Σελίδες

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

11. Η Σαμαρείτισσα

Προς την Σαμάρεια  

Χάρηκαν πολύ οι μαθητές του Ιησού, όταν τους είπε ο Δάσκαλος τους ότι θα πάνε στη Γαλιλαία. Ήταν η χώρα τους και την αγαπούσαν πολύ. Όλοι σχεδόν οι πρώτοι μαθητές του Ιησού ήταν από την Γαλιλαία.

Η Γαλιλαία την εποχή του Χριστού ήταν μια πολύ όμορφη χώρα. Οι πεδιάδες και τα βουνά της ήταν γεμάτα από καστανιές και στα περιβόλια της οι ροδιές, οι μηλιές, οι συκιές, οι πορτοκαλιές, οι αμυγδαλιές και τα αμπέλια είχαν φτιάξει έναν πανέμορφο πολύχρωμο πίνακα από τα πολύτιμα αυτά δέντρα.

Παντού κυλούσαν νερά και πλάι στα ποταμάκια πανύψηλα πλατάνια χάριζαν σκιά και ξεκούραση στους διαβάτες. Όταν έφευγαν τα κρύα του χειμώνα και ερχόταν η Άνοιξη, όλοι οι αγροί και οι κάμποι στολίζονταν από πλήθος πολύχρωμα ευωδιαστά αγριολούλουδα. Ήταν σωστός παράδεισος η χώρα της Γαλιλαίας.

Σαν τη χώρα τους, όμως, ήταν και οι χαρακτήρες των ανθρώπων που κατοικούσαν στη Γαλιλαία. Ήταν απλοϊκοί στην καρδιά, ευγενικοί στον χαρακτήρα, ειλικρινείς, ήρεμοι, χαρούμενοι στη συμπεριφορά τους και πολύ φιλόξενοι άνθρωποι. 

Πώς λοιπόν να μη χαρούν οι μαθητές του Χριστού, όταν άκουσαν τον δάσκαλο τους να τους λέει ότι θα πάνε στην Γαλιλαία! Το μόνο ίσως πρόβλημα ήταν ο μακρύς δρόμος που έπρεπε να διασχίσουν. 

Δυο δρόμοι υπήρχαν, για να πάει κανείς από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ο ένας, που ήταν και ο πιο σύντομος, περνούσε μέσα από τη χώρα της Σαμάρειας. Όμως κανένας Ιουδαίος ή Γαλιλαίος δεν έπαιρνε ποτέ αυτόν τον δρόμο. Προτιμούσαν έναν άλλο δρόμο, που ήταν πολύ πιο μακρινός. Αυτός περνούσε πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό, μακριά από τη χώρα της Σαμάρειας, και μέσα από την περιοχή της Περαίας. Γιατί όμως γινόταν αυτό; Ποιος σοβαρός λόγος τους έκανε να αποφεύγουν όλοι τον σύντομο αυτό δρόμο μέσω της Σαμάρειας;

Ο βασικός λόγος που δεν χώνευαν τους Σαμαρείτες οι υπόλοιπες φυλές των Εβραίων ήταν ότι δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Ισραηλίτες. 

Πολλά χρόνια μετά την αιχμαλωσία των Εβραίων στην Βαβυλώνα, όταν δόθηκε άδεια σε πολλούς Εβραίους να επιστρέψουν στον τόπο τους, κάποιοι απ’ αυτούς, κυρίως Χουθαίοι, ήρθαν να εγκατασταθούν στην ερημωμένη χώρα της Σαμάρειας και ανακατώθηκαν με τους λιγοστούς ντόπιους που ζούσαν ακόμα εκεί.

Αποκομμένοι τόσα χρόνια από την πατρίδα τους, κατά την μακροχρόνια παραμονή τους στην ειδωλατρική χώρα της Βαβυλώνας, η πίστη τους αλλά και κάποιες άλλες θρησκευτικές συνήθειες που είχαν αλλοιώθηκαν, με αποτέλεσμα να διαφέρουν από τους υπόλοιπους Ιουδαίους. Σαν ιερά βιβλία της θρησκείας τους δεν δεχόντουσαν όλα τα ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά μόνο την Πεντάτευχο, δηλαδή τα πέντε βιβλία που έγραψε ο Μωυσής.

Αυτό εξόργισε τόσο πολύ τους πιστούς Εβραίους, που άρχισαν στην αρχή να τους περιφρονούν και μετά να τους μισούν. Δεν τους θεωρούσαν πλέον σαν αληθινούς Εβραίους, ομόφυλους και ομόθρησκους τους.

Τους περιφρονούσαν τόσο πολύ, που όταν ήθελαν να βρίσουν κάποιον τον έλεγαν Σαμαρείτη. Και αυτό ήταν πολύ μεγάλη βρισιά. Τους θεωρούσαν μολυσμένους και καταραμένους από τον Θεό, που θα μπορούσαν να μολύνουν τον καθένα που είχε σχέση μαζί τους.

Έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι, εάν κάποιος μιλούσε μαζί τους ή ακόμα και να έπινε νερό από τα χέρια τους, έπρεπε πρώτα να καθαριστεί με νηστείες και προσευχές και μετά να επιστρέψει πίσω στους άλλους Ιουδαίους.

Ένα άλλο γεγονός που μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ το μίσος μεταξύ Εβραίων και Σαμαρειτών ήταν και το παρακάτω.

Όταν οι Ιουδαίοι επέστρεψαν από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, αποφάσισαν να κτίσουν ξανά τον Ναό της Ιερουσαλήμ, που είχαν καταστρέψει πριν πολλά χρόνια οι Βαβυλώνιοι. Τότε προσφέρθηκαν να βοηθήσουν σ’ αυτόν και οι Σαμαρείτες. Οι Εβραίοι όμως αρνήθηκαν με περιφρόνηση και φθόνο την προσφορά τους αυτή, αλλά και κάθε θρησκευτικό  δικαίωμα τους να επισκέπτονται το Ναό της Ιερουσαλήμ και να προσεύχονται σ’ αυτόν. 

Έτσι, όταν αργότερα ο Μέγας Αλέξανδρος ξεκίνησε την κατάκτηση της Ασίας και έφθασε στην Παλαιστίνη, πήγαν σ’ αυτόν οι Σαμαρείτες και του ζήτησαν να τους επιτρέψει να κτίσουν και αυτοί έναν δικό τους ναό στο βουνό Γαριζίν, για να προσεύχονται στο Θεό. Ο Μέγας Αλέξανδρος τους έδωσε την άδεια και οι Σαμαρείτες έκτισαν δικό τους Ναό. 

  Η πράξη αυτή θεωρήθηκε από όλους τους υπόλοιπους Εβραίους σαν η μεγαλύτερη ιεροσυλία, επειδή γι’ αυτούς μόνο σε ένα Ναό κατοικεί ο Θεός, το  Ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ.

Το ναό των Σαμαρειτών στο όρος Γαριζίν τον κατάστρεψε αργότερα ένας Ιουδαίος βασιλιάς από το γένος των Μακκαβαίων.

Όλα αυτά τα γεγονότα μεγάλωσαν τόσο πολύ το φθόνο, το μίσος και την έχθρα ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες, που όταν οι Ιουδαίοι και οι Γαλιλαίοι ήθελαν να ταξιδέψουν οι μεν στους δε, απέφευγαν να περάσουν μέσα από την Σαμάρεια, έστω και αν ο δρόμος αυτός ήταν ο πιο σύντομος δρόμος.  

Ο Ιησούς, ωστόσο, αποφάσισε να πάει στη Γαλιλαία περνώντας μέσα από την Σαμάρεια. Την ευγενική και ευσπλαχνική καρδιά του δεν την επηρέαζαν καθόλου οι μικρόψυχες και γεμάτο ζήλεια και φθόνο καρδιές των συμπατριωτών του Εβραίων.

Αυτός ήταν η Αγάπη, η απόλυτη αγάπη και έπρεπε οι μαθητές του να μάθουν να ζουν με αγάπη, την δική του θεϊκή αγάπη, για να μπορούν να την διδάξουν αργότερα και στους άλλους ανθρώπους.  

Η καλοσύνη είναι η μελωδία της  θεϊκής αγάπης και η ευσπλαχνία, το άρωμα της.

Καλοσύνη και ευσπλαχνία ήρθε να φέρει από τον ουρανό ο Υιός του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, ώστε όσοι τον πιστέψουν και τον ακολουθήσουν να μοιάσουν με τον Ουράνιο τους Πατέρα, που αγαπά χωρίς διάκριση όλους τους ανθρώπους, γιατί είναι δικά του πλάσματα.

Η απορία και ο προβληματισμός των μαθητών, στην επιλογή του Ιησού να πάνε στη Γαλιλαία μέσα από την Σαμάρεια, δεν κράτησε παραπάνω από πολύ λίγα λεπτά.

Η γεμάτη αγάπη καρδιά του Ιησού, που αποτυπώθηκε εκείνη τη στιγμή με πολλή στοργή και τρυφερότητα στο θεϊκό του πρόσωπο, διέλυσε αμέσως όλες τις δικές τους μικρόψυχες αμφιβολίες.

Έτσι, χαρούμενοι, ξεκίνησαν όλοι μαζί  για το πρώτο μεγάλο όμορφο ταξίδι, όπου ο Θεός θα αποκάλυπτε μέσα από τον αγαπημένο του Γιο Ιησού, πόσο πολύ μας αγαπά όλους, φίλους και εχθρούς, γνωστούς και ξένους, αφού όλοι είμαστε τα δικά Του παιδιά.

Το ταξίδι γινόταν συνήθως ή με τα πόδια, πεζή, ή με τα γαϊδουράκια. Ο Ιησούς και οι μαθητές του προτιμούσαν να ταξιδεύουν πεζή.

Το ταξίδι, αν και κουραστικό, ήταν ευχάριστο, γιατί είχαν μαζί τους οι μαθητές τον πιο αγαπημένο φίλο, δάσκαλο και αδελφό τους. Έτσι ένιωθαν τον Ιησού οι μαθητές του. 

Ήταν πια μεσημέρι όταν έφθασαν στη Σιχάρ, μια πόλη της Σαμάρειας. Στα παλιά τα χρόνια η Σιχάρ είχε μεγάλη δόξα, γιατί ήταν η μεγάλη και πλούσια πρωτεύουσα της. Τώρα, αν και είχε απομείνει μικρή, δεν έπαυε ωστόσο να είναι μια σημαντική πόλη της Σαμάρειας.

Ήθελαν ακόμα περίπου μισή ώρα δρόμο, για να φτάσουν στην πόλη, όταν συνάντησαν το περίφημο πηγάδι του Ιακώβ. Ήταν το πηγάδι που είχε φτιάξει ο προπάτορας τους Ιακώβ μέσα στο χωράφι του, για να ξεδιψούν αυτός, τα παιδιά του και οι τσοπάνηδες με τα ζώα τους, που έβοσκαν στις τριγύρω πεδιάδες. Το χωράφι αυτό μαζί με το πηγάδι το είχε χαρίσει ο Ιακώβ στον αγαπημένο του γιο Ιωσήφ. 

Στο πεζούλι του πηγαδιού αυτού ήρθε ο Ιησούς να καθίσει λίγο, για να ξεκουραστεί από τη μεγάλη οδοιπορία. Ο ανοιξιάτικος ήλιος, που καίει σ’ αυτά τα μέρη το μεσημέρι, κάνει την οδοιπορία ακόμα πιο κουραστική.

Πριν λοιπόν συνεχίσουν το δρόμο τους, άφησαν οι μαθητές τον Ιησού εκεί στο πηγάδι, κάτω από τον βαθύ ίσκιο ενός πελώριου δέντρου, και αυτοί πήγαν μέχρι την πόλη για να αγοράσουν κάτι να φάνε.  

Ο Ιησούς απολάμβανε την ομορφιά του τοπίου με τα ανοιξιάτικα λουλούδια να στολίζουν όλη την τριγύρω όμορφη πεδιάδα και τα ατέλειωτα τιτιβίσματα των πουλιών να  έχουν στήσει ολόκληρη μουσική συναυλία με τα κελαηδήματα τους.

Απέναντι, υψωνόταν περήφανο το ιερό βουνό των Σαμαρειτών, το Γαριζίν, με τα ερείπια του ναού του. Οι Σαμαρείτες εξακολουθούσαν να θεωρούν το βουνό αυτό άγιο μέρος, παρά την καταστροφή του ναού,  γι’ αυτό και ερχόντουσαν εδώ, πάνω από τα απομεινάρια του ναού, για να προσευχηθούν. 

Εκείνο, πάλι, προσπαθούσε να μιλήσει και να διηγηθεί σε όλους τους ανθρώπους πόσο ολέθρια μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μιας λανθασμένης αντίληψης γύρω από τον Θεό και το αληθινό θέλημα του!

Μπορεί οι άνθρωποι να χωρίζονται σε φίλους και εχθρούς, και να φτιάχνουν σύνορα στις χώρες τους για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους, όμως η γη με τα λουλούδια και τις υπέροχες ομορφιές της και ο ουρανός με τα λαμπερά αστέρια του και το πλήθος των πουλιών να πετούν ξέγνοιαστα και να τραγουδούν με τα τιτιβίσματα τους δεν έχουν σύνορα, γιατί η φύση και ο ουρανός είναι ένα για όλα τα δημιουργήματα του Θεού.

Έτσι ήθελε ο Θεός να είναι και η γη για όλα τα παιδιά του. Να είναι ένας επίγειος παράδεισος, όπου θα μπορούσαν όλοι να ζουν με ομόνοια και αγάπη, χωρίς μίση, φθόνους, έχθρες και κακίες.    

 

Ουράνιες αναμνήσεις

Καθισμένος στο πεζούλι του πηγαδιού ο Ιησούς, σκεπτόταν νοερά τον Ουράνιο του Πατέρα και το Ουράνιο Βασίλειο με τους αναρίθμητους αγγέλους.

Δυο βασίλεια έφτιαξε ο Θεός, ένα Ουράνιο και ένα επίγειο. Το πρώτο ήταν αιώνιο, δηλαδή δεν τελειώνει ποτέ, ενώ το δεύτερο ήταν προσωρινό και θα διαρκούσε μόνο κάποιο χρονικό διάστημα. 

Το Ουράνιο Βασίλειο είναι και ο πραγματικός Παράδεισος. Μέσα σ’ αυτό μόνο ο Θεός και η αγάπη του βασιλεύουν παντού, ενώ το Φως του αγίου Πνεύματος πλημμυρίζει τα πάντα και σαν φωτεινές ηλιαχτίδες απλώνει παντού τη χαρά, την ειρήνη και την ευτυχία.

Στο Ουράνιο αυτό Βασίλειο κατοικούν τώρα μόνο οι άγγελοι. Όμως, ο Θεός δεν το έφτιαξε μόνο γι’ αυτούς. Το έφτιαξε και για τα αγαπημένα του παιδιά, το πιο τέλειο δημιούργημα του, τον άνθρωπο.

Ωστόσο, όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο δεν τον έβαλε αμέσως εκεί. Ήθελε πρώτα να τον δοκιμάσει κάπου αλλού πριν του χαρίσει το μεγάλο αυτό δώρο.

Έτσι, όταν ο Θεός έφτιαξε όλη την υπέροχη υλική δημιουργία με τον ουρανό και τη γη, διάλεξε ένα πανέμορφο μέρος πάνω στη γη, ένα μικρό φανταστικό παράδεισο, και έβαλε τον άνθρωπο να κατοικήσει εκεί.

Το μόνο που του ζήτησε ήταν να συμπεριφέρεται απέναντι στο Θεό Πατέρα του με εγκάρδια αγάπη, με απόλυτη εμπιστοσύνη και με παιδική υπακοή στις θεϊκές του εντολές.

Με την εγκάρδια ειλικρινή αγάπη, θα ζούσε ο ίδιος ο Θεός μέσα στην καρδιά του και  θα γινόταν αυτή ο ένδοξος θρόνος του Θεού Πατέρα του.   

Με την απόλυτη εμπιστοσύνη στον Δημιουργό του θα ομολογούσε ότι ο Θεός είναι ο μοναδικός Πατέρας της ψυχής του, στον οποίο εμπιστεύεται την ανθρώπινη ύπαρξη του.  

Με την απόλυτη, όμως, υπακοή στο άγιο θέλημα του Θεού, θα αποδείκνυε την σταθερή του απόφαση να παραμείνει ένα μικρό παιδί στα χέρια του πιο υπέροχου Θεού Πατέρα.  

Με αυτά τα τρία ο Θεός δοξάζεται από τα παιδιά του και το άγιο Όνομα του γίνεται άρωμα και μελωδία στη ζωή των παιδιών του. Έτσι γίνεται πράξη το «αγιασθήτω το όνομα σου», που λέμε στην προσευχή του «Πάτερ ημών».

Στις σκέψεις αυτές δυο δάκρυα πόνου κύλισαν από τα μάτια του Ιησού και μια προσευχή στον Θεό Πατέρα του ψέλλισαν τα χείλη του:

«Ω, γλυκέ μου Ουράνιε Πατέρα, πόσο λίγα είναι τα παιδιά εκείνα που θέλουν να ζήσουν όπως θέλεις Εσύ! Πόσα αλήθεια ξέφυγαν από την αλήθεια και παρασύρθηκαν από το ψέμα και το λάθος που έβαλε ο Εωσφόρος στην καρδιά τους! Διάλεξαν το μίσος, τον φθόνο και την έχθρα και χάθηκαν στα μονοπάτια της κακίας.

Ξέχασαν αυτά που τους είπαμε τότε, όταν τους δημιουργήσαμε σαν ένας Θεός, Εσύ, Εγώ και το Άγιο Πνεύμα, και φυσήξαμε στο χωματένιο σώμα τους την θεϊκή μας Πνοή και τους χαρίσαμε την αθάνατη ψυχή.

Αντί να ζουν με αγάπη, εμπιστοσύνη και υπακοή στο θέλημα του Δημιουργού τους, για να μην διώξουν το Άγιο Πνεύμα από την αθάνατη ψυχή τους, διάλεξαν τους δρόμους της κακίας και της αμαρτίας. Πλανεύτηκαν από τα δόλια λόγια του Εωσφόρου που τους υποσχέθηκε ψεύτικες χαρές και τώρα ζουν μέσα στον πόνο, τη θλίψη και την απόγνωση που φέρνει η αμαρτία.

Και τώρα εγώ, Πατέρα μου, λατρεμένε μου Πατέρα, που δεν άντεχα να βλέπουμε τις ψυχές των αγαπημένων μας παιδιών να χάνονται στα σκοτάδια του Άδη , δέχτηκα σαν Υιός Σου αγαπημένος να έρθω στη γη, όχι σαν Θεός που είμαι, αλλά σαν άνθρωπος όμοιος με αυτούς, για να τους δείξω τι πρέπει να κάνουν, ώστε να επιστρέψουν ξανά πίσω στην πραγματική ευτυχία του Παραδείσου, στη στοργική θεϊκή αγκαλιά του Θεού Πατέρα τους». 

 

Η Σαμαρείτισσα

Τέτοιες αναμνήσεις περνούσαν μέσα από το νου του γλυκύ και ευσπλαχνικού Υιού του Θεού, του Ιησού, όταν ένας απαλός θόρυβος τον έκανε να γυρίσει για να δει από που προερχόταν.

Μια νεαρή κοπέλα με ένα σταμνί στον ώμο ερχόταν προς το πηγάδι για να αντλήσει νερό. Μπορεί την κοπέλα να μην την φόβισε η παρουσία του ξένου επισκέπτη που καθόταν στο πεζούλι του πηγαδιού, ωστόσο δεν αποκλείεται να την προβλημάτισε η καταγωγή του ανθρώπου αυτού, αφού τα ρούχα του έδειχναν ότι μάλλον δεν ήταν Σαμαρείτης.

Μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει πίσω στο σπίτι της και να έρθει μόνη της κάποια άλλη στιγμή για να βγάλει νερό από το πηγάδι. Μα ήταν δυνατή και θαρραλέα τούτη η κοπέλα και δεν ήθελε με τίποτα να αφήσει τους φόβους της να νικήσουν την τόλμη και την αποφασιστικότητα της. 

Έτσι, έστω και με προσποιητό θάρρος, πλησίασε το πηγάδι για να ρίξει τον κουβά μέσα στο νερό, ρίχνοντας ταυτόχρονα πλάγιες ερευνητικές ματιές προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργεια της και να μαντέψει την προέλευση του παράξενου επισκέπτη.

Δεν πρόλαβε όμως να ρίξει τον κουβά μέσα στο πηγάδι, όταν η απαλή σαν μητρικό χάδι φωνή του επισκέπτη την παρακαλούσε, να του δώσει και εκείνου να πιεί λίγο νερό.

Τότε η περιέργεια της έγινε θάρρος και με τόλμη του λέει:

 -Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να μου ζητήσεις να πιείς νερό; Από τα ρούχα σου, αλλά τώρα και από τη φωνή σου, καταλαβαίνω ότι πρέπει να είσαι Ιουδαίος.

Ο Ιησούς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, δείχνοντας έτσι ότι σωστά μάντεψε η γυναίκα. Τότε αυτή, με περισσότερο θάρρος αλλά και απορία, τον ρωτά:

-Καλά, δεν ξέρεις ότι εμείς οι Σαμαρείτες δεν έχουμε καμιά σχέση με εσάς τους Ιουδαίους, αφού είμαστε εχθροί; Πώς τολμάς λοιπόν να μου ζητάς να σου δώσω εγώ να πιείς από τα χέρια μου νερό;

Ο Ιησούς την κοίταξε τότε κατάματα με εκείνο το γεμάτο ειρήνη και πατρική αγάπη βλέμμα, που ήξερε να μπαίνει με πολλή τρυφερότητα και μητρική στοργή βαθιά μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και να τις γαληνεύει.  

Εκείνη πρώτη φορά ένιωθε να την κοιτά κάποιος με τόση αληθινή, ειλικρινή και αθώα αγάπη. Μια αγάπη που φώτιζε την καρδιά της, γαλήνευε την ψυχή της, γέμιζε με χαρά την ύπαρξη της και έδινε ελπίδα και ζωή στα πιο όμορφα όνειρα της!

Με μια ανεξήγητη λαχτάρα να τον εμπιστευθεί, ήρθε πιο κοντά του και χωρίς ντροπή, αλλά με παιδικό θάρρος και λίγο γυναικείο θράσος τον ρωτάει:

-Κύριε, ποιος αληθινά είστε, ώστε με τόσο θάρρος να ζητάτε από  μένα, μια Σαμαρείτιδα, να σας δώσω να πιείτε νερό, όταν και μόνος σας θα μπορούσατε να ρίξετε έναν κουβά στο πηγάδι και να αντλήσετε νερό; 

Ο Ιησούς της είπε:

-Εάν ήξερες, γυναίκα, το μεγάλο δώρο που σου κάνει ο Θεός και ποιος είναι αυτός που σου ζητά τώρα να πιει νερό από σένα, εσύ θα του ζητούσες να σου δώσει από το δικό του «ζωντανό νερό» να πιείς, για να μην διψάσεις ποτέ ξανά.

Τα αινιγματικά αυτά λόγια του Ιησού, που με τόση γαλήνη και σιγουριά της έλεγε, προκάλεσαν πλήθος ερωτηματικά και απορίες μέσα στη ψυχή της και αναρωτήθηκε: «Για ποιο ζωντανό νερό μου μιλάει αυτός ο ξένος»;

Γύρισε το βλέμμα της δεξιά και αριστερά, για να δει μήπως υπήρχε κανένας δικός του κουβάς για να βγάλει νερό, μα δεν είδε πουθενά τίποτα. Έτσι με φανερή απορία, αλλά και με μια μικρή δόση ειρωνείας, του λέει:  

-Κύριε, δεν βλέπω να έχεις πουθενά άντλημα και το πηγάδι είναι τόσο βαθύ, που δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα μπορέσεις να βγάλεις νερό. Πώς λοιπόν θα μου δώσεις να πιώ από το δικό σου νερό, που λες ότι είναι ανώτερο και από αυτό που μας έδωσε ο προπάτορας μας Ιακώβ; Μήπως είσαι εσύ μεγαλύτερος από εκείνον που έφτιαξε αυτό το πηγάδι και ήπιε ο ίδιος, τα παιδιά του και τα ζώα του;    

Ο πατριάρχης Ιακώβ ήταν το καύχημα των Σαμαρειτών, γι’ αυτό και τον αποκαλούσαν πατέρα τους, ενώ οι ίδιοι καυχιόντουσαν για τον εαυτόν τους και έλεγαν ότι είναι παιδιά του Ιακώβ.

Η γυναίκα δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί ότι αυτός που της μιλούσε εκείνη τη στιγμή ήταν πράγματι ανώτερος από τον προπάτορα της τον Ιακώβ, γιατί ήταν ο ίδιος ο προαιώνιος Υιός του Θεού, που τώρα ήταν μπροστά της με ανθρώπινη μορφή, για να της δώσει το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να δώσει ο Θεός σε έναν άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα!

Το ζωντανό νερό, για το οποίο της έλεγε πως θα της έδινε, αν εκείνη το ήθελε πολύ και του το ζητούσε, δεν ήταν τίποτα άλλο από το Άγιο Πνεύμα, μέσω του οποίου ο άνθρωπος γίνεται ένα με τον Θεό του, όπως το νερό με το κρασί, και ζει ο Θεός μέσα σ΄ αυτόν και ο άνθρωπος μέσα στο Θεό.

-Γυναίκα, της λέει ο Ιησούς, όποιος πιει από το δικό σου νερό πάλι θα ξαναδιψάσει, όποιος πιει όμως νερό από αυτό που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει ποτέ ξανά. Το νερό, που εγώ θα σου δώσω, θα γίνει μέσα σου πηγή, που θα αναβλύζει συνέχεια και θα σου χαρίσει αιώνια ζωή!

Η Σαμαρείτιδα χωρίς να αντιλαμβάνεται το βάθος των μυστηρίων που της αποκάλυπτε ο Ιησούς, αλλά με μια δυνατή εσωτερική πίστη ότι ο άνθρωπος αυτός που της μιλούσε δεν ήταν τυχαίος, αλλά της έλεγε πράγματι την αλήθεια, γονατίζει μπροστά του και του λέει:

-Κύριε, δώσε μου, σε παρακαλώ από το δικό σου νερό να πιώ, για να μη διψάσω ποτέ ξανά και να μην έρχομαι εδώ να αντλώ νερό.

Ο Ιησούς χαμογέλασε στην αφελή παράκληση της νεαρής κοπέλας, που σίγουρα δεν κατάλαβε τι της έλεγε, αλλ’ όμως ήταν απλή και δεκτική στο να ακούσει και να πιστέψει το κήρυγμα του. Έτσι με απλή μητρική μέθοδο ξεκίνησε την πνευματική θεραπεία του παιδιού του.

-Θα σου δώσω από το δικό μου ζωντανό νερό να πιείς, πήγαινε όμως πρώτα να φωνάξεις τον άντρα σου και μετά έλα να σου δώσω.

Εκείνη του αποκρίθηκε:

-Δεν έχω άντρα.

-Σωστά είπες, ότι δεν έχεις άντρα. Γιατί πέντε άντρες έχεις πάρει μέχρι τώρα και αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος άντρας σου.

Τα λόγια αυτά του Ιησού που αποκάλυπταν τα κρυφά της αμαρτήματα, συγκλόνισαν την κοπέλα, που ένιωθε τώρα ότι αυτός που της μιλούσε ήταν άνθρωπος του Θεού και ήξερε όλα τα μυστικά της. Μόλις συνήλθε από την πρώτη ταραχή, που την τρόμαξε πολύ, ένας απέραντος σεβασμός και εμπιστοσύνη απλώθηκε μέσα στη ψυχή της γι’ αυτόν.  

Με γνήσια λοιπόν ειλικρίνεια, του λέει:

-Κύριε, βλέπω ότι είσαι προφήτης και άνθρωπος του Θεού. Πες μου γι’ αυτό που μας βασανίζει εμάς τους Σαμαρείτες και μας κάνει εχθρούς με εσάς τους Ιουδαίους. Πού είναι πιο σωστά να προσευχόμαστε στον άγιο Θεό μας; Οι πατέρες μας τον προσκυνούσαν σ’ αυτό το ψηλό βουνό, το Γαριζίν, όπου είχαμε και το ναό μας, πριν μας τον καταστρέψουν. Εσείς οι Ιουδαίοι τον λατρεύετε στην Ιερουσαλήμ, στο ναό του Σολομώντος. Ποιό είναι το σωστό;

Μπορεί εκ πρώτης όψεως η ερώτηση της να φαίνεται σαν μια απλή γυναικεία περιέργεια. Όχι όμως και για τον Ιησού, που την είδε σαν μια πολύ σημαντική,  γι’ αυτό και έπρεπε να της απαντήσει. Η ηθική ζωή του κάθε ανθρώπου, αλλά και η γενική συμπεριφορά του κάθε ανθρώπου ποτέ δεν είναι άσχετη με τον τρόπο που αυτός πιστεύει και λατρεύει τον Θεό.   

Μέχρι τώρα όλοι οι άνθρωποι πίστευαν και πιστεύουν, ότι ο Θεός κατοικεί σε έναν υλικό ναό που του κτίζουν οι άνθρωποι και ότι αρκεί να του προσφέρεις κάποιο δώρο, όπως π.χ. μια θυσία ενός ζώου, για να τα έχεις καλά μαζί του. Μια συναλλαγή που δεν διαφέρει και πολύ από μια ανόητη δωροδοκία.

Μάταια φώναζαν  στο διάβα των αιώνων όλοι οι προφήτες, ότι «ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς» και ότι η καλύτερη θυσία στο Θεό είναι το «συντετριμμένο πνεύμα», δηλαδή το ταπεινό πνεύμα, που δεν έχει εγωισμό, φθόνο και μνησικακία, αλλά είναι γεμάτο αγάπη, καλοσύνη και ευγένεια.  

Τώρα όμως η απάντηση του Ιησού στην αγωνιώδη ερώτηση της Σαμαρείτιδας, που ζητά να μάθει πού είναι πιο σωστά να προσεύχεται κανείς, για να τον ακούει ο Θεός, δίνει νέα διάσταση στο νόημα της αληθινής προσευχής.

-Γυναίκα, είπε ο Ιησούς, πίστεψε με, έρχεται καιρός που ούτε σε αυτό το βουνό, αλλά ούτε και στο Ναό της Ιερουσαλήμ θα προσκυνάτε τον Πατέρα. Γρήγορα έρχεται η ώρα, και ήρθε αυτή η ώρα, που οι αληθινοί πιστοί θα προσκυνούν τον Πατέρα όχι πλέον με ψεύτικους εξωτερικούς τύπους, αλλά με πνευματική λατρεία. Ο Θεός είναι Πνεύμα, γι’ αυτό και θέλει αληθινά, με πνευματικό τρόπο να τον πιστεύεις, να τον αγαπάς και να τον προσκυνάς.

Τα βαθυστόχαστα λόγια του Ιησού προκάλεσαν αληθινό πνευματικό σεισμό στο νου και την καρδιά της Σαμαρείτιδας. Τι και αν τα λόγια αυτά ανέτρεπαν όλα όσα μέχρι τώρα ήξερε. Τα λόγια του Ιησού ήταν αληθινά και πάνω από τις προσωπικές και εθνικές ανθρώπινες αδυναμίες, γιατί έδειχναν το σωστό δρόμο που έπρεπε κάποιος να ακολουθήσει, αν ήθελε να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Η ξεκάθαρη διδασκαλία του Ιησού ότι ο Θεός είναι Πνεύμα και με πνευματικό τρόπο θέλει όλοι να τον λατρεύουμε, εχθροί και φίλοι, όπως ήταν οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες, έβαζε ξανά την θρησκεία στη σωστή της βάση.

Την έβγαζε από το θρόνο του μυαλού, που την χρησιμοποιούσαν κάποιοι με πονηριά για να πετύχουν τα δόλια σχέδια τους και την έβαζε ξανά στο κέντρο της ψυχής του ανθρώπου, που είναι η καρδιά.

Ο Θεός ήθελε να τον αγαπούμε όχι μόνο με το μυαλό μας, αλλά με την δυνατή ειλικρινή πίστη μιας καρδιάς που ξέρει ν’ αγαπά αληθινά!

Την υπέροχη αυτή αλήθεια ένιωθε τώρα στη ψυχή της η νεαρή Σαμαρείτιδα! Μήπως και αυτή σε όλη της τη ζωή δεν έψαχνε να βρει την αληθινή αγάπη της καρδιάς, για να νιώσει χαρά, ευτυχία και ασφάλεια!

Την κατηγορούσαν όλοι ότι ήταν πόρνη, μα αυτή δεν μπορούσε να τους πει ότι δεν ήθελε να ζει σαν ανήθικη, αλλά έψαχνε να βρει κάποιον άνδρα που να την αγαπήσει αληθινά και να νιώσει κοντά του ασφάλεια και ευτυχία.

Όλοι όμως, κυρίως οι άνδρες, έριχναν πάντα πάνω στην αδύνατη γυναίκα όλα τα λάθη και τα σφάλματα, γιατί δεν ήθελαν ποτέ να δουν την αλήθεια, ότι και αυτοί είχαν μεγάλο μερίδιο ευθύνης.

Χρησιμοποιούσαν την γυναίκα όπως ήθελαν και την καταδίκαζαν πάλι με ευκολία όποτε ήθελαν, μέχρι και το σημείο να την λιθοβολούν. Ποτέ όμως δεν λιθοβόλησαν κανέναν άνδρα, που εκβίαζε σε αμαρτία μια αδύναμη γυναίκα!   

Τούτος ο προφήτης με το γαλήνιο βλέμμα, αν και ήξερε, αμέσως όταν την είδε, όλα τα λάθη και τις αμαρτίες της, δεν την καταδίκασε και δεν την αποστράφηκε. Απεναντίας ζήτησε να πιει νερό από τα δικά της χέρια.

Ένιωσε στην συμπεριφορά του μια αγάπη απλή και ειλικρινή, άδολη και δυνατή, αληθινή, χωρίς συμφέρον, υποκρισία και πονηριά. Μια αγάπη αληθινή, όπως την αγαπούσαν οι γονείς της. Γι’ αυτό και πρώτη φορά νιώθει στην καρδιά της ασφάλεια και σιγουριά.

«Ποιος να είναι αλήθεια αυτός ο παράξενος προφήτης, μονολόγησε μέσα της, που γέμισε την ψυχή μου με τόση δύναμη, ελπίδα και σιγουριά; Ίσως να ξέρει να μου πει κάτι και για τον Μεσσία που περιμένουμε όλοι».

-Κύριε, ξέρω ότι, όταν θα έρθει ο Μεσσίας, αυτόν που ονομάζουν Χριστό, τότε θα μας τα εξηγήσει όλα αυτά καλύτερα και θα μας οδηγήσει στην πραγματική αλήθεια. Εσύ τί λες;

Ο Ιησούς κοίταξε την Σαμαρείτιδα βαθιά μέσα στην καρδιά και είδε ότι, παρά τα σαρκικά της λάθη για τα οποία την κατηγορούσαν όλοι, ήταν εν τούτοις ένα ευλογημένο ταπεινό παιδί που αναζητούσε με νοσταλγία και ειλικρίνεια την αγάπη και την αλήθεια, για να πετάξει σαν αετόπουλο στις ψηλές βουνοκορφές των αρετών.

-Γυναίκα, της λέει ο Ιησούς, εγώ που σου μιλάω, είμαι ο Μεσσίας!

Ποτέ μέχρι τώρα ο Ιησούς δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν, ούτε στον πρόδρομο Ιωάννη, αλλά ούτε και στους δικούς του μαθητές, τόσο απλά και λιτά την πιο υπέροχη είδηση, ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο σωτήρας και λυτρωτής του κόσμου!

Αυτό που έκρυβε ο Θεός με τόση προσοχή από όλους, από σοφούς και ευσεβείς, το αποκάλυπτε τώρα τόσο απλά και εύκολα σε μια αμαρτωλή ψυχή, που είχε μολυσμένο σώμα αλλά απλή, ταπεινή και παιδική καρδιά.

Ήταν η μόνη που κατάλαβε αμέσως πόσο υπέροχο και ανώτερο είναι να λατρεύεις τον Θεό, όχι με ψεύτικους εξωτερικούς τύπους και μόνο σε συγκεκριμένους τόπους,  αλλά αληθινά και με πνευματικό τρόπο.

Ένιωθε ότι η καρδιά του κάθε ανθρώπου μπορεί να γίνει ο πιο ιερός τόπος της ψυχής, όπου ο κάθε άνθρωπος μπορεί να λατρεύει με αληθινή αγάπη, όχι μόνο τον συνάνθρωπο του αλλά και τον Θεό του.

Τα λόγια του Ιησού την ταξίδευαν στα πιο όμορφα μονοπάτια της καρδιακής αγάπης. Πόσο θα ήθελε και αυτή να αγαπά τον Θεό μέσα στην καρδιά της!

Μήπως αυτό άραγε να εννοούσε ο Ιησούς όταν έλεγε ότι όποιος πιει από το δικό του νερό δεν θα διψάσει ποτέ ξανά; Και αυτή διψούσε πολύ. Διψούσε από νοσταλγία της αληθινής αγάπης! Διψούσε να πάρει αγάπη και να δώσει αγάπη! Την αγάπη αυτή του Θεού ένιωθε τώρα να παίρνει σαν δροσερό νερό μέσα από τα θεϊκά λόγια του Ιησού.

Οι σκέψεις της έτρεχαν γρήγορα μια στην αμαρτωλή ζωή της και μια στον πρωτοφανή θεϊκό έρωτα που άρχιζε να πλημμυρίζει την καρδιά της. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από τόση χαρά και ευτυχία. Δάκρυα μετανοίας, ανάμεικτα με τα δάκρυα της θεϊκής αγάπης έβγαιναν σαν δροσοσταλίδες από τα μάτια της και κυλούσαν απαλά στα μάγουλα της.

Ο Ιησούς χαιρόταν με το μικρό του κοριτσάκι. Το ευλογούσε μυστικά και το προετοίμαζε, ώστε να γίνει ένας δικός του επίγειος άγγελος και απόστολος.

Πιστεύουν οι Σαμαρείτες

Εν τω μεταξύ οι μαθητές, αφού έκαναν τα ψώνια τους και αγόρασαν ό,τι χρειαζόταν για να φάνε αυτοί και ο Ιησούς, επέστρεφαν από την πόλη. Ήδη φαινόντουσαν από μακριά που ερχόντουσαν.

Η Σαμαρείτιδα καθισμένη και αυτή στο πεζούλι του πηγαδιού, σαν μικρό κοριτσάκι δίπλα στον πιο γλυκό πατέρα του κόσμου, ρουφούσε αχόρταγα την θεϊκή του διδασκαλία, την οποία σε λίγο η ίδια, σαν πρώτη ισαπόστολος, θα μετέφερνε στους συμπατριώτες της.

Όταν οι μαθητές έφθασαν στο πηγάδι και είδαν τον Ιησού να μιλά με μια γυναίκα και μάλιστα Σαμαρείτισσα παραξενεύτηκαν. Όχι μόνο γιατί ήταν Σαμαρείτισσα, δηλαδή εχθρός των Ιουδαίων, αλλά και γυναίκα.

Οι Εβραίοι δεν θεωρούσαν την γυναίκα ίση με τον άνδρα, αλλά πολύ κατώτερη του, γι’ αυτό και δεν είχαν τα ίδια δικαιώματα. Να φανταστεί κανείς ότι και σύζυγοι αν ήταν δεν επιτρεπόταν να μιλήσουν στην ίδια τους την γυναίκα ή και να την χαιρετήσουν μπροστά σε άλλους. Οι δε  Ραβίνοι, οι θρησκευτικοί δάσκαλοι των Εβραίων, ήταν ακόμα πιο σκληροί και δεν δεχόντουσαν να διδάξουν γυναίκα.

Αυτός ήταν και ο λόγος που απόρησαν οι μαθητές, όταν είδαν τον δάσκαλο τους να μιλά σε μια γυναίκα και μάλιστα Σαμαρείτισσα. Όμως δεν τόλμησαν να τον ρωτήσουν, «γιατί μιλάς σ’ αυτήν» ή «τί της ζητάς».

Η Σαμαρείτισσα πάλι, όταν κατάλαβε ότι ήρθαν οι μαθητές του και σύντομα θα έφευγαν, φοβήθηκε, μήπως δεν προλάβουν να τον γνωρίσουν και οι συμπατριώτες της. Έτσι, σηκώθηκε γρήγορα από το πεζούλι του πηγαδιού όπου καθόταν δίπλα στον Ιησού, άφησε τη στάμνα με το νερό εκεί και βιαστικά με γρήγορα βήματα, έτρεξε να φωνάξει και άλλους Σαμαρείτες, για να γνωρίσουν και αυτοί τον Μεσσία.

Οι συγχωριανοί της όταν είδαν τον ενθουσιασμό της και άκουσαν ότι, χωρίς να την ξέρει, της αποκάλυψε όλα όσα είχε κάνει, έτρεξαν από περιέργεια να δουν τον παράξενο προφήτη, που, αν και ήταν Ιουδαίος, όχι μόνο δεν τους αποστράφηκε, αλλά απεναντίας μίλησε και σε μια δική τους γυναίκα, μια Σαμαρείτιδα!

Εν τω μεταξύ οι μαθητές άπλωσαν πρόχειρα πάνω στο πεζούλι του πηγαδιού τα λίγα τρόφιμα που έφεραν και έδωσαν στον Ιησού να φάει.

Από μακριά είχαν φανεί και οι πρώτοι Σαμαρείτες που ερχόντουσαν να δουν αν όντως ο προφήτης, για τον οποίο τους είχε μιλήσει με τόσο πάθος και ενθουσιασμό η συμπατριώτισσα τους, ήταν πράγματι ο Μεσσίας που περίμεναν όλοι.

-Φάε, Κύριε, λίγο φαγητό πριν έρθουν άλλοι εδώ και μετά δεν θα μπορείς, είπαν στον Ιησού οι μαθητές του.

Εκείνος τους κοίταξε στοργικά και τους είπε αινιγματικά:

-Εγώ έχω φαΐ να φάω, που εσείς δεν το γνωρίζετε.

«Μήπως του έφερε κάποιος να φάει;», είπαν μεταξύ τους οι  μαθητές.

Τους άκουσε ο Ιησούς και για να τους βοηθήσει να κατανοήσουν, αφ’ ενός την βαθύτερη έννοια των λόγων του και  αφ’ ετέρου το έργο που ήρθε να κάνει στη γη κατ’ εντολή του Πατέρα του, τους είπε:   

-Τροφή δική μου είναι να κάνω το θέλημα Εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του.

Κοιτώντας δε με πολλή συμπόνια και αγάπη τους Σαμαρείτες που ερχόντουσαν να ακούσουν την διδασκαλία του, είπε στους μαθητές του:

-Σηκώστε τα μάτια σας και δείτε ότι τα χωράφια με τα στάχυα είναι ήδη έτοιμα για θερισμό.  

Ήλθε όμως τώρα και η κατάλληλη στιγμή, για να μάθουν οι μαθητές του και τον δικό τους υπέροχο ρόλο στη σωτηρία όλων εκείνων που θα πίστευαν στη θεϊκή διδασκαλία του Κυρίου τους.

 Ο Ιησούς δεν θέλει να είναι οι μαθητές του απλοί βοηθοί στο έργο του, αλλά κάτι περισσότερο. Τους θέλει συνεργάτες του! Συνεργάτες του Θεού στο μεγάλο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων! Γι’ αυτό, έστω και αινιγματικά, επειδή ακόμα δεν μπορούν να κατανοήσουν οι μαθητές το βαθύ νόημα των λόγων του, τους λέει:    

-Να είστε έτοιμοι για τον θερισμό. Αυτός που θερίζει, παίρνει μισθό και μαζεύει πνευματικό καρπό για την παντοτινή αιώνια ζωή, έτσι που να χαίρονται μαζί και αυτός που σπέρνει και αυτός που θερίζει. Εγώ είμαι ο σπορέας και σεις οι θεριστές. Σας στέλνω να θερίσετε εκείνο για το οποίο εσείς δεν κοπιάσατε. Άλλοι έχουν κοπιάσει σπέρνοντας, και σεις μπήκατε να θερίσετε τον καρπό του κόπου τους.

Σαν διψασμένα ελάφια άκουγαν οι Σαμαρείτες τα λόγια του Ιησού. Αν και ήταν απλοί άνθρωποι οι ίδιοι, κατανοούσαν εύκολα τα λόγια του Ιησού, που με απλό τρόπο και με πολλά παραδείγματα τους έλεγε, πόσο τους αγαπούσε ο Θεός, ώστε να στείλει τον Μεσσία του για να τους βοηθήσει!  

Η ώρα περνούσε γρήγορα και οι Σαμαρείτες, σαγηνευμένοι από τα λόγια του Ιησού, που γέμιζε τις καρδιές τους από τα μεθυστικά αρώματα της αγάπης και της ελπίδας, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να φύγει από κοντά τους. Έτσι τον παρακάλεσαν όλοι να μείνει λίγες μέρες μαζί τους. Ο Ιησούς δέχτηκε την πρόσκληση τους και έμεινε μαζί τους δυο μέρες.  

Πολλοί Σαμαρείτες πίστεψαν στο Χριστό ότι είναι ο αληθινός Μεσσίας και έλεγαν στη γυναίκα που τους φώναξε για να τον γνωρίσουν ότι:

- Δεν πιστεύουμε πια επειδή μας τα είπες, αλλά γιατί εμείς οι ίδιοι τον ακούσαμε και τώρα είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτός είναι πραγματικά ο «Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Με πόσο διαφορετικό τρόπο έβλεπαν τον ερχομό του Μεσσία οι Ιουδαίοι σε σχέση με τους Σαμαρείτες!

Οι Ιουδαίοι περίμεναν τον Μεσσία σαν πολιτικό ηγέτη, που θα τους απάλλασσε από τον βαρύ ζυγό των Ρωμαίων και θα έκανε την Ιουδαία πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο του κόσμου, όπως ήταν μέχρι τώρα η Ρωμαϊκή εξουσία.

Οι Σαμαρείτες, απεναντίας, περίμεναν το Μεσσία όχι μόνο σαν δυνατό ηγέτη που θα τους βοηθούσε να απαλλαγούν από τους εχθρούς τους, αλλά και σαν πνευματικό αρχηγό που θα τους βοηθούσε σωστά να προσκυνούν και να λατρεύουν τον Θεό.

Γι’ αυτό και τα λόγια του Ιησού μπήκαν βαθιά στην καρδιά τους, πίστεψαν ότι αυτός είναι ο Χριστός και τον αποκάλεσαν «Σωτήρα του κόσμου»!   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου