Σαν πίνακας ζωγραφικής έμοιαζε το μικρό χωριό της Ναζαρέτ, έτσι που ήταν κρεμασμένο στις πλαγιές του βουνού, μέσα σε ένα πλήθος από αμπέλια και περιβόλια με συκιές, ροδιές, πορτοκαλιές και άλλα δέντρα.
Τα μικρά
κάτασπρα σπιτάκια της έμοιαζαν σαν πολύτιμα πετράδια ενωμένα σε κολιέ και
έλαμπαν από μακριά σαν φωτάκια στου ήλιου τις αντανακλάσεις. Ήταν χάρμα
οφθαλμών να βλέπεις την Ναζαρέτ από μακριά, γι’ αυτό και δίκαια οι Ιουδαίοι την
φώναζαν «Λαμπάν», δηλαδή «Ασπροχώρι», από την κάτασπρη όψη των σπιτιών της,
αλλά και «Λουλούδι της Γαλιλαίας», από την πολύ της ομορφιά.
Ωστόσο, οι
εβραίοι που κατοικούσαν στη χώρα της
Ιουδαίας, δεν συμπαθούσαν και πολύ την Ναζαρέτ, όπως γενικά και όλη τη χώρα της
Γαλιλαίας, την οποία με περιφρόνηση, και μερικές φορές και με μίσος,
αποκαλούσαν «Γαλιλαία των Εθνών».
Την έλεγαν έτσι γιατί στη Γαλιλαία, επειδή ήταν πλούσια και εύφορη χώρα, είχαν μαζευτεί για να ζήσουν εκεί πολλοί ξένοι ειδωλολάτρες «εθνικοί», όπως Έλληνες και Φοίνικες. Κάποια στιγμή μάλιστα οι εθνικοί, ήταν πιο πολλοί από του Εβραίους κατοίκους. Γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι αποκαλούσαν με πολύ περιφρόνηση την όμορφη και πλούσια αυτή χώρα «Γαλιλαία των Εθνών».
Οι δυο αυτές
χώρες, η Γαλιλαία και η Ιουδαία, ήταν μεταξύ τους πολύ διαφορετικές, όχι μόνο
στη μορφολογία των εδαφών τους αλλά και στη ψυχολογία των κατοίκων τους. Η
Γαλιλαίας καταλάμβανε το βόρειο τμήμα της Παλαιστίνης, ενώ η Ιουδαία το νότιο
τμήμα της. Ανάμεσα στην Ιουδαία και την Γαλιλαία ήταν η χώρα της Σαμάρειας.
Η Ιουδαία σαν
χώρα είχε πολλές ερημιές και πολλά σκληρά άνυδρα τοπία, ωστόσο είχε δόξα πολύ,
γιατί εκτός του ότι ήταν το κέντρο της Εβραϊκού έθνους με την ένδοξη πρωτεύουσα
Ιερουσαλήμ, εκεί ήταν κτισμένος από τον βασιλιά Σολομώντα και ο μοναδικός Ναός
της θρησκείας τους.
Σαν χαρακτήρες
όμως, οι περισσότεροι Ιουδαίοι ήταν στενόμυαλοι και φανατικοί, και έδιναν
μεγάλη σημασία σε εξωτερικούς τύπους και στη σκληρή ερμηνεία των νόμων. Γι’
αυτό και ήταν πάντα πολύ αντιδραστικοί, και καμιά φορά και βίαιοι, σε κάθε νέα
σκέψη που θα μπορούσε να ερμηνεύσει κάτι τελείως διαφορετικά από αυτά που
πίστευαν αυτοί.
Αντίθετα, οι
Γαλιλαίοι ήταν πιο απλοί άνθρωποι. Ήταν ειρηνικοί, φιλόξενοι, ευχάριστοι και πολύ
ανεκτικοί σε κάθε σκέψη και ιδέα που θα τους βοηθούσε να περνούν την ζωή τους
πιο όμορφα και ειρηνικά. Στη διαμόρφωση αυτή του χαρακτήρα τους δεν υπάρχει αμφιβολία
πως συνέβαλαν πολύ και οι μεγάλες φυσικές ομορφιές της πατρίδας τους.
Τα καταπράσινα
βουνά και οι πεδιάδες της ήταν γεμάτα από καστανιές και στα μικρά όμορφα χωριά
της υπήρχαν πλήθος πανέμορφα περιβόλια από αμπέλια, αμυγδαλιές, ροδιές,
πορτοκαλιές και άλλα δέντρα. Πολλά μικρά ποταμάκια πότιζαν την εύφορη γη της,
ενώ στις όχθες τους πανύψηλα πλατάνια χάριζαν πλούσια την δροσιά τους στους περαστικούς
ανθρώπους και στα πουλάκια που κελαηδούσαν διαρκώς.
Ένα τέτοιο
πανέμορφο μέρος ήταν και το μικρό χωριό της Ναζαρέτ, όπου ζούσε απλά και
ταπεινά ένα σεμνό παλικάρι. Η καταγωγή του ήταν από την Βηθλεέμ και από τη
γενιά του Δαβίδ. Τον έλεγαν Ιωσήφ και ήταν μαραγκός.
Έμενε τώρα μόνος
του μαζί με τα παιδιά του, γιατί εδώ και πολύ καιρό είχε πεθάνει η γυναίκα του
και ήταν χήρος. Λίγο πιο πέρα από το σπίτι του είχε το μικρό του μαγαζί, ένα
μαραγκούδικο, για να βγάζει με τον τίμιο αγώνα της δουλειάς του το ψωμί της
οικογένειας του.
Ήταν άνθρωπος
απλός, ήσυχος και ταπεινός, με αληθινή καλοσύνη και ευγένεια, γι’ αυτό και όλοι
τον αγαπούσαν και μιλούσαν γι’ αυτόν με πολύ σεβασμό.
Τον αγαπούσε πολύ
και ο ραβίνος της συναγωγής, γιατί έβλεπε πάνω στον Ιωσήφ μια αληθινή πηγαία
ευσέβεια και αγάπη στο Θεό. Η ευσέβεια του Ιωσήφ δεν περιοριζόταν σε απλούς
εξωτερικούς τύπους, αλλά έβγαινε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του σαν αρωματικό
θυμίαμα αγάπης, πίστης και εμπιστοσύνης στο Θεό.
Ο Ιωσήφ, εκτός
του ότι ήταν σαν άνθρωπος πολύ καλός χαρακτήρας, ήταν και πολύ καλός τεχνίτης σαν
μαραγκός. Δούλευε το ξύλο με πολύ λεπτομέρεια, προσοχή και μεράκι, γι’ αυτό και ήταν γνωστός, εκτός από
τη Ναζαρέτ και τα περίχωρα της, ακόμα πιο μακριά, στην Ιερουσαλήμ.
Η γέννηση
της Βασίλισσας Ουρανού και γης
Τον καιρό εκείνο
ζούσε μέσα στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με άλλες αφιερωμένες στο Θεό κοπέλες και
μια ορφανή κοπέλα, που την έλεγαν Μαρία. Ήταν εκεί από τριών χρόνων, αφότου την
αφιέρωσαν στο Θεό οι γέροντες γονείς της ο Ιωακείμ και η Άννα.
Ο πατέρας της
ο Ιωακείμ ήταν από την γενιά του Δαβίδ και είχε παντρευτεί στην Ναζαρέτ της
Γαλιλαίας την Άννα, μια απλή, ευγενική και πολύ ευσεβή κοπέλα. Και οι δυο τους
αγαπούσαν πολύ τον Θεό και τους ανθρώπους, ιδιαίτερα κάθε φτωχό και ανήμπορο
άνθρωπο, γι’ αυτό και έκαναν κρυφά πολλές καλές πράξεις και ελεημοσύνες.
Την καλή αυτή
συνήθεια της συμπόνιας και της ελεημοσύνης δεν την εγκατέλειψαν ποτέ, ούτε όταν
πήγαν να μείνουν για κάποιο διάστημα στην Ιερουσαλήμ, όπου ο Ιωακείμ είχε ένα
μεγάλο αρχοντικό σπίτι κοντά στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά.
Ωστόσο, αν και
ήταν πλούσιοι και είχαν ότι ήθελαν, μια μεγάλη πίκρα και στεναχώρια πλήγωνε
κάθε λεπτό, κάθε στιγμή τη ζωή τους. Δεν είχαν οι ίδιοι παιδιά, αλλά και δεν
μπορούσαν να κάνουν καθόλου παιδιά, γιατί η Άννα ήταν στείρα. Εκείνη την εποχή
ήταν πολύ μεγάλη ντροπή να μην έχεις παιδιά, γιατί σε θεωρούσαν σαν καταραμένο
από τον Θεό.
Γι’ αυτό και
προσευχόντουσαν κάθε μέρα με δάκρυα στο Θεό να τους λυπηθεί και να τους χαρίσει
ένα παιδί. Τα χρόνια ωστόσο περνούσαν και ήταν και οι δυο τους τώρα πια σε πολύ
μεγάλη ηλικία. Ο Ιωακείμ ήταν ήδη 80 χρονών και η Άννα 70.
Μια μέρα όμως, συνέβη ένα ευχάριστο γεγονός
που πλημμύρισε την καρδιά τους με μεγάλη χαρά. Παρουσιάστηκε ξεχωριστά και
στους δυο ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και τους είπε ότι ο Θεός άκουσε τις προσευχές
τους και ότι θα τους χαρίσει ένα κοριτσάκι.
Δάκρυα χαράς
και ευγνωμοσύνης έτρεξαν από τα γεροντικά μάτια και των δυο τους και υποσχέθηκαν
στο Θεό πως, όταν το παιδί τους μεγαλώσει και γίνει τριών χρόνων, θα το φέρουν
στο Ναό της Ιερουσαλήμ για να του το αφιερώσουν.
Πράγματι, μετά
από λίγο καιρό ένιωσε η Άννα να σκιρτά μέσα στα σπλάχνα της το παιδί που τους
υποσχέθηκε ο Θεός. Πέρασαν 9 μήνες με χαρά, αγωνία και προσμονή, μέχρι που γεννήθηκε
ένα πανέμορφο μωρό, ένα κοριτσάκι, που επρόκειτο να γίνει στο μέλλον η ίδια η
Μάνα του Υιού του Θεού, αλλά και η Μάνα όλου του κόσμου! Κανένας άνθρωπος στη
γη, δεν θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να περιγράψει με λόγια τη χαρά και την
ευτυχία του Ιωακείμ και της Άννας.
Για τρία
χρόνια, μέχρι να αφιερωθεί η Μαρία στο Ναό, η ευλογημένη της μάνα Άννα έζησε πλήθος
εξαίσια θαύματα, που έβλεπε καθημερινά να συμβαίνουν στον ευλογημένο της κοριτσάκι.
Από όλα όμως το πιο συνταρακτικό, που έμεινε ανεξίτηλο στο νου και την καρδιά
της, ήταν αυτό που είδε τη μέρα που την γέννησε.
Μυριάδες άγγελοι
είχαν κατέβει από τον ουρανό, για να δοξολογήσουν τον Θεό για τον ερχομό αυτού
του βρέφους στην γη, αλλά και να το ευλογήσουν με τις δωρεές του Θεού.
Κάθε ένας από
αυτούς, ευλογούσε και ένα διαφορετικό μέλος του σώματος της. Ένας άγγελος ευλόγησε
το στόμα της, για την προσευχητική σιωπή που θα αποκτούσε, αλλά και τα θεϊκά ερωτικά
λόγια που αδιάκοπα θα πρόφεραν τα χείλη της στην μοναδική αγάπη της καρδιάς
της, τον Θεό Πατέρα της.
Ένας άλλος ευλόγησε τα αυτιά της, για να μην
παραβλέψει ποτέ καμιά αγγελική δοξολογία, ώστε και αυτή αγγελικά να δοξάζει και
να υμνολογεί τον Θεό της, αλλά και να ακούει αργότερα κάθε ικεσία και προσευχή
των ανθρώπων και να μεσιτεύει γι’ αυτούς στο ίδιο της το σπλάχνο, τον λατρεμένο
της γιο Ιησού.
Άλλος ευλόγησε
την μύτη της, ώστε μοναδική όσφρηση της να είναι η ευωδία του ίδιου του Θεού.
Άλλος τα μάτια της, ώστε πάντα να κοιτά ψηλά στον ουρανό και να μεσιτεύει
αδιάκοπα για όλο τον κόσμο. Άλλος ευλόγησε το σώμα της, για να μη χάσει ποτέ την
αγγελική του αθωότητα και αγνότητα, αλλά ούτε και χέρι ανθρώπου ποτέ να το
πληγώσει, παρά μόνο την καρδιά της.
Βέβαια τότε
όλα αυτά η ταπεινή καρδιά της Άννας δεν μπορούσε να τα καταλάβει, αλλά ούτε και
να κατανοήσει όλα αυτά τα υπέροχα λόγια που έλεγαν οι άγγελοι στο μονάκριβο της
θησαυρό.
Ένας άγγελος ευλόγησε
την καρδιά της ώστε μητρικά ερωτικά να χτυπά για τον Κύριο και Θεό της, τον
μοναδικό Πατέρα της, αλλά και τον Μονογενή της, ενώ ένας άλλος την ευλόγησε
λέγοντας της να αγαπά μητρικά, με πολύ
πόνο και αγωνία, όλα τα σπλάχνα του Θεού και να ικετεύει πάντα για την σωτηρία
των ψυχών τους.
Ένας άλλος άγγελος
ευλόγησε το νου της, ώστε ποτέ να μη μπορέσει ο σατανάς να τον προσβάλει με
οτιδήποτε κακό και πονηρό, αλλά πάντα να σκέφτεται με θεϊκή ευσπλαχνία, σύνεση,
σοφία, ταπείνωση, σιωπή, και να ζει με ευγένεια ανάμεσα στους ανθρώπους.
Άλλος ευλόγησε
τα δυο της χέρια, που θα κρατούν τον Αμνό του Θεού και θα του προσφέρουν τα
μητρικά ερωτικά της χάδια, ενώ ένας άλλος ευλόγησε τα δυο της στήθη, που με το
γάλα της θα θήλαζε την ίδια την Ζωή, την ίδια την Αγάπη, την ίδια την
Ευσπλαχνία.
Μα αυτά τα
στήθη που θα θήλαζαν τον Μονογενή της, να έκλειναν μητρικά και τον κάθε ένα,
που παιδικά θα της το ζητούσε. Ποτέ όμως χέρι ανθρώπου, εκτός από τα αγγελικά
χεράκια του Γιού της, δεν θα τα άγγιζαν, αφού ο Ουράνιος Πατέρας μας δεν ήθελε
αυτά τα στήθη που θα χρησιμοποιούσε για να θηλάσει ο ίδιος ο Γιος του, να
χάσουν την αγγελική τους αγνότητα, από το χέρι κανενός.
Μόνο η ευχή
του τελευταίου αγγέλου διαπέρασε σαν ρομφαία, σαν κοφτερό μαχαίρι την μητρική
καρδιά της Άννας και την έκανε να πονέσει αφάνταστα.
Την πλησίασε ο
τελευταίος άγγελος, την ευλόγησε και της είπε: «ευλογώ αυτά τα πόδια που θα
βαδίζουν και θα ακολουθούν το θησαυρό
της πάντα, μέχρι και την ώρα που με πολύ πόνο και αβάσταχτη θλίψη θα τον κοιτούν
να θυσιάζεται και να χύνει το αίμα του, για να ξεπλύνει την αμαρτία όλου του
κόσμου».
Αχ, αγγελικό μου
κοριτσάκι, τι λόγια πόνου και αβάσταχτης θλίψης είναι αυτά που ακούω;! Πως θα
τα υπομείνεις όλα αυτά μόνη σου, αφού εγώ σύντομα θα αφήσω αυτό τον κόσμο, για
να βρεθώ στους κόλπους του Θεού μαζί με τον πατέρα μας Αβραάμ;!
Τότε γονάτισε η
Άννα με πολύ πόνο και είπε στον Κύριο και Θεό της: «Θεέ της καρδιάς μου, άκουσα
τόσο ωραία λόγια από τους αγγέλους σου, που ευλόγησαν το κοριτσάκι μου και του
μετέφεραν τις άπειρες σου ευλογίες. Σε ευχαριστώ για όλα αυτά που πλουσιοπάροχα
και με πολλή αγάπη θέλεις να του χαρίσεις. Μα η μητρική μου καρδιά λύγησε στην
μεγάλη θλίψη, που θα πρέπει με δικό σου θέλημα να περάσει ο άγγελος μου. Γι’
αυτό σε ικετεύω, δώσε του την δύναμη που θα χρειαστεί η μητρική καρδούλα του,
όταν θα βλέπει να εκπληρώνεται το άγιο θέλημα Σου. Δεν σου ζητώ να το
αποτρέψεις, αφού αυτό θα ήταν βλασφημία, μα η μητρική μου αγάπη Σε εκλιπαρεί να
στείλεις τους αγγέλους σου όπως τους έστειλες τώρα, έτσι και τότε, να την
περιτριγυρίσουν και να την δυναμώσουν για να αντέξει την μεγάλη αυτή δοκιμασία».
Τότε ένα κύμα
γαλήνης και ειρήνης ήρθε από τον ουρανό, για να γαληνέψει την καρδιά της
ταπεινής Άννας και να πάρει στην αγκαλιά της το αγγελικό της βρέφος, για να το
γεμίσει με τα ζεστά μητρικά της χάδια και φιλιά. Η μικρή Μαριάμ μεγάλωσε κοντά
στους γονείς της σαν πραγματικός επίγειος άγγελος. Όλα πάνω της ήταν άγια και
ευλογημένα.
Ο Ιωακείμ και
η Άννα έμειναν πιστοί στην υπόσχεση που έδωσαν στο Θεό και όταν το μικρό τους
κοριτσάκι έγινε τριών χρονών το έφεραν με συνοδεία και άλλων παρθένων που
κρατούσαν αναμμένες λαμπάδες στο Ναό της Ιερουσαλήμ και το αφιέρωσαν στο Θεό.
Η ημέρα που
την αφιέρωσαν στο Θεό ήταν και η τελευταία μέρα που θα την έβλεπαν οι γονείς
της εδώ στη γη. Ο Ιωακείμ και η Άννα δεν θα την ξανάβλεπαν, παρά μόνο στο
ουράνιο βασίλειο του Θεού Πατέρα.
Η αφιέρωση
της Μαριάμ στο Ναό
Στο Ναό της
Ιερουσαλήμ την υποδέχτηκε με πολλή χαρά ο Αρχιερέας Ζαχαρίας, ο πατέρας του
Προφήτη και Πρόδρομου Ιωάννη, ο οποίος ήταν συγγενής τους και θείος της μικρής
Μαρίας.
Η Άννα, η
μητέρα της, είχε δύο αδελφές, την Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή,
μητέρα της Ελισάβετ. Την Ελισάβετ, την μητέρα του Προδρόμου, είχε παντρευτεί ο
Ζαχαρίας, έτσι ώστε η μικρή Μαρία με την Ελισάβετ να είναι ξαδέλφια.
Η ζωή και η
συμπεριφορά της μικρής Μαρίας μέσα στο Ναό του Θεού ήταν αγία και θαυμαστή. Με
έκπληξη και θαυμασμό παρακολουθούσαν οι ιερείς του Ναού την σεμνή, ταπεινή και
αγία συμπεριφορά της μικρής Μαρίας, που ζούσε σαν άγγελος και μεγάλωνε σαν
άγγελος ανάμεσα τους.
Το άγιο Πνεύμα
σκέπαζε το μικρό αυτό κοριτσάκι του Θεού, στο οποίο όλοι οι ιερείς ένιωθαν ένα
δέος και σεβασμό, γιατί έβλεπαν κατά καιρούς να συμβαίνουν κάποια παράδοξα και
θεϊκά γεγονότα με αυτήν που δεν μπορούσαν εύκολα οι ίδιοι να εξηγήσουν.
Κάποιοι την είδαν
να προσεύχεται ανάμεσα σε αγίους αγγέλους με τόση αγάπη και αφοσίωση στο Θεό,
σαν να μη βρισκόταν καθόλου στη γη! Κάποιοι άλλοι είδαν αγγέλους να την ταΐζουν
με αγγελική τροφή και να την διδάσκουν με αγγελικές διδασκαλίες!
Κάποιες άλλες φορές
πάλι την έβλεπαν να είναι μέσα στα Άγια των Αγίων, σκεπασμένη με το λαμπρό φως του
αγίου Πνεύματος και πλήθος αγγέλους να την περιβάλλουν, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν
πως βρέθηκε εκεί, αφού μόνο ο μέγας Αρχιερέας επιτρεπόταν να μπει μόνο μια φορά
το χρόνο!
Αυτά και άλλα
πολλά είχαν φτιάξει γι’ αυτό το μικρό αγγελικό κορίτσι ένα πέπλο θεϊκού
μυστηρίου, που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει και να ερμηνεύσει. Μόνο πολύ
αργότερα έγινε το μυστήριο αυτό κατανοητό, όταν ή ίδια θα γινόταν πλέον η πάναγνη Μητέρα
του Ιησού! Τώρα, μόνο ένας κρυφός θαυμασμός για την γεμάτη θαύματα ζωή της
γέμιζε τις καρδιές όλων που ζούσαν κοντά της.
Ο χρόνος κυλούσε
γοργά και ήρεμα μέχρι που η Μαρία έγινε 12 χρονών. Τότε όμως, και σύμφωνα με τη
θρησκευτική τους παράδοση, έπρεπε όλες οι παρθένες που συμπλήρωσαν το δωδέκατο
χρόνο της ηλικίας τους και διέμεναν στο Ναό, να φύγουν αναγκαστικά από το Ναό.
Έτσι και η
μικρή Μαρία έπρεπε να φύγει από το Ναό, που έζησε εκεί από τριών χρόνων. Το
πρόβλημα ωστόσο που είχαν τώρα οι ιερείς με την μικρή Μαρία ήταν ότι το μικρό
αυτό κορίτσι ήταν τελείως ορφανό και μόνο στη ζωή, γιατί εδώ και ένα περίπου χρόνο
είχαν πεθάνει και οι δυο γονείς της ο Ιωακείμ και η Άννα. Έτσι, αυτοί τώρα έπρεπε
να αποφασίσουν που θα πήγαινε να μείνει το ορφανό κορίτσι και ποιος θα ήταν
αυτός που θα την προστάτευε.
Ο αρραβώνας
της Μαρίας
Ο Ζαχαρίας,
σαν Αρχιερέας αλλά και θείος της Μαρίας, που είχε την ευθύνη της προστασίας
της, βρέθηκε σε μεγάλο δίλημμα. Όλα αυτά τα χρόνια που έζησε η Μαρία μέσα στο
Ναό έδειχνε ότι το κορίτσι αυτό θα το χρησιμοποιούσε ο Θεός για κάτι πολύ
μεγάλο.
Εξάλλου η
αγγελική αγνότητα και αθωότητα του παιδιού αυτού δεν άφηνε περιθώρια σε κανένα να
σκεφτεί ότι θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν στην τύχη του το ορφανό αυτό κορίτσι.
Δεν μπορούσαν όμως και να το εμπιστευθούν εύκολα και γρήγορα στον
οποιοδήποτε, γιατί όλοι έβλεπαν και καταλάβαιναν ότι ο νους, η καρδιά και η ψυχή
αυτού του παιδιού ήταν όλα παραδομένα στην αγάπη και μόνο στην αγάπη του Θεού
Πατέρα της!
Αν, όμως, πάλι
δεν το πάντρευαν, ποιος θα μπορούσε να προστατέψει το αγγελικό αυτό παιδί, που
το άγιο Πνεύμα σκέπαζε με τόση αγάπη κάθε λεπτό, κάθε στιγμή; Πολλές σκέψεις,
πολλές συζητήσεις, πολύ αγωνία για την τύχη της μικρής Μαρίας.
Με δάκρυα
παρακαλούσε ο γέροντας Ζαχαρίας τον Θεό να του αποκαλύψει τι πρέπει να κάνει.
Αγαπούσε πολύ το παιδί αυτό, που με τόσα δάκρυα και προσευχές γέννησαν οι
στείροι γονείς του σε τόσο μεγάλη ηλικία, και ήθελε πάρα πολύ να το
προστατέψει.
Και ο ίδιος εξάλλου
ζούσε ένα μεγάλο πόνο και στεναχώρια, γιατί και η γυναίκα του η Ελισάβετ δεν
μπορούσε να κάνει παιδιά. Κάθε μέρα παρακαλούσε μαζί με τη γυναίκα του τον Θεό
να τους δώσει ένα παιδί.
Κάθε φορά που
κοιτούσε την Μαρία, την κόρη της στείρας
Άννας, έπαιρνε δύναμη και ελπίδα, ότι μια μέρα θα ακούσει ο Θεός και τις δικές
του προσευχές και θα του χαρίσει ένα παιδί.
Τώρα όμως όλη
του η σκέψη και η προσευχή ήταν πως να προστατέψει το παιδί αυτό. Την κοιτούσε
και βούρκωναν τα μάτια του από αγάπη, στοργή και αγωνία, για το ευλογημένο αυτό
κοριτσάκι.
Μια μέρα λοιπόν,
που προσευχόταν ο Ζαχαρίας γι’ αυτήν, το Πνεύμα του Θεού τον φώτισε και του
υπέδειξε τι πρέπει να κάνει. Όλοι οι ιερείς συμφώνησαν με την πρόταση του
Ζαχαρία και έτσι αποφάσισαν να την αρραβωνιάσουν με τον δίκαιο Ιωσήφ, τον
μαραγκό από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, τον οποίον και οι ίδιοι αγαπούσαν και
εμπιστευόντουσαν.
Σε όλους ήταν
γνωστή εξάλλου η ευσέβεια και η σεμνότητα του Ιωσήφ, γι’ αυτό και όλοι μαζί
συμφώνησαν ότι ήταν ο μόνος κατάλληλος που θα μπορούσε να την πάρει κοντά του
και να την προστατέψει με πολλή αγάπη και στοργή.
Τον ευλογημένο
αυτό άνθρωπο με την παιδική καρδιά είχε επιλέξει ο Θεός να γίνει μνηστήρας της
Μαρίας, φαινομενικά σύζυγος της και κατόπιν θετός πατέρας και προστάτης του
αγαπημένου του Υιού Ιησού.
Ο Ιωσήφ ήταν
χήρος, γιατί η γυναίκα του είχε πεθάνει εδώ και πολύ καιρό. Είχε εφτά μικρά
παιδιά, από τα οποία τα τέσσερα ήταν αγόρια, ο Ιάκωβος, ο Ιωσήφ, ο Σίμων και ο
Ιούδας, και τα τρία κορίτσια, η Εσθήρ, η Μάρθα και η Σαλώμη, που έγινε κατόπιν
σύζυγος του Ζεβεδαίου και μητέρα των αποστόλων Ιάκωβου και Ιωάννη.
Το έργο της μνηστείας
ανέλαβε να ανακοινώσει στον δίκαιο Ιωσήφ, με προτροπή του σεβάσμιου γέροντα
Ζαχαρία, ο σεβαστός του πνευματικός δάσκαλος και ραβίνος της συναγωγής της
Ναζαρέτ.
Ο Ιωσήφ
εξεπλάγη από την πρόταση αυτή να μνηστευθεί την ορφανή Μαρία. Ήταν πιστός στην
αγάπη της νεκρής γυναίκας του, την οποία είχε αγαπήσει πολύ και γι’ αυτό δεν
είχε καμιά σκέψη να ξαναπαντρευτεί.
Στην αρχή δέχτηκε
με κάποιο δισταγμό και έντονους προβληματισμούς την πρόταση γι’ αυτό το γάμο. Ο
ίδιος είχε ακούσει κάποια πράγματα για την κοπέλα αυτή, που του είχε κεντρίσει
το ενδιαφέρον, αλλά ακόμα δεν την είχε δει προσωπικά και δεν ήξερε τίποτα για
τον χαρακτήρα της. Δεν μπορούσε εξάλλου να παραβλέψει και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν πλέον ένα νέο
παλικάρι, αλλά ήταν μεγάλος στην ηλικία.
Ωστόσο, ο
ραβίνος ανέλαβε να τον μεταπείσει και να του εκθέσει όλα όσα έμαθε για την
νεαρή ορφανή κοπέλα από τους ιερείς του Ναού. Η φιλεύσπλαχνη πατρική καρδιά του
Ιωσήφ αντιλήφθηκε αμέσως το πρόβλημα με τη νεαρή κοπέλα και γεννήθηκε μέσα του έντονη
επιθυμία να την γνωρίσει. Για την συνάντηση αυτή θα φρόντιζε ο ίδιος ο ραβίνος.
Στο μικρό
πατρογονικό σπιτάκι της Άννας στη Ναζαρέτ και κάτω από την προστασία του
σεβαστού ραβίνου έγινε η συνάντηση αυτή ανάμεσα στη νεαρή ντροπαλή κοπέλα
Μαριάμ και τον ευγενικό και σεμνό Ιωσήφ.
Η Μαρία, που
μέχρι τώρα μιλούσε μόνο με τον Θεό και τους αγίους αγγέλους στο Ναό, τώρα θα
έπρεπε να μιλήσει με κάποιον άνδρα και να υποταχτεί σε γήινες αποφάσεις και
πράξεις, όπως είναι ένας γάμος.
Ο Ιωσήφ πάλι,
που ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μέσα στον κόσμο και αντιμετώπιζε καθημερινά ένα πλήθος
από προβλήματα της ζωής με όλες τις κακίες και τα λάθη της, βρέθηκε ξαφνικά
αντιμέτωπος με ό,τι πιο αγνό και άγιο μπορούσε ο Θεός να του δείξει μέσα από το
πρόσωπο ενός επίγειου αγγέλου, την Μαρία!
Με έκπληξη και
θαυμασμό κοιτούσε την πνευματική ομορφιά της νεαρής αυτής κοπέλας, που άστραφτε
πάνω στο αγγελικό της πρόσωπο. Συγκινήθηκε πολύ και σκέψεις τρυφερής πατρική
στοργής και αγάπης πλημμύρισαν την ευγενική του ψυχή.
Κατάλαβε αμέσως
γιατί ήθελαν οι ιερείς του Ναού να προστατέψουν το ορφανό αυτό κορίτσι από τη
σκληρότητα και τη βρωμιά του κόσμου, αλλά και γιατί ήθελαν να την αρραβωνιάσουν
με κάποιον που θα μπορούσε να την σεβαστεί και να την προστατέψει.
Ένιωθε εκείνη
τη στιγμή την μεγάλη ευθύνη, που του ανέθετε ο ίδιος ο Θεός, αλλά ταυτόχρονα
και την μεγάλη τιμή που του έδινε, με το να του εμπιστευθεί την προστασία του
ορφανού αυτού παιδιού. Το ευγενικό και πάντα υπάκουο στο Θεό πνεύμα του,
αποδέχτηκε αμέσως και χωρίς καμιά αντίρρηση την απόφαση του Θεού για αυτή τη
μνηστεία.
Ο Ιωσήφ καταλάβαινε
με τη φώτιση του αγίου Πνεύματος ότι ήταν μια σωστή πράξη που είχε ευλογήσει ο
Θεός. Γι’ αυτό και ο ίδιος ήξερε τώρα τι θα κάνει γιατί ήδη είχε πάρει τις δικές
του αποφάσεις. Για τον κόσμο η Μαρία θα ήταν η γυναίκα του, για τον ίδιο όμως,
θα ήταν ένα ακόμα από τα παιδιά του, και μάλιστα το πιο λατρεμένο και το πιο
αξιαγάπητο!
Εξάλλου πως θα
μπορούσε να δει διαφορετικά και με σαρκικές σκέψεις ένα κορίτσι που ο ίδιος ένιωθε
ότι ήταν ένα πάναγνο αθώο παιδί, ένας μικρός επίγειος άγγελος, που από τριών
χρόνων και μετά δεν γεύτηκε και δεν χάρηκε ποτέ την πατρική και μητρική αγάπη!
Από τη στιγμή
εκείνη που την είδε και κατάλαβε τι κορίτσι είναι, την αγάπησε πολύ και την
λάτρεψε σαν δικό του παιδί και μάλιστα σαν το πιο γλυκό παιδί της καρδιάς του!
Ο Ιωσήφ
συμφώνησε να γίνει ο αρραβώνας σύντομα, με όσα ορίζει ο νόμος, για να πάρει στο
ευλογημένο του σπίτι και κάτω από την δική του πλέον πατρική προστασία την ορφανή
Μαρία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου