Σελίδες

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2023

6. Τα παιδικά χρόνια του Ιησού


Ποιος θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ένα μικρό και ασήμαντο χωριό, όπως ήταν η Ναζαρέτ, θα μπορούσε να γίνει μια μέρα το πιο ονομαστό χωριό στη γη και να δώσει το όνομα του σαν τόπο καταγωγής στον παντοδύναμο Δημιουργό του κόσμου!  Και όμως αυτό συνέβη, όταν ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και ήρθε ανάμεσα μας και ονομάστηκε Ιησούς ο Ναζαρηνός.  

Στο μικρό πανέμορφο χωριό της Ναζαρέτ ήρθε λοιπόν να εγκατασταθεί ο Ιωσήφ με την Μαριάμ και τον μικρό Ιησού μετά την επιστροφή τους από την Αίγυπτο, όπου είχαν καταφύγει για να σωθούν από την δολοφονική μανία του βασιλιά Ηρώδη.

Μια μικρογραφία του παραδείσου ήταν εκείνη την εποχή η Ναζαρέτ, με τα όμορφα της περιβόλια που ήταν γεμάτα ροδιές, συκιές, πορτοκαλιές, αμυγδαλιές, και άλλα καρποφόρα δέντρα και τα μικρά κάτασπρα σπιτάκια της χωμένα μέσα στο πράσινο να μοιάζουν σαν χούφτα από αστραφτερά μαργαριτάρια. 

Τα βουνά της ήταν γεμάτα καστανιές και στις πεδιάδες της υπήρχαν πολλά αμπέλια. Μικρά ποταμάκια πότιζαν την εύφορη γη και στα πανύψηλα πλατάνια που στόλιζαν δεξιά και αριστερά τις όχθες τους, πλήθος φλύαρα πουλάκια κελαηδούσαν ασταμάτητα, κρυμμένα στις πυκνές φυλλωσιές.

Μέσα στο όμορφο αυτό τοπίο της Ναζαρέτ και τους απλούς ανθρώπους της θα περνούσε ο Ιησούς τα παιδικά του χρόνια, μέχρι να έρθει η ώρα που θα ξεκινούσε το θεϊκό του έργο που θα άλλαζε τη ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν στα πιο όμορφα ιερά μονοπάτια της αγάπης και της καλοσύνης.

Πολλοί θα ήθελαν να μάθουν πως έζησε ο Ιησούς σαν άνθρωπος στη γη, είτε από περιέργεια, είτε από μεγάλη επιθυμία να τον μιμηθούν και να ζήσουν όπως Εκείνος. Κι όμως, το πιο τέλειο πρότυπο για μια σωστή, αληθινή και ευτυχισμένη ζωή θα είναι πάντα ο γλυκύς μας Ιησούς. Είτε σαν παιδί, είτε σαν μεγάλος, έτσι που έζησε ανάμεσα μας, μας δείχνει τον πιο σωστό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι και εδώ στη γη, αλλά και στην αιωνιότητα του Παραδείσου!

Ο τρόπος που έζησε ο Ιησούς στη γη σαν άνθρωπος και όλα αυτά που δίδαξε στο άγιο του Ευαγγέλιο, έμοιαζαν πιο πολύ με θεϊκή αποκάλυψη όλων εκείνων των μυστικών που πρέπει να ξέρει κάποιος, για να ζήσει εδώ στη γη την τέλεια αληθινή ζωή της χαράς, της γαλήνης και της ευτυχίας.

Ό,τι έκανε και έλεγε ο Ιησούς από πολύ μικρό παιδί ακόμα ήταν σαν μια ουράνια μελωδία αγάπης και καλοσύνης που χάριζε σε όποιον ήταν κοντά του μόνο χαρά και γαλήνη!

Ο μόνος άνθρωπος που μπόρεσε να δει πρώτος και να ζήσει προσωπικά τον αγγελικό τρόπο που έζησε ο Ιησούς σαν παιδί και αργότερα σαν νεαρός έφηβος, ήταν ο επίγειος θετός πατέρας του Ιωσήφ. Είναι ο μόνος που θα μπορούσε να μας πει τόσα πολλά για τον αγγελικό του θησαυρό Ιησού, για να μας βοηθήσει να τον μιμηθούμε.

Μόνο αυτός, μετά την αγία μητέρα του Ιησού, την αγγελική Μαριάμ, θα μπορούσε να μας διηγηθεί τις υπέροχες στιγμές που έζησε κοντά στον Ιησού και να μας περιγράψει λεπτομέρειες από την αγία του συμπεριφορά. 

Μόνο ο Ιωσήφ είχε τη μεγάλη χαρά και την τιμή από τον Θεό να τον αγκαλιάζει σαν δικό του γιο και να τον φωνάζει όπως η μητέρα του: «γιέ μου, βασιλιά μου, αγάπη μου, φως μου, χαρά μου, ζωή μου, ουρανέ μου, άγγελε μου, καρδιά μου», και τόσα άλλα τρυφερά και στοργικά λόγια, που μόνο μια μάνα ξέρει να λέει από το αστείρευτο θησαυροφυλάκιο της μητρικής της αγάπης.

Μπορεί ο Ιωσήφ να μην ήταν μάνα, με την ακριβή έννοια του όρου, μα κανένας άγγελος του ουρανού δεν αμφισβητούσε ότι η γλυκιά αυτή πατρική καρδιά ήταν πιο πολύ μάνα στον μικρό Ιησού, παρά πατέρας. Ήταν ένας πραγματικός μητρικός πατέρας στον αγαπημένο του αγγελικό Ιησού.

Ποιος άντρας δεν θα ζήλευε την υπέροχη αυτή ψυχή, τον Ιωσήφ! Ποιος δεν θα ήθελε να του μοιάσει και να αγαπήσει τον Ιησού, όπως τον αγάπησε εκείνος! Ποιος δεν θα ήθελε να έχει την ίδια χαρά και τιμή με την δική του, ώστε να μπορεί να σηκώνει και αυτός μέσα στην πατρική του αγκαλιά το μικρό νήπιο της Βηθλεέμ σαν δικό του γιο και να το φωνάζει, όπως ο Ιωσήφ: «γλυκέ μου Ιησού, αγαπημένο μου παιδί, βασιλιά της καρδιάς μου»;

Και είναι τόσα πολλά όλα εκείνα που έκανε με τον Ιησού του, ο Ιωσήφ, που αν ήθελε να μας τα διηγηθεί, σίγουρα κανείς δεν θα μπορούσε να μην ζηλέψει με άγια ζήλεια! 

Ο Ιωσήφ είχε αντιληφθεί ότι ο Ιησούς αγαπούσε πολύ τα λουλούδια, τα δέντρα, τα νερά, τα πουλιά που κελαηδούσαν στα δέντρα, και γενικά την φύση, γι’ αυτό και τον έπαιρνε πολλές φορές μαζί του, για μια βόλτα στα όμορφα περιβόλια, στους καταπράσινους κάμπους και στις μικρές λιμνούλες. Τον άφηνε να τρέχει ανάμεσα στα λουλούδια μαζί με τα προβατάκια και τα μικρά κατοικίδια ζώα που τον ακολουθούσαν και έπαιζαν μαζί του, και εκείνος απολάμβανε τη χαρά του μικρού του θησαυρού. 

Όταν έβλεπε κάποιο δέντρο με όμορφους καρπούς, πήγαινε κοντά του και προσπαθούσε να κόψει έναν καρπό για να του το προσφέρει. Αν τύχαινε να ήταν ψηλό το δέντρο και δεν μπορούσε να το φτάσει, τότε παρακαλούσε το δέντρο να χαμηλώσει λίγο τα κλωνάρια του για να το φτάσει. Και εκείνο, λες και ήταν άνθρωπος που καταλάβαινε, χαμήλωνε τα κλωνιά του μέχρι να μπορέσει το μικρό παιδί να κόψει τον καρπό του και μετά πάλι τα σήκωνε ψηλά! 

Ερχόντουσαν τακτικά και στις μικρές όμορφες λίμνες που είχαν κοντά τους, για να περπατήσουν στις όχθες τους, να ακούσουν τους παφλασμούς των κυμάτων και να δουν τις μορφές τους να καθρεπτίζονται στα ήρεμα νερά τους. Πόσο του άρεσε να βλέπει τα ήρεμα κύματα τους και εκείνος να περπατά στην υγρή αμμουδιά και να αφήνει τις πατημασιές του στη ψιλή άμμο! Και όταν ερχόταν το κύμα, για να φιλήσει τα πόδια του και να σβήσει τις πατημασιές, τότε εκείνο έφτιαχνε με χαρά καινούριες.

Μια φορά πήγαν μαζί στη λίμνη για να ψαρέψουν και να παίξει στην αμμουδιά. Κάποια στιγμή τον είδε ο Ιωσήφ που έφτιαχνε με την υγρή άμμο μικρά πουλάκια. Όταν τελείωσε την κατασκευή τους, τον είδε να σηκώνει τα μάτια του ψηλά στον ουρανό, λες και μιλούσε σε κάποιον, και μετά φύσηξε πάνω τους την δική του πνοή. Τότε είδε ο Ιωσήφ τα πουλάκια αυτά να ξυπνούν σαν από λήθαργο, να τεντώνουν τα φτερά τους, να τιτιβίζουν χαρούμενα και μετά να πετούν ψηλά στον ουρανό!

Σε όλες τις βόλτες που έκανε με τον μικρό του Ιησού ο Ιωσήφ, του μιλούσε πάντα για τον Ουράνιο Θεό Πατέρα και τον υπέροχο σύμπαν που έφτιαξε με τόση σοφία. Για τον απέραντο ουρανό με τον ήλιο και τα αναρίθμητα αστέρια, όπως επίσης και για τη γη με τα δέντρα, τα λουλούδια και την καταγάλανη θάλασσα με τα ψάρια. Του έλεγε με ποιο τρόπο θαυμαστό δημιούργησε ο Θεός και μας τους ανθρώπους και ότι είμαστε τα δικά Του αγαπημένα παιδιά.

Κάθε φορά, όμως που ο μικρός Ιησούς άκουγε να μιλούν για τον Ουράνιο του Πατέρα, η παιδική του καρδούλα κτυπούσε τόσο δυνατά από αγάπη και χαρά, σε σημείο που γινόταν αυτό αντιληπτό στον Ιωσήφ. Ένιωθε τότε τα μικρά του χεράκια να τον αγκαλιάζουν ακόμα πιο σφικτά από τον λαιμό, ενώ το κεφαλάκι του να γέρνει πάνω στο δικό του με πιο πολύ ακόμα τρυφερότητα. Πολλές φορές ένιωσε ακόμα τα παιδικά του δάκρυα να τρέχουν από τα γλυκά καταγάλανα ματάκια του και να κατασταλάζουν στα άσπρα του μαλλιά.

Πόσες φορές δεν αναρωτήθηκε ο Ιωσήφ, τι ήταν εκείνο που έκανε τον μικρό του θησαυρό να συγκινείται τόσο πολύ, ώστε να μη μπορεί ούτε τα δάκρυα του να συγκρατήσει. Παρακαλούσε τον Θεό να του αποκαλύψει τι ένιωθε το μικρό του βασιλόπουλο, αφού εκείνο ποτέ δεν ήθελε να απαντήσει, όταν το ρωτούσε. Το μόνο που έκανε σαν απάντηση, ήταν να γέρνει στο γεροντικό μάγουλο του και να του χαρίζει ένα γλυκό φιλί.

Ακόμα δεν είχε αποκαλυφτεί στον Ιωσήφ ότι Γιός της Μαριάμ και δικός του Γιος, ήταν Αυτός που με τον Θεό Πατέρα Του και το άγιο Πνεύμα, σαν ένας Θεός, είχαν δημιουργήσει όλον αυτόν τον υπέροχο κόσμο που βλέπουμε και εμάς τους ανθρώπους! Ωστόσο, καταλάβαινε πολύ καλά ότι η συγκίνηση και η μεγάλη χαρά του αγγελικού του θησαυρού προερχόταν κάθε φορά όταν άκουε κάποιον να μιλά για τον Ουράνιο του Πατέρα.

Όλα αυτά έκαναν τον Ιωσήφ να χαίρεται ακόμα πιο πολύ, που τον αξίωσε ο Θεός να ζήσει, να δει και να προστατέψει τον ίδιο Του τον Υιό, που σαν μικρό παιδί τώρα, στο πρόσωπο του αγαπημένου του γιου Ιησού, μπορούσε να τον κρατά με τόση αγάπη και λατρεία στη δική του πατρική αγκαλιά!

Μα και όταν μεγάλωσε περισσότερο, έκανε εντύπωση στον Ιωσήφ ο μεγάλος σεβασμός που του έδειχνε και η απόλυτη υπακοή που του έκανε. Αγαπούσε την δουλειά και ήθελε να μάθει την τέχνη του μαραγκού, όπως ήταν και αυτός. Έφτιαχνε ωραία σκαλιστά εργόχειρα και τα έπαιρνε στην μανούλα του Μαριάμ, για να δει τη μητρική χαρά στα μάτια της, όταν της τα χάριζε. Έψαχνε πάντα κάθε ευκαιρία για να την κάνει όσο μπορούσε πιο πολύ χαρούμενη και ευτυχισμένη.  

Ήταν γλυκομίλητος και σεμνός, πολύ όμορφος και αρχοντικός. Αγγελικά αθώος και απέραντα ταπεινός. Αγαπούσε και λάτρευε πολύ την αγία μανούλα του! Της έμοιαζε σε όλα, στην πραότητα και τη γαλήνη, στη σύνεση και τη σιωπή, ακόμα και στην προσευχή. Αν και θα μπορούσε να πει με σιγουριά, ότι ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο την ξεπερνούσε, από πολύ μικρό παιδί που ήταν. Ένωνε τα χεράκια του και δεν σταματούσε να κοιτά ψηλά στον ουρανό και να ψελλίζουν τα χείλη λόγια αγάπης στο θεό Πατέρα του.  

Πολλές φορές δεν μπορούσε να καταλάβει ο Ιωσήφ αν η μάνα δίδασκε τον γιο, ή ο γιος την μάνα. Και εκείνη με πολλή ταπείνωση δεχόταν τα πάντα από τον μονάκριβο της θησαυρό. Όταν τους έβλεπες και τους δυο αγκαλιασμένους να προσεύχονται στο Θεό, άστραφταν και οι δυο τους από φως και ομορφιά. Σαν βασίλισσα έμοιαζε εκείνη με τόση ευγένεια και αρχοντιά και σαν βασιλόπουλο εκείνος, σαν Υιός του Θεού, μα και δικός της γιος!

Σαγήνευαν την καρδιά σου το γλυκό τους πράο και αγγελικό βλέμμα και σε έκαναν να ζηλεύεις με άγια ζήλια πως να τους μοιάσεις και να ζεις και συ όπως αυτοί. Η γλυκιά του μανούλα άφηνε τα πάντα με πολλή εμπιστοσύνη στο Θεό και ποτέ δεν την είδε ο Ιωσήφ να αγωνιά για τίποτα, αν και πάντα ήθελε να προνοεί για όσα μπορούσε η μητρική καρδιά της να τους προσφέρει.

Μα ότι αφορούσε τον γιο της και την ζωή του, τα άφηνε όλα στον Ουράνιο της Πατέρα, αφού έλεγε ότι ο γιος της Ιησούς ήταν το δικό Του θείο δώρο στη ζωή της, γι’ αυτό και Εκείνος θα φρόντιζε για τον μικρό της Ιησού. Εκείνη απλά προσπαθούσε να τον κατευθύνει με την μητρική της αγάπη, σαν θεϊκή παραμάνα, και να του μιλά πάντα για τον Ουρανό και τον Θεό Πατέρα του.

Σύντομα, όμως, κατάλαβε πως το μικρός της παιδί λάτρευε τον Θεό περισσότερο και από εκείνη και πως αναζητούσε πάντα στιγμές για να συνομιλεί με τον Ουράνιο Του Πατέρα. Ένα απλό αλλά σημαντικό γεγονός, τώρα που αγαπημένος τους θησαυρός θα γινόταν δώδεκα χρονών, θα τους βοηθούσε να καταλάβουν ακόμα περισσότερο τι ήταν ο Θεός Πατέρας γι’ αυτό το μικρό μοναδικό παιδί. 

 

Ο δωδεκαετής Ιησούς διδάσκει  στο Ναό

Πλησίαζε το Πάσχα, η μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Εβραίων κατά την οποία  γιόρταζαν την απελευθέρωση τους από την δουλεία της Αιγύπτου. Την γιόρταζαν με μεγάλη επισημότητα στο Ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ και όλοι οι Εβραίοι το θεωρούσαν καθήκον τους να πάνε εκεί, για να εκτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και να φάνε όλοι μαζί το πασχαλινό αρνί. 

Ο Ιησούς ήταν πλέον δώδεκα χρονών, στην ηλικία δηλαδή που τα παιδιά των Εβραίων άρχιζαν να διδάσκονται τον νόμο του Θεού και να μαθαίνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Έτσι και εφέτος ο Ιωσήφ, η Μαριάμ και ο δωδεκαετής πλέον Ιησούς, πιστοί στο εβραϊκό έθιμο, θα πήγαιναν όλοι μαζί στα Ιεροσόλυμα, για να γιορτάσουν τις λαμπρές γιορτές του Πάσχα.

Η χαρά και η ευτυχία όλων ήταν διάχυτη στα πρόσωπα τους, που θα έβλεπαν την Ιερουσαλήμ, την ένδοξη πρωτεύουσα του Ισραήλ, αλλά πιο πολύ που θα έμπαιναν στο μεγάλο Ναό του Θεού. Δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης έτρεχαν από τα  μάτια της Μαρίας, όταν είδε ξανά τον Ναό που την είχε φιλοξενήσει τόσα χρόνια και που είχε αξιωθεί εκεί να ζήσει ανάμεσα σε αγγέλους την παρουσία του λατρεμένου της Θεού Πατέρα.

Η ευτυχία της όμως, εφέτος ήταν ακόμα πιο μεγάλη γιατί έμπαινε στο άγιο Ναό κρατώντας από το χεράκι τον μονογενή γιο της που είχε γίνει δώδεκα χρονών, για να του πει άλλη μια φορά μέσα από τα βάθη της παιδικής της καρδιάς ένα μεγάλο «σ’ αγαπώ» και «σ’ ευχαριστώ».

Μα και ο μικρός της θησαυρός όταν είδε τον Ναό του Θεού Πατέρα του, έσκυψε ταπεινά για να πει μυστικά στον Ουράνιο του Πατέρα, την πιο άγια φράση που σε οδηγεί μέσα από τα πιο ασφαλή μονοπάτια της αγιότητας στην αγκαλιά του Θεού: «Πατέρα μου, γεννηθήτω το θέλημα σου»!

Ο Ουράνιος του Πατέρας εκείνη την ώρα, ευλογούσε τον μονογενή Του Υιό και Θεό να ξεκινήσει πλέον σαν άνθρωπος Ιησούς το μεγάλο διδακτικό και σωτήριο έργο του ανάμεσα στους ανθρώπους. Με την κακή πληροφόρηση κατάφερε κάποτε ο Εωσφόρος να βγάλει τον άνθρωπο μέσα από τον Παράδεισο. Τώρα, με την καλή πληροφόρηση του αγίου Ευαγγελίου, θα άνοιγε ο μονογενής Του γιος Ιησούς την μέχρι τώρα κλεισμένη πύλη του Παραδείσου, για όλους τους ανθρώπους που θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν.

Όταν τελείωσαν οι γιορτές και άρχισαν οι προσκυνητές να επιστρέφουν σιγά σιγά στα σπίτια τους, ξεκίνησε και ο Ιωσήφ με την Μαριάμ την επιστροφή στην πατρίδα τους Ναζαρέτ.  

Στην αρχή της επιστροφής τους δεν έδωσαν και τόση σημασία στην απουσία του Ιησού από την παρέα τους, γιατί έχοντας εμπιστοσύνη στον υπάκουο γιο τους, νόμιζαν ότι ήταν με κάποια άλλη αγαπημένη τους φιλική ή συγγενική παρέα, ή μαζί με άλλα παιδιά. Μόνο όταν πέρασε η μέρα, ήρθε το βράδυ και δεν τον είδαν, άρχισαν να ανησυχούν και να τον αναζητούν στις γνωστές τους παρέες. Όταν, όμως, δεν τον βρήκαν πουθενά, τότε τρόμαξαν και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ.

Τρεις μέρες τον έψαχναν, αλλά μάταια, πουθενά δεν τον έβρισκαν. Ποτέ ο Ιωσήφ δεν είχε ξαναδεί την Μαριάμ να έχει τόση μεγάλη αγωνία και στεναχώρια. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι σαν μητέρα είχε αστοχήσει, αφού είχε χάσει τον ανεκτίμητο θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί ο Θεός. Ωστόσο, με εμπιστοσύνη στο Θεό του είπε να πάνε στον Ναό, για να ζητήσει συγνώμη από τον Θεό και να τον παρακαλέσει να βρει τον Ιησού της.

Μόλις όμως μπήκαν στο Ναό, είδαν τον Ιησού να κάθεται ανάμεσα στους σοφούς διδασκάλους του Ισραήλ και να μιλά μαζί τους. Εκείνοι τον άκουγαν με πολύ προσοχή και θαυμασμό. Τους ερμήνευε με καταπληκτική ευκολία έννοιες βαθιές και δυσκολονόητες, που οι ίδιοι μέχρι τώρα δεν μπορούσαν να καταλάβουν, γι’ αυτό και απορούσαν πως ένα παιδί μόλις δώδεκα χρονών είχε πάνω του τόση σύνεση και σοφία.

Όταν η Μαριάμ είδε τον γιο της, δάκρυα χαράς και ευτυχίας πλημμύρισαν τα αγγελικά της μάτια και άπειρα «σ’ ευχαριστώ Θεέ μου», είπε από τα βάθη της καρδιάς της. Με πολύ σεβασμό στους σοφούς διδασκάλους που τον είχαν περιτριγυρίσει και τον ρωτούσαν διάφορα, πλησίασε τον Ιησού και με κάποιο μητρικό παράπονο του είπε:

-Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Κοίτα, ο πατέρας σου και εγώ σε γυρεύαμε γεμάτοι αγωνία.

-Γιατί με γυρεύατε; τους αποκρίθηκε ο Ιησούς. Δεν το ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι εκεί που είναι ο Πατέρας μου;

Ωστόσο με πολύ σεβασμό και αγάπη στην μητέρα του και τον θετό πατέρα του, σηκώθηκε ο Ιησούς και ακολούθησε τους γονείς του. Η μητέρα του φύλαγε όλα αυτά που της έλεγε ο γιος της βαθιά μέσα στην καρδιά της, αλλά και ο Ιωσήφ είχε πλέον αντιληφθεί ότι αν και ο Ιησούς ήταν πάντα πολύ υπάκουος, δεν σταματούσε να τους δίνει την αίσθηση πως σε κάποιον άλλον ανήκε. Κάπου αλλού ήταν δοσμένη η ψυχή Του, και τώρα, για άλλη μια φορά, τους έλεγε ακόμα πιο ξεκάθαρα πως ήταν ο Ουράνιος του Πατέρας.

Ποτέ ο Ιωσήφ δεν θα ξεχάσει εκείνη την ημέρα που ο δωδεκαετής Ιησούς του τον κοίταξε με σταθερή ματιά και με παιδική ταπείνωση και του είπε πως δεν έπρεπε να Τον αναζητούν με τόση αγωνία, αφού δεν θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού εκτός από το σπίτι του Πατέρα του. Έννοιες τόσο βαθιές και δυσνόητες, που έμειναν στην αρχή χαραγμένες στη δική του καρδιά και της λατρεμένης Του μανούλας, και πολύ αργότερα μπόρεσαν με την φώτιση του Θεού να καταλάβουν.

Τα χρόνια στη Ναζαρέτ κυλούσαν ήσυχα  και ο Ιησούς μεγάλωνε και πρόκοβε σε όλα. Ο γέροντας Ιωσήφ είχε πλέον πεθάνει και ο Ιησούς έμενε μαζί με την μητέρα του. Και οι δυο τους ζούσαν απλά και λιτά, με τον Ιησού να δουλεύει την τέχνη του μαραγκού και την Μαριάμ να γνέθει και να νοικοκυρεύει το σπίτι της. Πριν βραδιάσει έπαιρνε τη στάμνα της και κατέβαινε μαζί με τις άλλες γυναίκες του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες τους με το πολύτιμο υγρό της ζωής , το νερό. Η πηγή αυτή λέγεται μέχρι σήμερα «πηγή της Παρθένου».

Όσο ο Ιησούς μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο γλυκιά η όψη του προσώπου του και τα λόγια του όλο και πιο τρυφερά και στοργικά. Όταν μιλούσε σαγήνευε αλλά και όταν αναγκαζόταν να πει μια πιο αυστηρή κουβέντα δάκρυζε. Ήταν ένας επίγειος άγγελος που μετέφερνε στους ανθρώπους την ελπίδα του Ουρανού. 

Μπορεί να μην είχε ακόμα μαθητές, μα τα σαγηνευτικά ευσπλαχνικά του λόγια που σκόρπιζαν στις καρδιές των ανθρώπων χαρά, ελπίδα και γαλήνη, ήδη είχαν αρχίσει να δημιουργούν τους πρώτους απλοϊκούς μαθητές του.  

Τους έλεγε πως όλοι οι άνθρωποι έχουν έναν Πατέρα στον ουρανό, τον Θεό, που τους αγαπά όλους σαν παιδιά του, προπάντων τους πιο δυστυχισμένους και φτωχούς, τους ανήμπορους και τα ορφανά.

Όταν τους μιλούσε για της άπειρη αγάπη και καλοσύνη του Θεού, γέμιζαν τα μάτια του από δάκρυα αγάπης στον Θεό Πατέρα του και έκανε και τους ανθρώπους που τον άκουγαν να δακρύζουν και αυτοί από χαρά και συγκίνηση. Οι αμαρτωλοί μετάνιωναν και οι δίκαιοι σήκωνα με ευλάβεια τα μάτια τους στο Θεό, για να τον ευχαριστήσουν που τους έστειλε τέτοιον άγιο οδηγό, για να τους οδηγήσει στη θεϊκή του αγκαλιά.

Ο Ιησούς είχε γίνει πλέον τριάντα χρονών.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου