγελος Κυρίου οδήγησε τους πρωτόπλαστους έξω από τον
παράδεισο και έκλεισε την πύλη του. Ο Αδάμ και η Εύα κατάλαβαν ότι, εξαιτίας
της παρακοής τους, είχαν χάσει οριστικά την ευτυχισμένη ζωή που είχαν μέσα στον
παράδεισο, γι’ αυτό και και κάθε φορά που θυμόντουσαν πόσο όμορφα περνούσαν
εκεί, έκλαιγαν απαρηγόρητα.
Το πάθημα τους, ωστόσο, τους
βοήθησε να καταλάβουν πως μεγαλύτερο αμάρτημα από το να μην εμπιστεύεσαι τον
Θεό σου, δεν υπάρχει, αφού η
εμπιστοσύνη στο Θεό είναι η βάση της αληθινής πίστης και αγάπης στον Δημιουργό
Θεό Πατέρα!
Παρά το μεγάλο αμάρτημα των
πρωτοπλάστων και την έξοδο τους από τον παράδεισο, ο πανάγαθος και δίκαιος Θεός δεν έπαψε να
αγαπάει τα πλάσματα Του. Τους τιμώρησε, βέβαια, επειδή έπρεπε, αλλά δεν τους
άφησε τελείως μόνους και απροστάτευτους. Από την πρώτη κιόλας στιγμή σχεδίασε
τη σωτηρία τους. Για να απαλύνει τον πόνο τους, τους υποσχέθηκε ότι θα στείλει στο μέλλον τον Μεσσία που θα τους
λυτρώσει από το κακό και τα δεσμά του σατανά. Με την υπόσχεση αυτή ο Αδάμ και η
Εύα παρηγορήθηκαν και πήραν θάρρος να ξεκινήσουν την καινούρια δύσκολη ζωή τους
έξω από τον παράδεισο.
Πέρασαν πολλά χρόνια θλίψεων
και βασάνων, μέχρι που μια αγνή και αθώα
παιδούλα, η Μαριάμ, γέννησε τον Υιό του Θεού σε
μια ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ, χωρίς κανένας να υποψιαστεί ότι το μικρό αυτό
παιδί ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.
Ο Εωσφόρος πειράζει τον Ιησού
Ο Ιησούς ήταν πλέον τριάντα
χρονών. Μετά το βάπτισμα του από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο ξεκίνησε με γοργά
βήματα για να πάει στην βαθιά έρημο που βρισκόταν πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό, για να συγκρουστεί με τον
ίδιο τον Εωσφόρο και να δείξει στους ανθρώπους,
πώς πρέπει από δω και πέρα να
πολεμάμε γενναία την αιτία κάθε κακού και πονηριάς, που είναι ο σατανάς και ο
εγωισμός.
Θα μείνει σαράντα μέρες και σαράντα
νύχτες μόνος του στην έρημο πολεμώντας σαν άνθρωπος τον άσπονδο εχθρό του
ανθρώπου, τον διάβολο. Ο Εωσφόρος δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να τον πολεμά στο
σώμα και την ψυχή. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό να
έχει σώμα και ψυχή, ο αγιασμός ή η αμαρτία του ενός επηρέαζε ταυτόχρονα και το
άλλο. Γι’ αυτό και ο σατανάς, αγνοώντας ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο
Ιησούς, πείραζε πότε την ψυχή του με πλήθος ποικιλόμορφες αντίθεες σκέψεις, για
να τον ρίξει σε απελπισία και αμφιβολία για τον Θεό και πότε με πονηρές επιδράσεις
στο σώμα, για να σταματήσει τον αγώνα και να εγκαταλείψει την έρημο.
Ο Ιησούς δυνάμωνε και
στερέωνε το ανθρώπινο σώμα του με νηστείες και την ψυχή του με την τρομαχτική
δύναμη της προσευχής, συνομιλώντας αδιάκοπα με τον ουράνιο του Πατέρα. Η
νηστεία από τη μια και η προσευχή από την άλλη, καίνε και ακυρώνουν την δύναμη
του σατανά και τον απωθούν μακριά. Όταν αργότερα θα τον ρωτήσουν οι μαθητές Του, γιατί δεν μπορούσαν οι ίδιοι
να διώξουν εύκολα τα δαιμόνια
από τους ανθρώπους, τους είπε ότι: «χωρίς νηστεία και προσευχές δεν εκδιώκονται
οι δαίμονες».
Μέσα από την γεύση του απαγορευμένου
καρπού κατάφερε ο σατανάς να εξαπατήσει τον πρωτόπλαστο άνθρωπο στον παράδεισο και να τον κάνει να
αμαρτήσει, προκειμένου να κερδίσει την ψυχή του. Μέσα από την ανάγκη του
ανθρώπου για το αναγκαίο φαγητό θα προσπαθεί πάντα να εξαναγκάζει τους ανθρώπους
να κάνουν το θέλημα του. Μέσα από την τροφή στα έσχατα χρόνια θα ασκήσει ο
Εωσφόρος πίεση πάνω σε όλους τους ανθρώπους της γης, προκειμένου να τους πείσει
να πάρουν το σατανικό σφράγισμα του, με το οποίο θα τους υποδουλώσει στη δική του εξουσία.
Η νηστεία έχει σχέση με την
υλική πλευρά της ζωής του ανθρώπου, που είναι το σώμα, ενώ η προσευχή με την
πνευματική του πλευρά, που είναι η ψυχή. Όσο ανάγκη έχει ο άνθρωπος την τροφή
για να ζήσει σωματικά, άλλο τόσο έχει ανάγκη και την προσευχή για να ζήσει
πνευματικά!
Όπως με την τροφή παίρνουμε
μέσα μας τις απαραίτητες ουσίες που συντηρούν και τρέφουν τον οργανισμό μας,
έτσι και με την προσευχή διατηρούμε κι επαυξάνουμε όλο και περισσότερο τη χάρη
και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος,
που είναι η απαραίτητη τροφή της ψυχής. Η νηστεία και
η προσευχή από τη μια και η ταπείνωση μαζί με την εμπιστοσύνη στο Θεό από την
άλλη, είναι οι πιο ισχυρές δυνάμεις, που αφ’ ενός μας κρατούν ενωμένους με τον Θεό και αφ’
ετέρου, όχι μόνο εμποδίζουν τον σατανά να πειράξει την πολύτιμη ψυχή μας, αλλά
και τον εκδιώκουν μακριά από αυτήν.
Ο σατανάς προβληματίζεται
έντονα για το ποιος πραγματικά είναι ο παράξενος επισκέπτης
της ερήμου, που τον πολεμά τόσο δυνατά και
αποτελεσματικά, που κανένας μέχρι τώρα δεν τα κατάφερε στον πόλεμο με τον
σατανά. Η αγωνία του Εωσφόρου να μάθει μήπως είναι αυτός ο αναμενόμενος Μεσσίας και Λυτρωτής των ανθρώπων
είναι πολύ μεγάλη, αφού η εμφάνιση του Μεσσία θα σήμαινε την δική του
καταστροφή.
Αποφασίζει λοιπόν ο σατανάς να
εμφανιστεί ενώπιον του Ιησού με όλη τη δαιμονική του δόξα και να χρησιμοποιήσει
ξανά το δυνατό όπλο της πείνας, που νιώθει τώρα ο Ιησούς μετά από τις σαράντα μέρες
νηστείας που έκανε, για να τον πειράξει και να μάθει ποιος επιτέλους είναι.
Παρουσιάζεται λοιπόν μπροστά του και του λέει:
-Εάν στ’ αλήθεια είσαι ο
Υιός του Θεού, πες σε τούτη την πέτρα να γίνει ψωμί.
Ο Ιησούς του απάντησε:
-Είναι γραμμένο: «Με ψωμί
μονάχα δεν θα ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του
Θεού».
Η πλάγια απάντηση του Ιησού
μεγάλωσε την αγωνία του σατανά, για το ποιος είναι στην πραγματικότητα αυτός
που του απαντά τόσο σοφά και συνετά. Παίρνει τότε τον Ιησού και τον φέρνει στην
άγια πόλη της Ιερουσαλήμ. Τον έβαλε να σταθεί την άκρη της στέγης του Ναού και του
λέει:
-Εάν είσαι ο Υιός του Θεού
πέσε κάτω, γιατί είναι γραμμένο: «Τους αγγέλους Του θα διατάξει να σε σηκώσουν
στα χέρια τους, για να μη σκοντάψει το πόδι σου στην πέτρα».
Ο Ιησούς του απάντησε:
-Ναι, αλλά είναι επίσης
γραμμένο: «δεν θα πειράξεις Κύριο τον Θεό σου με άσκοπες προκλήσεις».
Η δεύτερη αυτή απάντηση
προβλημάτισε ακόμα πιο πολύ τον Εωσφόρο και μεγάλωσε τους φόβους του για την
προέλευση και το ρόλο του παράξενου και σοφού αυτού άνδρα, του Ιησού. Όμως δεν
απογοητεύθηκε, γι’ αυτό και θα δοκιμάσει τώρα να τον πειράξει με ένα πολύ
σαγηνευτικό και πάντα επιτυχημένο όπλο, που είναι η δόξα. Παίρνει πάλι ο
διάβολος τον Ιησού και τον φέρνει σ’ ένα ψηλό βουνό, για να του δείξει από εκεί
όλα τα βασίλεια του κόσμου με όλη τους την δόξα και του λέει:
-Όλα αυτά θα σου τα δώσω,
εάν πέσεις μπροστά μου και με προσκυνήσεις.
Τότε του λέει ο Ιησούς:
-Πήγαινε πίσω μου, Σατανά,
γιατί είναι γραμμένο: «Κύριον τον Θεό σου θα προσκυνήσεις και μόνον Εκείνον
θα λατρέψεις».
Με θυμό και οργή άκουσε ο
σατανάς τα λόγια του Ιησού, επειδή ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μπόρεσε να τον
πολεμήσει με τόση δύναμη και σοφία. Μετά από αυτούς τους πειρασμούς ο σατανάς
απομακρύνθηκε προσωρινά από τον Ιησού και άγγελοι του Θεού ήρθαν κοντά του, για να τον υπηρετήσουν.
Οι πειρασμοί του Ιησού στην έρημο και ο τρόπος που ο Κύριος μας τους αντιμετώπισε αποτελούν για μας την πιο πολύτιμη πνευματική διαθήκη, πώς και εμείς να πολεμάμε έξυπνα και συνετά με την βοήθεια του αγίου Πνεύματος κάθε πειρασμό του σατανά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου