Σελίδες

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023

3. Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας


Το διάταγμα της απογραφής

Μετά την διαβεβαίωση του Αρχαγγέλου Γαβριήλ στον δίκαιο Ιωσήφ ότι το παιδί που έχει μέσα της η Μαριάμ είναι από το άγιο Πνεύμα και ότι αυτό θα λυτρώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες, μια θεϊκή γαλήνη απλώθηκε στη ψυχή του Ιωσήφ και μια πιο μεγάλη ακόμα αγάπη και σεβασμός μπήκε στην καρδιά του για την Μαριάμ. 

Με κρυφή αγωνία περίμενε την ημέρα εκείνη που θα έσφιγγε μέσα στα πατρικά του χέρια το άγιο μωρό της Μαριάμ. Ήταν τόσο μεγάλη η λαχτάρα του, που του φαινόταν σαν αιώνας η κάθε μέρα που αργούσε να περάσει.  

Η Μαριάμ, πάλι, ζούσε κάθε μέρα με τη χαρά πότε θα γεννηθεί ο μονάκριβος της θησαυρός, ο βασιλιάς της καρδιάς της. Μέχρι όμως να έρθει η στιγμή εκείνη, δεν σταματούσε να χαϊδεύει κάθε λίγο και λιγάκι την κοιλιά της, εκεί που έκρυβε σαν άγιο θησαυροφυλάκιο τον πιο μεγάλο θησαυρό του κόσμου, τον μικρό της Ιησού. Ώρες ατέλειωτες μιλούσε στο αγαπημένο της σπλάχνο και του έλεγε πόσο το αγαπούσε και το λάτρευε, αλλά και πόσο ανυπομονούσε να γεννηθεί, για να το κλείσει στην μητρική της αγκαλιά και να το γεμίσει με άπειρα φιλιά!

Η καρδιά της ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη στο Θεό Πατέρα της, και του έλεγε με πολλή παιδική αγάπη: «σε ευχαριστώ, γλυκέ μου Πατέρα. Σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Μη με αφήσεις ποτέ από τη στοργική αγκαλιά Σου. Εσύ είσαι ο Πατέρας και η Μανούλα της ψυχής μου. Εσένα, Θεέ της καρδιάς μου, εμπιστεύομαι και αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Αξίωσε με τώρα που θα γίνω μανούλα στο δικό Σου γιο, να ζήσω σαν άγια μάνα και να το μεγαλώσω όπως θέλεις Εσύ. Σε Σένα εμπιστεύομαι την ταπεινή μου ψυχή και στα δικά Σου θεϊκά χέρια αφήνω το αγαπημένο μου σπλάχνο».

Η εγκυμοσύνη της Μαριάμ ήταν πλέον στο τελευταίο στάδιο. Ο μήνας της χαράς πλησίαζε και έκανε τις καρδιές όλων να ζουν με την πιο γλυκιά προσμονή. Ωστόσο, ένα ξαφνικό γεγονός, δημιούργησε αναπάντεχους προβληματισμούς. Ο Καίσαρας Αύγουστος, που ήταν τότε αυτοκράτορας της Ρώμης, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ζητούσε να απογραφούν όλοι οι κάτοικοι του απέραντου Ρωμαϊκού κράτους του. Η διαταγή αυτή αφορούσε βέβαια και όλη την Παλαιστίνη. 

Τον καιρό εκείνο η Παλαιστίνη ήταν κάτω από το σκληρό ζυγό των Ρωμαίων. Πριν από 63 περίπου χρόνια ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος είχε κυριεύσει όλη την Παλαιστίνη και την έκανε επαρχία του Ρωμαϊκού Κράτους. Για να την κυβερνά και να στέλνει τους φόρους στη Ρώμη, διόρισε έναν βασιλιά, που ήταν απόλυτα έμπιστος στη ρωμαϊκή εξουσία.

Βασιλιάς την εποχή εκείνη ήταν ο Ηρώδης ο Μέγας. Αυτός, αν και είχε εβραϊκή καταγωγή, ήταν πάρα πολύ σκληρός και αιμοβόρος άνθρωπος στους συμπατριώτες του. Ήταν απόλυτα υποταγμένος στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αύγουστο και σε όλες τις ρωμαϊκές αρχές, επειδή τον είχαν βοηθήσει να σφετεριστεί πριν τριάντα περίπου χρόνια τον βασιλικό θρόνο της Ιουδαίας.   

Ο Ηρώδης ανακοίνωσε σε όλους τους υπηκόους του ότι έπρεπε να πάνε στον τόπο της καταγωγής τους και να καταγραφούν. Ο Ιωσήφ καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ και επειδή η πατρίδα του Δαβίδ και της οικογένειας του ήταν η Βηθλεέμ, έπρεπε τώρα να πάει εκεί μαζί με την Μαριάμ την αρραβωνιαστικιά του για να απογραφεί.

Το ταξίδι από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας μέχρι την Βηθλεέμ της Ιουδαίας ήταν αρκετά μεγάλο και πάρα πολύ κουραστικό, γιατί ήταν σχεδόν από τη μια άκρη της Παλαιστίνης στην άλλη και θα γινόταν με τα πόδια ή με το γαϊδούρι για πολλές μέρες. 

Ο Ιωσήφ σκεφτόταν την προχωρημένη εγκυμοσύνη της Μαρίας, που βρισκόταν στον τελευταίο της μήνα, και ανησυχούσε πολύ. Η Μαριάμ ωστόσο τον παρηγόρησε και του είπε να μην ανησυχεί, αλλά να εμπιστευθεί ακόμα περισσότερο τον Θεό και ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι ετοιμάστηκαν για το μακρινό ταξίδι της απογραφής.

Για πολλές μέρες ταξίδευε η Μαριάμ πάνω στο γαϊδουράκι μέχρι να φτάσουν στην Βηθλεέμ. Με το αγιασμένο της χέρι χαΐδευε πότε πότε το ταλαίπωρο ζώο, που μερικές φορές αγκομαχούσε, όταν επρόκειτο να ανέβει κάποιες δύσκολες ανηφοριές, και του έδινε κουράγιο. Το ζώο, λες και καταλάβαινε τι πολύτιμο φορτίο θησαυρού μετέφερνε στη ράχη του, έπαιρνε όλο και περισσότερο κουράγιο για να συνεχίσει.

Ποιος θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο Δημιουργός όλου του κόσμου, που κρυβόταν τώρα μέσα στην ευλογημένη μήτρα ενός μικρού κοριτσιού, θα ταξίδευε με ένα μικρό γαϊδουράκι!

Οι μέρες της εγκυμοσύνης τέλειωναν και η ημέρα του τοκετού πλησίαζε γρήγορα. Η Μαριάμ υπέφερε πολύ σ’ αυτό ταξίδι, αλλά έκανε κουράγιο, για να μην κάνει τον Ιωσήφ να ανησυχεί ακόμα περισσότερο.

Οι μέρες ευτυχώς, παρά την μεγάλη κούραση του ταξιδιού, κυλούσαν με την βοήθεια του Θεού γρήγορα και εύκολα, μέχρι που όλοι άρχισαν να βλέπουν με μεγάλη ανακούφιση τα πρώτα σπίτια της Βηθλεέμ.

Η Βηθλεέμ, η ένδοξη πατρίδα του βασιλιά Δαβίδ, ήταν χτισμένη στις βόρειες πλαγιές των βουνών της Ιουδαίας, σε υψόμετρο γύρω στα 775 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας  και απείχε γύρω στα  8 περίπου χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της Ιουδαίας, την ένδοξη Ιερουσαλήμ.

Την Βηθλεέμ την έλεγαν παλιά και Εφραθά, δηλαδή «εύφορη, γόνιμη», επειδή η γη της ήταν εύφορη με πολλά νερά και πλούσια βοσκοτόπια, γι’ αυτό και είχε ανεπτυγμένη κτηνοτροφία. Την περίοδο που ζούσε ο Δαβίδ, ήταν ένα μεγάλο και  σημαντικό χωριό, μετά όμως, γρήγορα ξέπεσε και κατάντησε μικρό και ασήμαντο χωριό, ώστε ο μόνος λόγος που το έκανε πλέον ξακουστό στους Εβραίους ήταν επειδή εκεί γεννήθηκε ο Δαβίδ.

 

Η γέννηση του Ιησού

Όταν ο Ιωσήφ και η Μαριάμ μπήκαν στην Βηθλεέμ ήταν πια σούρουπο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβεται και το σκοτάδι να εμφανίζεται. Και οι δυο τους ήταν πολύ κατάκοποι. Ο Ιωσήφ όλες αυτές τις μέρες του ταξιδιού, από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας μέχρι την Βηθλεέμ της Ιουδαίας, από τη μια άκρη της Παλαιστίνης στην άλλη, πήγαινε πεζός για να μπορεί να κάθεται πάνω στο γαϊδούρι η έγκυος γυναίκα του. Η Μαριάμ, πάλι, υπέφερε πολύ εξαιτίας της εγκυμοσύνης της, αν και προσπαθούσε να το κρύβει, όχι πάντα με επιτυχία, για να μη στενοχωριέται ο Ιωσήφ.

Έτσι η πρώτη κίνηση του Ιωσήφ, μόλις έφθασε στην Βηθλεέμ, ήταν να ψάξει και να βρει ένα κατάλυμα για την έγκυο Μαριάμ. Η Βηθλεέμ όμως, εκείνη την περίοδο είχε πάρα πολύ κόσμο, εξαιτίας της απογραφής, ώστε πουθενά να μη μπορεί να βρει ένα κατάλυμα.

Ο Ιωσήφ όποια πόρτα κι αν χτυπούσε για να ζητήσει βοήθεια για την έγκυο γυναίκα του, όλοι του απαντούσαν αρνητικά. Εντωμεταξύ οι πρώτοι πόνοι του τοκετού είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και η ανησυχία του Ιωσήφ για την Μαριάμ, είχε κορυφωθεί.

Το τελευταίο φως του ήλιου είχε πλέον χαθεί και το πρώτο σκοτάδι της χειμωνιάτικης εκείνης κρύας νύχτας είχε εμφανιστεί. Αν δεν ήταν οι αναμμένοι πυρσοί, που φώτιζαν τους δρόμους και τα μικρά κάτασπρα σπίτια με το λιγοστό φως, δεν θα έβλεπε κανείς να περπατήσει στους δρόμους της Βηθλεέμ. Κάποιοι συμβούλεψαν τότε τον Ιωσήφ να ψάξει στους γύρο στάβλους, μήπως μπορέσει να βρει κάτι και να βολευτεί προσωρινά.

Μια ηλικιωμένη τσοπάνισσα, που είδε την αγωνία του Ιωσήφ και της νεαρής εγκύου γυναίκας του, κατάλαβε το μεγάλο τους πρόβλημα, τους συμπόνεσε και, αφήνοντας για λίγο την οικογένεια της, τους οδήγησε σ’ ένα δικό της στάβλο που είχε λίγο έξω από το χωριό. Ήταν για τον Ιωσήφ και την Μαριάμ η τελευταία ευκαιρία για να περάσουν τη νύχτα τους κάπου, να ξεκουραστούν λίγο και το πρωί να αποφασίσουν τι να κάνουν.  

Κρατώντας η τσοπάνισσα ένα πυρσό αναμμένο, για να βλέπουν το στενό δρομάκι που οδηγούσε στο στάβλο, έφτασαν μπροστά σε ένα πολύ μικρό λοφίσκο, που στη βάση του υπήρχε μια μικρή σπηλιά. Την σπηλιά αυτή την είχαν μετατρέψει οι τσοπάνηδες σε ένα ζεστό και ασφαλή στάβλο για τα ζώα τους. Τον στάβλο αυτό παραχώρησε σαν πρόχειρο κατάλυμα η τσοπάνισσα στον Ιωσήφ και τη Μαριάμ, για να περάσουν την δύσκολη εκείνη νύχτα.

Ο Ιωσήφ, αφού ευχαρίστησε την τσοπάνισσα για την ευγενική της προσφορά, άρχισε σιγά σιγά να τακτοποιεί τον στάβλο, για να τον κάνει πιο άνετο και κατοικήσιμο, κυρίως για την Μαριάμ, που όλα έδειχναν ότι τη νύχτα αυτή θα γεννούσε. 

Λίγα νεογέννητα προβατάκια σε μια άκρη της σπηλιάς και κάποια μεγάλα ζώα, όπως το γαϊδούρι και η αγελάδα, που έτρωγαν ήρεμα μέσα από ένα παχνί με μπόλικο άχυρο, ήταν οι μόνοι τους σύντροφοι τη μοναδική αυτή νύχτα της ανθρώπινης ιστορίας. Πότε, πότε τα μελωδικά τους βελάσματα έσπαγαν την σιωπή της νύχτας, για να δώσουν θάρρος και παρηγοριά στην πιο αγιασμένη οικογένεια όλης της γης.

Ο Ιωσήφ είχε μαζέψει μπόλικο άχυρο σε μια γωνιά της σπηλιάς και έφτιαξε ένα μαλακό πρόχειρο στρώμα στη μικρή του βασιλοπούλα, όπως αποκαλούσε πολλές φορές την νεαρή μνηστή του. Η Μαριάμ με σεβασμό και ευγένεια δεν έπαυε να τον ευχαριστεί, για την βοήθεια που της έδινε.

Η ώρα ωστόσο του τοκετού είχε φθάσει και η Μαριάμ επιστράτευσε όλη τη σωματική και ψυχική της δύναμη, για να ανταπεξέλθει στο δύσκολο γεγονός της γέννησης, που γι’ αυτήν ήταν η πρώτη φορά, και γι’ αυτό ήταν τελείως άπειρη. Ζήτησε τη βοήθεια του Ουράνιου της  Πατέρα και την ευχή της μαμάς της Άννας, που την έβλεπε ψηλά από τον ουρανό.

Η Άννα, γονατιστή στο θρόνο του Θεού, ικέτευε για το κοριτσάκι της και ζητούσε από όλους τους αγγέλους να βρεθούν δίπλα στο σπλάχνο της, που ήταν μοναχό του και αβοήθητο σε μια φτωχή σπηλιά. Όλα αυτά όμως τα θαυμάσια που επέτρεψε ο Θεός να δει τόσο η ίδια, όσο και ο άντρας της Ιωακείμ εκείνη τη νύχτα, δεν θα μπορούσε ποτέ νους του ανθρώπου να τα φανταστεί.

Μυριάδες άγγελοι κατέβηκαν από τον Ουρανό και γέμισαν όλη την σπηλιά, που τώρα δεν έμοιαζε καθόλου με στάβλο, αλλά με ένδοξο ουράνιο βασίλειο λαμπρό σε φως και δόξα, σαν αυτό που ζούσε εκείνη τώρα στον Ουρανό.   

Όλοι οι άγγελοι ήταν γονατιστοί μπροστά στο κοριτσάκι τους, που έλαμπε από ομορφιά και χάρη, και με πολύ ευλάβεια και σεβασμό έσκυβαν τα κεφάλια τους μπροστά στην ένδοξη βασίλισσα ουρανού και γης.

Ξαφνικά όλη η σπηλιά πλημμύρισε από ολόλαμπρες ηλιαχτίδες φωτός, που σκέπασαν το σώμα της κόρης τους και είδαν το μικρό τους κοριτσάκι να γεννά τον μονάκριβο της γιο Ιησού. Η καρδιά τους γέμισε από συγκίνηση, χαρά και ευτυχία και ευλόγησαν το μικρό τους κοριτσάκι και το πανέμορφο άγιο μωρό της, που θα γινόταν ο Σωτήρας όλου του κόσμου. Πόσο θα ήθελαν να ήταν τώρα και οι δυο τους εκεί, στην αγαπημένη τους κόρη Μαριάμ και να σφίξουν μέσα στην αγκαλιά τους, σαν παππούς και γιαγιά, το εγγονάκι τους Ιησού!

Πλήθος άγια συναισθήματα πλημμύρισαν τις ταπεινές τους καρδιές, για την άπειρη αυτή ευσπλαχνία του Θεού Πατέρα, που έστελνε τώρα τον Θεό Υιό Του να γίνει άνθρωπος, όμοιος σε όλα με τους ανθρώπους και να περπατήσει ανάμεσα τους. Να ζήσει σαν κι’ αυτούς, να πονέσει σαν κι’ αυτούς, να κλάψει και να χαρεί σαν κι’ αυτούς, και να τους μιλήσει για την αγάπη και την καλοσύνη του Θεού Πατέρα, που όλους τους αγαπά και όλους τους συγχωράει, ακόμα και τους πιο μεγάλους αμαρτωλούς! Με φανερή, ωστόσο, συγκίνηση καταλάβαιναν επίσης και τον μεγάλο και σπουδαίο ρόλο που θα έπαιζε στη σωτηρία των ανθρώπων και η δική τους κόρη Μαριάμ.

Μα ο Ιωακείμ και η Άννα δεν ήταν οι μόνοι που καταλάβαιναν εκείνη τη στιγμή το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ήταν και οι άγγελοι του ουρανού που έβλεπαν με τα δικά τους αγγελικά μάτια την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού να εκδηλώνεται με αυτό τον τρόπο, σαν  υπέρτατη θυσία του παντοδύναμου Θεού στα αγαπημένα του σπλάχνα.

Ούτε οι ίδιοι οι άγγελοι δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι ο Θεός θα έστελνε στη γη τον ίδιο Του τον Γιο να γίνει άνθρωπος, να ζήσει σαν άνθρωπος, να διδάξει σαν άνθρωπος και τέλος να θυσιαστεί σαν άνθρωπος, για όλους τους ανθρώπους, προκειμένου να τους φέρει ξανά όλους πίσω στη θεϊκή Του αγκαλιά, στο Βασίλειο του Ουρανού!

Αυτό ήταν το μεγαλύτερο θαύμα, που θα μπορούσαν ποτέ να δουν τα αγγελικά τους μάτια! Γι’ αυτό και όλοι μαζί ξεκίνησαν με αλαλαγμούς χαράς να ψάλλουν υπερκόσμιους ύμνους και μελωδίες στην άπειρη αγάπη και ευσπλαχνία του αιώνιου Θεού!

Ποτέ ξανά στον Ουρανό δεν είχε δει η Άννα τέτοια χαρά στις φωτόμορφες αγγελικές υπάρξεις, που είχαν στήσει τώρα ουράνιο πανηγύρι για να γιορτάσουν τη γέννηση του Θεανθρώπου Ιησού, αλλά και την σωτηρία του κόσμου!

Το διπλό αυτό μήνυμα της χαράς ανέλαβαν οι ίδιοι οι άγγελοι να το κάνουν γνωστό και στους ανθρώπους, που τόσα χρόνια περίμεναν με αγωνία και νοσταλγία να τους λυπηθεί ο Θεός και να στείλει τον Μεσσία. Έτσι, την νύχτα αυτή που γεννήθηκε ο Μεσσίας, εμφανίστηκαν άγγελοι σε πολλούς τσοπάνηδες, που φύλαγαν τη χειμωνιάτικη εκείνη κρύα νύχτα έξω στους κάμπους τα ζώα τους από τους πεινασμένους λύκους.

Στην αρχή οι απλοί αυτοί άνθρωποι τρόμαξαν, φοβήθηκαν, γιατί είδαν ξαφνικά να λάμπει μπροστά τους ένα μεγάλο φως και μέσα από αυτό να εμφανίζεται ένας άγγελος και να τους λέει: «Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω πολύ ευχάριστα νέα, που θα φέρουν χαρά σε όλο τον κόσμο. Σήμερα στην πόλη του Δαβίδ, την Βηθλεέμ, γεννήθηκε για χάρη σας ο «Σωτήρας», που είναι ο Χριστός ο Κύριος. Και να πως θα τον αναγνωρίσετε. Θα βρείτε ένα μωρό φασκιωμένο μέσα σε ένα παχνί».

Και εκεί που μιλούσε ακόμα ο άγγελος, λες και άνοιξαν οι ουρανοί και εμφανίστηκαν πλήθος στρατιές αγγέλων, που έψαλλαν μελωδικά και έλεγαν: «Δόξα στον Ύψιστο Θεό που κατοικεί στα επουράνια και ειρήνη πάνω στη γη, γιατί με τη γέννηση του Σωτήρα φανερώθηκε όλη η αγάπη, η καλοσύνη και η ευσπλαχνία του Θεού στους ανθρώπους».

Όταν το θαυμαστό αυτό όραμα χάθηκε από τα μάτια των τσοπάνηδων και οι άγγελοι ανέβηκαν στον ουρανό, άφησαν οι βοσκοί τα ζώα τους στον κάμπο και έτρεξαν να δουν  αυτό για το οποίο τους είπαν οι άγγελοι.

Στο δρόμο συζητούσαν μεταξύ τους για το όραμα που είδαν, αλλά και για το μεγάλο φωτεινό αστέρι που έβλεπαν τη νύχτα να λάμπει πολύ δυνατά ψηλά στον ουρανό πάνω από την Βηθλεέμ. Μαζί τους ήρθαν και όσες τσοπάνισσες και μικρά τσοπανόπουλα έτυχε να διανυκτερεύουν μαζί τους εκείνη τη νύχτα στους κάμπους.

Ενώ όλα αυτά γινόντουσαν με τους αγίους αγγέλους του ουρανού, στη μικρή σπηλιά, το στάβλο με τα ζώα, βρισκόταν σε εξέλιξη το θαύμα των θαυμάτων. Το πιο μεγάλο θαύμα που θα μπορούσε να δει ο ουρανός και η γη, οι άγγελοι και οι άνθρωποι μαζί.

Πάνω σε ένα πρόχειρο στρώμα από άχυρα, που είχε φτιάξει πρόχειρα ο Ιωσήφ, μια νεαρή κοπέλα μόλις 16 περίπου χρονών, η Μαριάμ, κρατούσε με πολλή αγάπη, στοργή και τρυφερότητα ένα πανέμορφο μωρό, που πριν από λίγο είχε γεννηθεί και ήταν σπαργανωμένο.

Με δακρυσμένα μάτια από πολλή χαρά και ευτυχία ο Ιωσήφ, δεν χόρταινε να βλέπει τους δύο αγγελικούς του θησαυρούς, την Μαριάμ και τον μικρούλη του Ιησού, στην πιο όμορφη μητρική στιγμή. Εκείνη να τον αγκαλιάζει με τόση στοργή και εκείνο, γερμένο πάνω στο αγγελικό της στήθος, να ψάχνει να βρει την πηγή της ζωής, για να γευτεί τον μητρικό της καρπό, το παρθενικό της γάλα.  

Άγγελοι ανεβοκατέβαιναν από τον ουρανό, όπως και στη γέννηση του, και όσο διαρκούσε ο θηλασμός μια φωτεινή ακτίνα από τον ουρανό, έβγαινε μέσα από την καρδιά του Θεού Πατέρα και έμπαινε μέσα από το στήθος της Μαριάμ στο γάλα της, με το οποίο τάιζε τον μικρό της Ιησού.

Όσο αυτό θήλαζε εκείνη του σιγοτραγουδούσε μελωδικά στιχάκια μητρικής αγάπης και λατρείας, μέχρι που κουρασμένο από τον θηλασμό, έκλεινε τα όμορφα ματάκια του, αφήνοντας το στοματάκι του ενωμένο με τον αγγελικό της μαστό. Εκείνη, μόλις έβλεπε το μικρό της θησαυρό να λαγοκοιμάται, σταματούσε το γλυκό της τραγούδι, το σκέπαζε και κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά της, δε σταματούσε να μιλά στον Θεό της καρδιά της για το μωρό της, μέχρι που έκλειναν και τα δικά της ματάκια από την κούραση.

Τότε ο Ιωσήφ έπαιρνε σιγά σιγά το μωρό από την αγκαλιά της και το έβαζε στη πρόχειρη κούνια που του είχε φτιάξει. Μια μικρή πάχνη γεμάτη άχυρο, που χρησιμοποιούσαν οι τσοπάνηδες για να τρώνε τα ζώα τους, την είχε μετατρέψει σε μια μικρή ζεστή φάτνη για τον γλυκό του Ιησού. Πόσο τον αγαπούσε, δεν χόρταινα να τον κοιτάζει!

Μα και τα ζώα, λες και καταλάβαιναν ότι ο Δημιουργός τους χρειαζόταν περισσότερη ζέστη την παγερή εκείνη νύχτα, ήρθαν πιο κοντά στην πρωτότυπη φάτνη και ρουθούνιζαν πάνω του τη ζεστή τους ανάσα.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και την ησυχία της ευλογημένης εκείνης νύχτας, την διέκοψαν οι φωνές των τσοπάνηδων που μαζί με τις τσοπάνισσες  και τα τσοπανόπουλα άρχισαν να καταφθάνουν στην ταπεινή εκείνη σπηλιά, για να βεβαιωθούν αν ήταν σωστά όλα αυτά που άκουσαν από τους αγγέλους.  

Αφού άνοιξαν την πρόχειρη ξύλινη πόρτα που έκλεινε το στόμιο της σπηλιάς, μπήκαν μέσα στο στάβλο και είδαν πάνω σε ένα πρόχειρο στρώμα από άχυρα ένα νεαρό κορίτσι και δίπλα της μέσα σε μια φάτνη ένα πανέμορφο μωρό.

Τα γόνατα τους λύγησαν από σεβασμό στη νεαρή μανούλα και τα μάτια τους έλαμψαν από χαρά στον Λυτρωτή που μόλις είχε γεννηθεί. Έσκυψαν με πολύ ευλάβεια μπροστά στο νεογέννητο παιδί, για να το προσκυνήσουν και μετά διηγήθηκαν με όλες τις λεπτομέρειες στον Ιωσήφ και την Μαρία όλα όσα είδαν και άκουσαν από τους αγγέλους. Η Μαριάμ και ο Ιωσήφ άκουγαν έκπληκτοι όλα αυτά που τους έλεγαν οι τσοπάνηδες και τα φύλαγαν βαθιά μέσα στην καρδιά τους.  

Τα μικρά τσοπανόπουλα εντωμεταξύ που είχαν έρθει μαζί τους, έτρεξαν όλα να δουν από κοντά το μωρό που ήταν μέσα στη φάτνη και έλαμπε ολόκληρο από φως, ώστε δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν.  

Το ίδιο όμως και οι τσοπάνισσες, έμειναν έκθαμβες από αυτό που έβλεπαν και ήθελαν να σηκώσουν στην αγκαλιά τους το μικρό αυτό πανέμορφο βρέφος, που τους κοιτούσε γλυκά και τους χαμογελούσε.  

Με ικετευτικό τρόπο ζήτησαν από την Μαριάμ, την άδεια για να το πάρουν στην αγκαλιά τους. Κι όταν η Μαριάμ τους το επέτρεψε, εκείνες το πήραν με πολλή χαρά στα χέρια τους για να το σφίξουν στη μητρική τους αγκαλιά με πολλή αγάπη και στοργή και να το γεμίσουν με φιλιά. 

Πρώτη φορά έβλεπαν οι άγγελοι του Θεού ένα τόσο μεγάλο διπλό θαύμα. Το πρώτο θαύμα ήταν που ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός, ένα με τον Θεό Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν ένα απλό θαύμα, αλλά το θαύμα των θαυμάτων.

Το δεύτερο θαύμα ήταν εξίσου τόσο πολύ μεγάλο, που προκάλεσε την έκπληξη των αγγέλων. Ο παντοδύναμος Θεός που αγκαλιάζει με τόση αγάπη και στοργή όλο τον κόσμο, τώρα μέσα από τον Υιό Του, το μικρό Βρέφος της Βηθλεέμ, μπαίνει στην αγκαλιά τόσων ανθρώπων και παίρνει την δική τους ανθρώπινη αγάπη, λατρεία, στοργή και τρυφερότητα!

Ποτέ οι αγγελικές τους υπάρξεις δεν είχαν αυτό το προνόμιο. Ωστόσο το προνόμιο αυτό το επεφύλαξε ο Θεός μόνο για όλους εκείνους τους ανθρώπους, που με την απλοϊκή πίστη και εμπιστοσύνη ενός παιδιού θα τον αγαπούσαν με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους σαν προσωπικό τους Θεό Πατέρα και θα τηρούσαν τις άγιες εντολές Του!

Για τους αγγέλους ήταν ένα μοναδικό υπερκόσμιο θέαμα να βλέπουν τους τσοπάνηδες, τις τσοπάνισσες, τα μικρά τσοπανόπουλα να παίζουν με τον μικρούλη Ιησού, να τον αγκαλιάζουν να τον φιλούν και εκείνο το πανέμορφο μωρό να τους χαμογελά και να σκορπίζει στις απλοϊκές τους ψυχές ουράνια γαλήνη και χαρά. Όλα τα παιδιά είχαν κάνει ένα κύκλο γύρω από την φάτνη με τον νεογέννητο Χριστό και τον κοιτούσαν με πολλή αγάπη, σαν να ήταν το μικρό τους αδελφάκι, γι’ αυτό και δεν ήθελαν με τίποτα να τον αποχωριστούν.

Αλλά και την Μαριάμ είχαν αγαπήσει όλα τα παιδιά και της έλεγαν πως είναι η πιο γλυκιά μαμά όλου του κόσμου. Χωρίς να το καταλάβουν, μιλούσαν προφητικά για τον σπουδαίο ρόλο που θα έπαιζε η Μαριάμ στη σωτηρία του κόσμου, σαν παγκόσμια Μάνα όλων των ανθρώπων.

Εκείνη πάλι σκορπούσε απλόχερα με πολλή αγάπη και τρυφερότητα τα αγγελικά της χαμόγελα σε όλα τα παιδιά, αλλά και τους μεγάλους που άρχισαν να την αγαπούν πολύ και να την νιώθουν σαν οικογένεια τους.

Η ώρες ωστόσο κοντά στον μικρό Ιησού και την άγια μητέρα του πέρασαν πολύ γρήγορα, που κανείς δεν το κατάλαβε, μέχρι που το πρώτο φως του ήλιου άρχισε να εμφανίζεται και το σκοτάδι της νύχτας να χάνεται. Τότε όλοι οι βοσκοί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους έφυγαν από τη μικρή σπηλιά, δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό για όσα άκουσαν από τους αγγέλους, αλλά και για όσα είδαν με τα μάτια τους στο μικρό στάβλο της Βηθλεέμ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου