Σελίδες

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

5. Μάγοι από την Ανατολή

 

Η ζωή της αγίας Οικογένειας στην Βηθλεέμ, του Ιωσήφ, της Μαρίας και του θείου Βρέφους, κυλούσε ήσυχα και ειρηνικά στο μικρό σπιτάκι που τώρα έμεναν. Ήταν κοντά στη σπηλιά της γέννησης και ήταν εύκολο στον τον Ιωσήφ να πηγαίνει τακτικά εκεί που γεννήθηκε ο αγαπημένος του Ιησούς.

Άρεσε πολύ στον Ιωσήφ να επισκέπτεται τον στάβλο, εκεί που ο Ουρανός και η γη είχαν γίνει ένα, με αγγέλους να ανεβοκατεβαίνουν από τον Ουρανό και να υποκλίνονται με σεβασμό και ευλάβεια στον Ιησού!

Όταν έμπαινε στο στάβλο και έβλεπε τα ζώα εκείνα που ζέσταιναν με το χνώτο τους την παγωμένη νύχτα της γέννησης τον μικρό του Ιησού μέσα στη φάτνη, πήγαινε κοντά τους και τα χάδευε με πολλή αγάπη, σαν μικρή ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που είχαν κάνει. Τα μικρά προβατάκια μόλις τον έβλεπαν έτρεχαν κοντά του για να παίξουν μαζί του, όπως έκαναν και με τον μικρό Ιησού. Πρώτα αυτά τα ζώα έτυχε να δουν τον Δημιουργό τους να γεννιέται σαν άνθρωπος και πρώτα αυτά τον δόξασαν με τα μελωδικά βελάσματα τους. 

Αλλά τι μεγάλη χαρά ήταν και αυτή που πήραν οι βοσκοί με τα τσοπανόπουλα τους, όταν ήρθαν να δουν το θείο Βρέφος στη σπηλιά, όπως τους είπαν οι άγγελοι, και μετά να το πάρουν με μεγάλη συγκίνηση στην αγκαλιά τους για να το γεμίσουν με τα γλυκά φιλιά τους!

Από δω και μπρος εξάλλου, μόνο οι ταπεινοί άνθρωποι, οι απλοί άνθρωποι και τα μικρά παιδιά θα είχαν το προνόμιο αυτό να τον κρατούν στην αγκαλιά τους, να τον λατρεύουν με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους, να τον ομολογούν με θάρρος δικό τους βασιλιά και οικογένεια τους και να είναι γι’ αυτούς Μάνα, Πατέρας, Φίλος και Αδελφός!

Ω, γλυκέ μου Ιησού, αναφωνούσε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του ο Ιωσήφ, πόσο σε αγαπώ και σε λατρεύω!

Ο Ιωσήφ ήταν ο άνθρωπος που επέλεξε ο ίδιος ο Θεός για να προστατέψει με την ανθρώπινη πατρική του αγάπη τον ίδιο τον Υιό του Θεού και Θεό, που από τώρα και στο εξής θα ζούσε στη γη ακριβώς όπως όλοι οι άνθρωποι, σαν κανονικός άνθρωπος.   

 Ο Ιωσήφ αγάπησε τον μικρό Ιησού με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ήταν η καρδιά της καρδιάς του, το ολοφώτεινο αστέρι που του χάρισε ο Θεός για να οδηγήσει την ψυχή του στα πιο όμορφα μονοπάτια της απόλυτης χαράς και ευτυχίας. Ένιωθε ότι η ζωή του χωρίς τον μικρό του Ιησού δεν είχε πλέον κανένα νόημα και καμιά αξία, γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι αναφωνούσε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του: «γλυκέ μου Ιησού, πόσο σε αγαπώ»!

Έτσι περνούσαν οι μέρες και το μικρό Βρέφος μεγάλωνε μέσα σε τόση πατρική και μητρική αγάπη! Και ενώ όλα ήταν ήσυχα και ήρεμα, χωρίς να προμηνύεται τίποτα έκτακτο, ένα ακόμα παράξενο γεγονός ήλθε να προστεθεί σε όλα τα προηγούμενα και να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη και θαυμασμό, όχι μόνο στους αγίους γονείς του Ιησού αλλά και στους κατοίκους της Βηθλεέμ.  

Κάποιοι σοφοί μάγοι από τα μέρη της Ανατολής είχαν έρθει στην Βηθλεέμ πάνω στις καμήλες τους και αναζητούσαν να δουν το νεογέννητο βασιλιά του Ισραήλ. Ήθελαν να δουν που γεννήθηκε και που είναι τώρα για να τον προσκυνήσουν.

Είχαν δει στην Ανατολή ένα μεγάλο αστέρι να γεννιέται και να λάμπει ψηλά στον ουρανό, που σύμφωνα με τα ιερά κείμενα και τους αστρολογικούς υπολογισμούς τους, σήμαινε ότι γεννήθηκε ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς. Τον βασιλιά αυτόν ήθελαν τώρα να δουν και να προσκυνήσουν, γιατί δεν ήταν συνηθισμένος βασιλιάς, σαν αυτούς που γεννήθηκαν μέχρι τώρα. Η βασιλεία του θα ήταν παγκόσμια και ειρηνική και θα είχε σχέση με το πνεύμα και τις καρδιές των ανθρώπων.

Ξεκίνησαν λοιπόν από την μακρινή Περσία με τις καμήλες τους, για να δουν τον νεογέννητο βασιλιά και να του προσφέρουν πλούσια δώρα. Για οδηγό τους είχαν το λαμπερό αυτό αστέρι, που εκινείτο αργά στον ουρανό και τους έδειχνε τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσουν για να φθάσουν με ασφάλεια  μέχρι το νεογέννητο βασιλιά.

Έτσι λοιπόν έφθασαν μέχρι την Ιερουσαλήμ και άρχισαν να ρωτούν τον καθένα που συναντούσαν στο δρόμο τους, μήπως ήξερε να τους πει που θα βρουν τον νεογέννητο βασιλιά.

Τα νέα αυτά έφθασαν μέχρι τον  βασιλιά Ηρώδη, που έμαθε γι’ αυτούς και τον λόγο για τον οποίον έκαναν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι και ταράχτηκε πολύ. Δεν μπορούσε να ανεχτεί και να ακούσει ότι κάποιος άλλος βασιλιάς, έστω κι αν ήταν ακόμα νήπιο, θα μπορούσε να του πάρει το βασίλειο του, που με τόσες δολοπλοκίες και διαβολιές είχε καταφέρει να αποκτήσει.

Γι’ αυτό, φώναξε αμέσως τους Αρχιερείς και Γραμματείς του λαού και τους ρώτησε που επρόκειτο να γεννηθεί ο βασιλιάς αυτός για τον οποίον μιλούσαν οι μάγοι. Εκείνοι του είπαν ότι, σύμφωνα με τα ιερά βιβλία και τις προφητείες, θα γεννιόταν στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Του διάβασαν μάλιστα και την σχετική προφητεία του προφήτη Μιχαία που έλεγε: «και συ μικρή Βηθλεέμ, δεν είσαι καθόλου ασήμαντη ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις του Ιούδα, γιατί από σένα θα βγει Αρχηγός, που σαν τον βοσκό θα οδηγήσει τον λαό μου Ισραήλ».

Τότε ο Ηρώδης με προσποιητή καλοσύνη κάλεσε κρυφά στο παλάτι τους τρεις μάγους, για να μάθει περισσότερα για το νεογέννητο βασιλιά, και πότε είδαν το αστέρι του στον ουρανό. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να υπολογίσει πόσος χρόνος περίπου πέρασε από τότε που γεννήθηκε ο διεκδικητής του θρόνου του. 

Αφού έμαθε όσα ήθελε, τους είπε: «Πηγαίνετε στην Βηθλεέμ και μάθετε που ακριβώς βρίσκεται το παιδί. Όταν το βρείτε, ελάτε ξανά πίσω στο παλάτι μου, για να μου πείτε και εμένα. Θέλω και εγώ να πάω να προσκυνήσω τον βασιλιά αυτό». Βέβαια, αυτό το είπε, όχι γιατί ήθελε πραγματικά να πάει να προσκυνήσει το Χριστό, αλλά γιατί ήθελε να μάθει ποιο ήταν αυτό το παιδί, για να το σκοτώσει.

Τις πονηρές διαθέσεις του Ηρώδη δεν μπόρεσαν να τις καταλάβουν οι μάγοι, γι’ αυτό και του υποσχέθηκαν ότι μόλις βρουν το νεογέννητο βασιλιά θα τον ενημερώσουν. Έτσι, την επόμενη μέρα συνέχισαν το ταξίδι τους στην Βηθλεέμ, με το αστέρι να εμφανίζεται ξανά στον ουρανό και να τους οδηγεί.

Όταν έφθασαν στην Βηθλεέμ είδαν το αστέρι να μένει τώρα ακίνητο πάνω από το μικρό χωριό και κατάλαβαν ότι είχαν φθάσει πλέον στον τελικό τους προορισμό. Με πολλή συγκίνηση και αγωνία άρχισαν τώρα να ρωτούν τους απλούς κατοίκους του χωριού, που γεννήθηκε ο νέος βασιλιάς και πως μπορούν να τον δουν. Τα τσοπανόπουλα που πρώτοι έμαθαν τον ερχομό των σοφών αυτών μάγων, έτρεξαν να φέρουν αμέσως τα νέα στον Ιωσήφ και την Μαριάμ.

Οι μάγοι είδαν την φτώχεια του μικρού αυτού χωριού και απόρησαν πως ένας τόσο μεγάλος βασιλιάς γεννήθηκε εκεί. Μάλιστα η έκπληξη τους έγινε ακόμα πιο μεγάλη όταν κάποια τσοπανόπουλα τους έφεραν να δουν τη σπηλιά στάβλο, εκεί που γεννήθηκε ο νέος βασιλιάς και τους έδειξαν το παχνί με τα άχυρα που είχε γίνει το πρόχειρο κρεβατάκι του εκείνη την παγωμένη νύχτα. 

Ωστόσο, η έκπληξη και ο θαυμασμός τους κορυφώθηκε όταν είδαν για πρώτη φορά το θείο Βρέφος μέσα στην αγκαλιά της μαμάς του να είναι πλημμυρισμένο  από ένα ανεξήγητο λαμπερό φως, που σκόρπιζε τριγύρω τους και στις ψυχές τους μια θεϊκή ουράνια γαλήνη.  

Πλησίασαν το μωρό με ευλάβεια και σεβασμό και γονάτισαν μπροστά του, για να το προσκυνήσουν. Εκείνο τους κοίταξε με τα αγγελικά του ματάκια και τους χάρισε το πιο γλυκό χαμόγελο της γης. Ένιωθαν να είναι εκείνη τη στιγμή οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι της γης.

Μα από δω και μπρος έτσι ευτυχισμένος θα ένιωθε όποιος θα αγαπούσε με παιδική απλότητα τον Υιό του Θεού, σαν  μικρό βρέφος της Βηθλεέμ και θα το λάτρευε σαν δικό του μωρό, σαν μωρό της καρδιάς του. Ένα μυστήριο δύσκολο να ερμηνευτεί από την ανθρώπινη λογική, αλλά εύκολο να κατανοηθεί από αθώες απλές και παιδικές καρδιές. 

Το άγιο Πνεύμα είχε ανοίξει εκείνη τη στιγμή τα μάτια της ψυχής τους, για να δουν αυτά που οι άλλοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν. Λες και ο Θεός επέτρεπε σ’ αυτούς να δουν ένα κομμάτι από το μεγαλείο Του, σαν ένα μικρό δείγμα αγάπης και ευαρέσκειας για τον μεγάλο κόπο που έκαναν να έρθουν από τόσο μακριά, για να δουν και να προσκυνήσουν τον μονογενή Υιό Του.

Οι μάγοι, έκπληκτοι και έκθαμβοι από όλα αυτά που ο Θεός επέτρεψε να δουν με τα μάτια της ψυχής τους, γονάτισαν και προσκύνησαν το μικρό παιδί με πολλή ευλάβεια και σεβασμό σαν Βασιλιά των βασιλέων. Εκείνο, πάλι, δεν σταμάτησε να τους χαμογελά και να σκορπίζει πλούσιες ηλιαχτίδες χαράς και ευτυχίας στις ταπεινές καρδιές τους. Τα μάτια τους βούρκωσαν από συγκίνηση και πήραν τα δυο χεράκια του παιδιού μέσα στα δικά τους, για να τα φιλήσουν και να πάρουν την θεϊκή του ευλογία.

Μόλις πέρασε η πρώτη συγκίνηση άνοιξαν τα πλούσια δώρα που είχαν φέρει και τα αποθέσανε στα πόδια του μικρού Ιησού. Ο ένας του έφερε χρυσάφι, ο άλλος λιβάνι και ο τρίτος την σμύρνα. Δώρα πολύτιμα, αλλά και πολύ αινιγματικά για τις μεγάλες και βαθιές έννοιες που έκρυβαν.

Το χρυσάφι συμβόλιζε την ένδοξη βασιλεία του Ιησού πάνω σε όλα εκείνα τα πλήθη του κόσμου που θα τον πίστευαν και θα ακολουθούσαν την θεϊκή διδασκαλία της αληθινής αγάπης και ευσπλαχνίας, που είναι το πραγματικό χρυσάφι της ψυχής.

Το λιβάνι συμβόλιζε την θεϊκή του φύση και την λατρεία που θα του έδιναν όλοι αυτοί που θα τον πίστευαν σαν Υιό Θεού, αληθινό Θεό, που ήρθε όμως στη γη σαν άνθρωπος, για να κάνει όλους τους ανθρώπους με τη βοήθεια του αγίου Πνεύματος κατά χάρη θεούς.

Η σμύρνα συμβόλιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού, που για την αγάπη των παιδιών του θα θυσίαζε τον ίδιο του τον εαυτό με τον πιο ατιμωτικό θάνατο του σταυρού. Με σμύρνα και αλόη εξάλλου άλειψαν το νεκρό του σώμα πριν τον ενταφιάσουν.

Εκείνη τη στιγμή ο Ιωσήφ και η Μαριάμ δεν κατάλαβαν την προφητική σημασία των δώρων των Μάγων. Μετά όμως από την μεγάλη θυσία του Ιησού όλα έγινα κατανοητά.

Όλο το βράδυ το πέρασαν οι μάγοι συζητώντας μεταξύ τους για τον νεογέννητο Βασιλιά. Ήταν η χαρά τους τόσο μεγάλη και τα υπέροχα συναισθήματα που ένιωθαν τόσο πολλά, όταν αντίκρυσαν το μικρό αυτό παιδί με το ολοφώτεινο προσωπάκι του, που δεν μπορούσε να τους αρπάξει ο ύπνος και να κοιμηθούν.

Αλλά και όταν κάποια στιγμή τους πήρε για λίγο ύπνος, ένα παράξενο όνειρο που είδαν και οι τρεις μαζί, τους έκανε να ξυπνήσουν αμέσως και να  ετοιμαστούν γρήγορα για να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους. Είδαν έναν λαμπρό άγγελο να τους λέει να μην γυρίσουν πίσω στον Ηρώδη, γιατί ήθελε να σκοτώσει τον μικρό Ιησού. Έτσι, νύχτα και πριν ακόμα ξυπνήσει το χωριό για να τους δει  κανείς, έφυγαν από άλλο δρόμο πίσω στην μακρινή τους πατρίδα.  

Το ίδιο όμως βράδυ, ένας άγγελος εμφανίστηκε και στον ύπνο του Ιωσήφ και του είπε να σηκωθεί αμέσως και να πάρει την Μαριάμ με το παιδί μακριά στην Αίγυπτο. Του είπε, επίσης, να μείνει εκεί μέχρι να του δώσει καινούρια εντολή, γιατί ο Ηρώδης έχει σκοπό να ψάξει να βρει το μικρό παιδί και να το σκοτώσει.

Ο Ιωσήφ τρόμαξε από αυτά που του είπε ο άγγελος και ξύπνησε αμέσως την Μαριάμ, για να της διηγηθεί τι είδε και άκουσε στον ύπνο του και να ετοιμαστούν για την άμεση αναχώρηση τους. Έτσι πριν ακόμα φανούν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ξεκίνησαν με το γαϊδουράκι τους στη μακρινή χώρα της Αιγύπτου.

Όταν έμαθε ο Ηρώδης ότι έφυγαν οι Μάγοι κρυφά και δεν του είπαν τίποτα, κατάλαβε ότι τον ξεγέλασαν και θύμωσε πάρα πολύ. Φοβήθηκε μη τυχόν χάσει το θρόνο του από τον νέο βασιλιά και έστειλε αμέσως στρατιώτες να σκοτώσουν όλα τα αγόρια στη Βηθλεέμ και στα περίχωρα της που ήταν από δυο χρονών και κάτω.

Με βάση τους υπολογισμούς που είχε κάνει, σύμφωνα με αυτά που του είπαν οι Μάγοι για τον χρόνο που εμφανίστηκε το αστέρι στον ουρανό, κατάλαβε ότι ο νεογέννητος βασιλιάς δεν πρέπει να ήταν ακόμα δύο χρονών, γι’ αυτό και είπε να σκοτώσουν όλα τα αγόρια από δύο χρονών και κάτω.

Θρήνος και μεγάλος σπαραγμός απλώθηκε σε όλη την Ιουδαία για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα του αιμοχαρούς βασιλιά. Όλες οι μάνες έκλαιγαν απαρηγόρητες και αναθεμάτιζαν τον αιμοβόρο τύραννο που έχυσε τόσο αθώο αίμα.

Το άγριο αυτό έγκλημα του Ηρώδη δεν ήταν ωστόσο ούτε το πρώτο αλλά ούτε και το τελευταίο. Μέχρι και τον μεγάλο του γιο Αντίπατρο σκότωσε λίγο πριν πεθάνει με την υποψία ότι δολοπλοκούσε να του πάρει τον θρόνο. Πλήθος ήταν τα εγκλήματα του διέπραξε ο ανισόρροπος αυτός ηγέτης, γι’ αυτό και το τέλος του ήταν άθλιο και πολύ οδυνηρό. Κτυπημένος από φοβερή αρρώστια άρχισαν να σαπίζουν όλα του τα μέλη και να του προκαλούν ανυπόφορους πόνους. Ξεψύχησε μέσα σε φριχτά βάσανα, μισητός από όλους τους υπηκόους του.

Μετά τον θάνατο του οι Ρωμαίοι διαίρεσαν το βασίλειο του σε τρεις μεγάλες επαρχίες και το μοίρασαν στους τρεις γιούς του, τον Αρχέλαο, τον Ηρώδη Αντίπα και τον Φίλιππο. Ο Αρχέλαος πήρε την Σαμάρεια, την Ιουδαία και την Ιδουμαία, δηλαδή τη μέση και την νότια Παλαιστίνη. Ο Ηρώδης ο Αντίπας πήρε την Γαλιλαία και την Περαία, δηλαδή την βόρεια και την ανατολική Παλαιστίνη και ο Φίλιππος όλες τις επαρχίες που ήταν ανατολικά της λίμνης Γενησαρέτ. Και οι τρεις τους λεγόντουσαν βασιλείς ή τετράρχες.

 Όταν πέθανε ο Ηρώδης, άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε ξανά στο όνειρο του Ιωσήφ και του είπε ότι τώρα μπορεί να επιστρέψει πίσω στο Ισραήλ, γιατί αυτοί που ζητούσαν να σκοτώσουν τον μικρό Ιησού είχαν πια πεθάνει. Ο Ιωσήφ και η Μαριάμ χάρηκαν πολύ που θα επέστρεφαν πίσω στην χώρα τους και ετοιμάστηκαν για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής.

Όταν όμως άκουσαν ότι στην Ιουδαία βασίλευε ο σκληρός γιος του Ηρώδη ο Αρχέλαος, φοβήθηκαν να πάνε εκεί. Ήταν γνωστή εξάλλου σε όλη την Ιουδαία η κακία και η μοχθηρία του βασιλιά αυτού, που όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο μεγάλη, ώστε να αναγκάσει ακόμα και αυτούς τους Ρωμαίους να τον διώξουν κάποια στιγμή και να βάλλουν στη θέση του Ρωμαίο διοικητή.    

Ο Ιωσήφ δεν ήξερε τώρα που ήταν καλύτερα να πάει. Στην αγωνία του αυτή παρουσιάστηκε ξανά στον ύπνο του  άγγελος Κυρίου και του είπε να πάει στα μέρη της Γαλιλαίας. Έτσι ο Ιωσήφ και η Μαριάμ με τον μικρό Ιησού επέστρεψαν στην πατρίδα τους την Ναζαρέτ, για να βγει αληθινό αυτό που είπαν οι προφήτες ότι: «θα ονομαστεί Ναζωραίος».  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου