Οι επόμενες μέρες
μετά την γέννηση του Ιησού στη Βηθλεέμ κύλισαν ήσυχα, με την απογραφή να έχει
ολοκληρωθεί, και τον κόσμο που ήρθε να απογραφεί στον τόπο της καταγωγής του,
να έχει πλέον φύγει.
Το μικρό χωριό
βρήκε τους συνηθισμένους ρυθμούς της ζωής του, και έγινε πάλι ήσυχο και
σιωπηλό, όπως ήταν πρώτα. Που και που έβλεπες λίγα παιδιά να παίζουν στα μικρά στενά δρομάκια
ή άκουγες μακριά από τους κάμπους όπου έβοσκαν τα ζώα, πότε τα βελάσματα τους
και πότε τα κουδουνάκια που είχαν στο λαιμό τους.
Η ρουτίνα της ζωής
είχε επανέλθει στα συνηθισμένα, χωρίς να προμηνύεται τίποτα έκτακτο και
θαυμαστό. Η μόνη συζήτηση, που δεν έλεγε με τίποτα να κοπάσει ανάμεσα στους
απλούς αυτούς ανθρώπους, ήταν μόνο για όλα αυτά τα θαυμάσια που είδαν και
άκουσαν οι βοσκοί από τους αγγέλους για το νεογέννητο βασιλιά, τον οποίον μετά και
οι ίδιοι είδαν με τα ίδια τους τα μάτια μέσα σε μια φάτνη ταπεινή.
Μα πως είναι δυνατόν, μονολογούσαν, να γεννηθεί ένας βασιλιάς μέσα σε ένα στάβλο και να έχει για κούνια του μια πάχνη με άχυρα;! Δεν το χωρούσε το μυαλό τους αυτό το πράγμα, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν με την δική τους φτωχή ανθρώπινη λογική ούτε να το καταλάβουν, ούτε και να το ερμηνεύσουν.
Βέβαια, είχαν ακούσει
κατά καιρούς, από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, για την προφητεία του
προφήτη Μιχαία, που έλεγε ότι από τη γενιά του Δαβίδ και στη Βηθλεέμ θα γεννιόταν
ένας μεγάλος Αρχηγός που θα έσωνε τον Ισραήλ. Ωστόσο δεν μπορούσαν να πιστέψουν
ότι ο Λυτρωτής του Ισραήλ θα γεννιόταν τόσο φτωχά, και μάλιστα μέσα σε ένα
στάβλο, σε μια σπηλιά!
Από την άλλη
πάλι, δεν ήταν ψέμα όλα αυτά τα θαυμάσια που είδαν με τα ίδια τους τα μάτια, όταν
άγγελοι εμφανίστηκαν ξαφνικά από τον ουρανό και τους είπαν για τον Λυτρωτή που
γεννήθηκε σε μια σπηλιά και τους άκουσαν να ψάλλουν ουράνιους ύμνους, που δεν
είχαν ξανακούσει.
Αλλά και αυτό
το πανέμορφο μωρό που είδαν, όταν πήγαν στη σπηλιά, τι χαρά τους έδωσε και τι
γαλήνη μπήκε στις καρδιές τους, όταν το κράτησαν στην αγκαλιά τους και το
φίλησαν! Ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν τι ήταν αυτό που έγινε στις ψυχές τους
εκείνη τη νύχτα, ώστε από τότε και μετά να είναι ακόμα και οι ίδιοι
διαφορετικοί. Να έχουν μεταξύ τους περισσότερη αγάπη, καλοσύνη, χαρά και
ειρήνη!
Μα και αυτή η
μικρή μαμά του, τι φοβερή εντύπωση τους έκανε! Ποτέ δεν είχαν δει πιο όμορφη
κοπέλα, που έλαμπε το πρόσωπο της σαν άγγελος. Έμοιαζε τόσο πολύ με αυτούς τους
αγγέλους που είχαν δει να κατεβαίνουν από τον ουρανό. Ήταν ευγενική, απλή, ταπεινή, γλυκιά και σου
κέρδιζε την καρδιά με το αγγελικό της χαμόγελο. Ήταν πανέμορφη στην όψη με
μακριά καστανά μαλάκια και δυο γλυκά πανέμορφα μάτια γεμάτα αληθινή αγάπη,
καλοσύνη και χαρά.
Μπορεί οι
ίδιοι από σεβασμό και ντροπή να μην ήθελαν να τους ενοχλούν περισσότερο με την
παρουσία τους, μα τα μικρά τους παιδιά δεν σταματούσαν να πηγαίνουν με τα
προβατάκια τους για να δουν τον αγαπημένο τους μικρό Ιησού. Όταν έμπαιναν στη
σπηλιά γέμιζε όλος ο τόπος από τις χαρωπές φωνές τους και το μωρό κουνούσε
χαρούμενα χέρια και πόδια, για να τους δείξει πόσο χαιρόταν με την παρουσία
τους.
Όλοι είχαν
αρχίσει να αγαπούν την αγία αυτή οικογένεια σαν δική τους οικογένεια. Έτσι,
όταν έφυγαν όλοι οι επισκέπτες και άδειασαν όλα τα καταλύματα, πήγαν οι βοσκοί
και ζήτησαν από τον Ιωσήφ και την Μαριάμ να κατοικίσουν σε ένα από αυτά, για να
βολευτούν καλύτερα και να μην κοιμίζουν πλέον τον μικρό τους Ιησούς μέσα στην
πάχνη με τα άχυρα, εκεί που έτρωγαν τα άλογα και οι αγελάδες τους.
Κοντά στη
σπηλιά, σ’ ένα μικρό σπιτάκι που τους
παραχωρήθηκε από έναν φιλεύσπλαχνο βοσκό, μετακόμισαν ο Ιωσήφ με την Μαριάμ,
μέχρι να μεγαλώσει λίγο ο μικρούλης τους Ιησούς και αφού περάσουν τα μεγάλα
κρύα, να μπορέσουν και αυτοί να φύγουν.
Στη θαλπωρή
του μικρού σπιτιού και δίπλα από το αναμμένο τζάκι που σκορπούσε απλόχερα τη
ζεστασιά του ο Ιωσήφ σκεπτόταν όλα αυτά τα θαυμάσια που έγιναν στην γέννηση του
αγαπημένου του γιου Ιησού, και δόξαζε τον Θεό.
Και ο ίδιος δεν
μπορούσε ακόμα να πιστέψει πως ο παντοδύναμος Θεός επέτρεψε να γεννηθεί ο
αγαπημένος του Υιός σε μια φτωχή σπηλιά και να έχει για κρεβατάκι του μια πάχνη
με άχυρα, εκεί που έτρωγαν τα άλογα ζώα!
Ωστόσο, η
μεγάλη εμπιστοσύνη που είχε στο Θεό και η βαθιά του πίστη στις θεϊκές Του αποφάσεις,
επέτρεψαν στο άγιο Πνεύμα του Θεού να φωτίσει το νου του, για να μπορέσει να κατανοήσει
το θεϊκό μυστήριο της «φάτνης» του Χριστού.
Η «φάτνη» στην
αρχή της επίγειας ζωής του Χριστού και ο «σταυρός» στο τέλος του θεϊκού του
έργου, θα ήταν πάντα για τη φτωχή ανθρώπινη λογική, τα δυο αντιλεγόμενα σημεία
ανάμεσα στους ανθρώπους, από τα οποία θα εξαρτάτο η σωτηρία ή η κόλαση τους!
Όσοι θα πίστευαν
τον Ιησού και θα ακολουθούσαν με απλότητα και ταπείνωση το μονοπάτι της αληθινής αγάπης του
Θεού που θα δίδασκε, θα έφθαναν με σιγουριά στην αγκαλιά του Θεού, στο ουράνιο
Βασίλειο του Παραδείσου.
Όσοι, όμως, θα
απέρριπταν τη θεϊκή Του διδασκαλία, της αγάπης και της ευσπλαχνίας, θα
κατέβαιναν με την σκοτεινή σκάλα του εωσφορικού εγωϊσμού τους, στο φριχτό τόπο
της αιώνιας δυστυχίας.
Η «φάτνη» του
αγαπημένου του γιου Ιησού δεν ήταν τελικά τίποτα άλλο παρά η πρώτη διδασκαλία για
την σωτηρία του ανθρώπου, που είναι η «ταπείνωση». Η «ταπείνωση» από τη μια και
η «υπεροπτική αυτοπεποίθηση» από την άλλη, θα ήταν οι δύο πόλοι γύρω από τους
οποίους, ανάλογα της επιλογής μας, θα ζούσαμε ή τη χαρά της ευτυχίας ή τον
εφιάλτη της δυστυχίας.
Αν ο ίδιος ο
Θεός ταπεινώθηκε τόσο πολύ, ώστε να γεννηθεί σε μια σπηλιά, σε ένα στάβλο,
γιατί εμείς οι άνθρωποι θέλουμε να είμαστε τόσο εγωιστές και να ακολουθούμε το
μονοπάτι της αυτοκαταστροφής μας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής; Η
φοβερή πραγματικότητα της κακίας που επικρατούσε σε όλο τον κόσμο ήταν η
αδιάψευστη μαρτυρία ότι μέχρι τώρα θέλαμε να ζούμε με την κατάρα του «εγωισμού».
Ο Ιωσήφ
αντιλαμβανόταν το μέγεθος της υπέροχης αυτής διδασκαλίας της ταπείνωσης, με την
οποία ο αγαπημένος του θησαυρός Ιησούς, σαν Υιός του Θεού, ξεκινούσε το θεϊκό
έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, όπως του είχε πει ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ήδη από
την πρώτη στιγμή της γέννησης του!
Ωστόσο ο Θεός
επεφύλασσε και άλλα τέτοια περιστατικά, που θα στερέωνα την πίστη του Ιωσήφ στο
υπέροχο αυτό μονοπάτι της σωτηρίας των ανθρώπων, που είναι η «ταπείνωση».
Πλησίαζε η
όγδοη μέρα από την γέννηση του παιδιού, και επειδή ήταν αγόρι, όριζε ο νόμος
του Μωυσή, να γίνει η τελετή της περιτομής και να αφιερωθεί το παιδί στην
υπηρεσία του Θεού. Ο Ιωσήφ συμφώνησε με την Μαριάμ να κάνουν την τελετή της περιτομής
στα Ιεροσόλυμα, στο Ναό του Θεού, και εκεί να δώσουν, και επίσημα πλέον, το
όνομα Ιησούς στο γιο τους, όπως είχε προστάξει ο αρχάγγελος Γαβριήλ.
Η Βηθλεέμ δεν
ήταν πολύ μακριά από την Ιερουσαλήμ. Απείχε μόλις εφτά με οκτώ χιλιόμετρα από
αυτήν. Έτσι, όταν η όγδοη μέρα ήρθε, ξεκίνησαν πρωί πρωί με το γαϊδουράκι τους για
την Ιερουσαλήμ.
Η χαρά και η
συγκίνηση της Μαριάμ ήταν πολύ μεγάλη, γιατί μετά από τόσο πολύ καιρό θα έβλεπε
ξανά το άγιο αυτό μέρος που έζησε με συντροφιά των αγίων αγγέλων τα πιο πολλά
χρόνια της ζωής της, όταν την αφιέρωσαν οι γονείς της από τριών χρόνων στο Ναό.
Στο Ναό
περίμεναν λίγο μέχρι που ήρθε η σειρά τους και πήραν οι ιερείς στα χέρια τους
το μωρό για να γίνει η τελετή της περιτομής και να δοθεί ενώπιον των ιερέων το
όνομα Ιησούς στο παιδί, όπως είχε προστάξει ο αρχάγγελος Γαβριήλ.
Μετά την
τελετή, που έγινε μέσα σε κλίμα χαράς και συγκίνησης, ο Ιωσήφ και η Μαριάμ πήραν
ξανά τον δρόμο της επιστροφής, ώστε πριν νυχτώσει να είναι πίσω στην Βηθλεέμ.
Στο δρόμο της επιστροφής
σκέψεις πολλές και όμορφες πλημμύριζαν το μυαλό του Ιωσήφ. Φωτισμένος από το άγιο
Πνεύμα αντιλαμβανόταν τώρα και άλλα πράγματα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν
μπορούσε να κατανοήσει.
Ο θεϊκός του
γιος Ιησούς, αν και γεννήθηκε με το Άγιο Πνεύμα, είναι τέλειος άνθρωπος και με
την τελετή της περιτομής εκπλήρωσε τον Νόμο του Μωυσή, για να μη μπορεί κανείς
να τον κατηγορήσει αργότερα ότι είναι αντίθετος με τον Μωσαϊκό νόμο και
απορριφθεί η θεϊκή Του διδασκαλία από την αρχή.
Πολλές φορές,
μέχρι να φτάσουν στην Βηθλεέμ, ευχαρίστησε ο Ιωσήφ τον Θεό, που του επέτρεπε να
κατανοεί τα θεϊκά σχέδια της σωτηρία των ανθρώπων, που ετοίμαζε μέσα από τον
νεογέννητο Υιό Του Ιησού!
Αντιλαμβανόταν,
όμως, όλο και περισσότερο και τον δικό του ρόλο στα σχέδια αυτά του Θεού, που ήταν
να προστατέψει με όλες του τις δυνάμεις τους δυο θησαυρούς της καρδιάς του, την
Μαριάμ και τον γλυκύ του Ιησού!
Με τέτοιες άγιες
σκέψεις και στοχασμούς πέρασε γρήγορα η ώρα και επέστρεψαν στην Βηθλεέμ. Πήρε στην
αγκαλιά του το θείο Βρέφος και βοήθησε την Μαριάμ να ξεπεζέψει από το
γαϊδουράκι. Η νύχτα πια είχε απλώσει το σκοτάδι της στο μικρό χωριό και όλοι έπεσαν
να κοιμηθούν για να ξεκουραστούν.
Μόνο η Μαριάμ
έμεινε ακόμα κάμποση ώρα ξάγρυπνη δίπλα από τον Υιό της, για να τον θηλάσει και
μέχρι να τον κοιμίσει προσευχόταν στον λατρεμένο της Θεό Πατέρα.
Η αφιέρωση
του Ιησού στο Ναό.
Πέρασαν σαράντα
μέρες από την γέννηση του Ιησού και ο νόμος του Μωυσή όριζε ότι θα έπρεπε τώρα να
τελεστή άλλη μια θρησκευτική τελετή. Οι γονείς που το πρώτο τους παιδί ήταν αρσενικό,
έπρεπε μετά από τις σαράντα μέρες που κρατούσε η περίοδος του καθαρισμού της γυναίκας,
να το φέρουν στο Ναό και να το αφιερώσουν στον Θεό.
Ανάλογα με την
οικονομική τους κατάσταση θα έδιναν στο Ναό και την ανάλογη προσφορά. Οι
πλούσιοι πρόσφεραν πλούσια δώρα στο Θεό, ενώ οι φτωχοί, όπως ο Ιωσήφ και η
Μαριάμ, τουλάχιστον δύο τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια.
Για δεύτερη
φορά λοιπόν ο Ιωσήφ και η Μαριάμ θα πήγαιναν στο Ναό της Ιερουσαλήμ, για να
εκπληρώσουν τον νόμο του Μωυσή και να αφιερώσουν στον Θεό τον γιο τους Ιησού.
Έτσι, ανεβασμένη
πάνω στο γαϊδουράκι η Μαριάμ και κρατώντας στην αγκαλιά της τον θησαυρό της,
τον Υιό του Θεού αλλά και δικό της Υιό, άφησε τον Ιωσήφ να κρατά από το σχοινί
το γαϊδουράκι για να πάνε στην Ιερουσαλήμ.
Ο νους και η
καρδιά της ήταν ψηλά στον ουρανό, στον βασιλιά Θεό Πατέρα της, για να του πει
πόσο τον αγαπά και τον λατρεύει και πόσο ευτυχισμένη είναι που έρχεται τώρα με
τον Γιο που της χάρισε, να τον προσκυνήσει ξανά στον άγιο Ναό Του.
Η χαρά της ήταν
απερίγραπτη και ένιωθε πολύ ευτυχισμένη, που θα αφιέρωνε τον νεογέννητο θησαυρό
της στον λατρεμένο της Ουράνιο Πατέρα. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την
πολλή χαρά και τα πανέμορφα ματάκια της είχαν γεμίσει δάκρυα χαράς και
ευτυχίας, που έτρεχαν ασταμάτητα και πλημμύριζαν τα μάγουλα της.
Το ταξίδι ήταν
γρήγορο και σύντομα αντίκρυσαν την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωσήφ βοήθησε την Μαριάμ να
ξεπεζέψει από το γαϊδουράκι και κατευθύνθηκαν αμέσως στον Ναό του Θεού, για την
τελετή αφιέρωσης του Ιησού στον Θεό Πατέρα του.
Εκεί, όμως,
στο προαύλιο του Ναού τους περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Ένα άγιο γεροντάκι,
ο Συμεών, τους σταμάτησε και ζήτησε να κρατήσει στα γεροντικά του χέρια το βρέφος
Ιησού. Ζούσε στην Ιερουσαλήμ και ήταν άνθρωπος δίκαιος και θεοφοβούμενος. Νύχτα
μέρα παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει πριν πεθάνει με τα ίδια του τα
μάτια τον Μεσσία. Οι προσευχές του εισακούστηκαν και το άγιο Πνεύμα τον
διαβεβαίωσε ότι πριν πεθάνει θα δει τον Λυτρωτή του κόσμου.
Οι μέρες
ωστόσο περνούσαν και αυτός ήταν πλέον γεροντάκι χωρίς να μπορεί να βλέπει καλά.
Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στο Θεό και στην υπόσχεση που του έδωσε γι’ αυτό και
περίμενε υπομονετικά έξω στις πύλες του Ναού την ημέρα που ο Θεός θα έκανε
πραγματικότητα την υπόσχεση του.
Εκείνη την
ημέρα από πολύ νωρίς ήρθε στη συνηθισμένη του θέση έξω από το Ναό του
Σολομώντος, και περίμενε με αγωνία να δει αυτό που του έδειξε εκείνη τη νύχτα
το άγιο Πνεύμα. Έτσι, όταν έφθασαν νωρίς το πρωί στο Ναό του Θεού ο Ιωσήφ με τη
Μαρία και τον μικρό Ιησού, ένα λαμπερό φως που έβγαινε από το θείο Βρέφος
φώτισε τα μάτια του Συμεών. Φωτισμένος τότε από το άγιο Πνεύμα κατάλαβε ότι το
μωρό αυτό ήταν ο Μεσσίας και Λυτρωτής του κόσμου, που περίμενε με τόση αγωνία
και λαχτάρα να δει εδώ και τόσα χρόνια.
Οδηγημένος από
το φως που εξέπεμπε το πρόσωπο του Ιησού, έφθασε κοντά στην αγία μητέρα του και
την παρακάλεσε να του επιτρέψει να κρατήσει στην αγκαλιά του το θεϊκό μωρό της
έστω και για λίγο. Εκείνη του το έδωσε με ευχαρίστηση και είδε στα γεροντικά
του μάτια να αναβλύζουν δάκρυα χαράς και συγκίνησης. Εκείνος το πήρε με πολλή
προσοχή, το έσφιξε τρυφερά μέσα στην αγκαλιά του, το φίλησε γλυκά στο μέτωπο
του και είπε στο Θεό: «τώρα, Κύριε μου, μπορείς να πάρεις με ειρήνη την ψυχή
μου απ’ αυτή τη ζωή, γιατί είδα με τα μάτια μου το Σωτήρα που έστειλες για να
σώσει τους ανθρώπους. Είναι το φως που θα φωτίσει όλα τα έθνη της γης και θα
δώσει δόξα στο λαό σου Ισραήλ».
Η Μαρία και ο
Ιωσήφ έστεκαν με θαυμασμό μπροστά σ’ αυτό που έβλεπαν και άκουγαν να λέει το
άγιο αυτό γεροντάκι. Ζήτησαν την ευλογία του και εκείνος αφού τους ευλόγησε,
στράφηκε στη Μαριάμ και της λέει: «αυτός ήρθε για να γκρεμίσει ό,τι παλιό
και ερειπωμένο υπάρχει στο Ισραήλ και να ανορθώσει αυτούς που θα τον πιστέψουν.
Θα είναι πρόσωπο που θα προκαλέσει αντίθετες γνώμες, για να φανερωθούν οι
πραγματικές διαθέσεις του καθενός. Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα
διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Την πρώτη
έκπληξη με το άγιο αυτό γεροντάκι, τον Συμεών, ήρθε και δεύτερη έκπληξη από μια
επίσης γερόντισσα, που την έλεγαν ην Άννα. Ήταν 84 χρονών και την σεβόντουσαν
όλοι σαν αγία και σαν προφήτισσα. Αφού έζησε σαν παντρεμένη μόνο 7 χρόνια, μετά
που χήρεψε, ήλθε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της στο Ναό, λατρεύοντας
τον Θεό με νηστείες και προσευχές.
Το ίδιο και
αυτή, όπως και ο Συμεών, μόλις είδε το άγιο Βρέφος στην αγκαλιά της αγίας μανούλας
του, δοξολόγησε τον Θεό που σπλαχνίστηκε όλους τους ανθρώπους και έστειλε τον
Σωτήρα για να φέρει την λύτρωση. Η Μαριάμ άκουσε όλα αυτά που είπαν τα δυο
γεροντάκια και φύλαξε βαθιά μέσα στην καρδιά της τα προφητικά τους λόγια.
Στο Ναό, μέσα
σε κλίμα χαράς και συγκίνησης, έγινε η καθιερωμένη τελετή της αφιέρωσης του
Ιησού και ο Ιωσήφ με την Μαριάμ πρόσφεραν σαν θυσία στον Θεό, επειδή ήταν
φτωχοί, δυο μικρά περιστέρια, όπως όριζε ο νόμος του Μωυσή. Ευχαρίστησαν και οι
δυο τους τον Θεό και τον παρακάλεσαν να γίνουν άξιοι γονείς στο μικρό τους θησαυρό.
Η Μαριάμ παρακάλεσε τον αγαπημένο της Ουράνιο
Πατέρα να την βοηθήσει, ώστε με την δική Του βοήθεια να γίνει η πιο γλυκιά
μανούλα στο Γιό του και Γιο της. Τον παρακάλεσε ακόμα να της δώσει δύναμη, για να
βαδίσει μαζί με τον λατρεμένο της γιο Ιησού κάθε χαρά και κάθε πόνο που θα ερχόταν
στη ζωή τους, όπως είχε προβλέψει προφητικά το άγιο γεροντάκι, ο Συμεών.
Ο Ιωσήφ, πάλι,
ικέτεψε τον Θεό να τον βοηθήσει να γίνει όσο θα ζούσε ο πιο τρυφερός και
στοργικός πατέρας και προστάτης των δύο θησαυρών του, της Μαριάμ και του γλυκού
του Ιησού.
Αφού τελείωσαν όλα όσα έπρεπε να κάνουν για την αφιέρωση του Ιησού στο Ναό, πήραν ξανά το δρόμο της επιστροφής. Στη Βηθλεέμ θα έμεναν τώρα κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι να μπορέσει η Μαριάμ και το μωρό να αντέξουν στο μεγάλο και δύσκολο ταξίδι της επιστροφής τους στην πατρίδα τους την Ναζαρέτ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου