ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
* * *
Οι πρώτοι μαθητές του Ιησού
Μετά από την έρημο, όπου ο Ιησούς έμεινε μόνος του σαράντα μερόνυχτα πειραζόμενος σαν άνθρωπος από τον Εωσφόρο, γύρισε στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο σατανάς δεν μπόρεσε τελικά να μάθει αν ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας, ή όχι. Αν ήταν ένας ακόμα προφήτης του Θεού ή ο ίδιος ο Υιός του Θεού.
Τον θρόνο του Υιού του Θεού θέλησε κάποτε ν’ αρπάξει ο ίδιος στον ουρανό και να γίνει και αυτός θεός, αλλά τότε εξέπεσε από το ουράνιο βασίλειο και έγινε δαίμονας.
Κατάντησε από πρώτος και πιο λαμπερός Αρχάγγελος του Θεού, σε σκοτεινό και απαίσιο δαίμονα. Μαζί μ’ αυτόν έγιναν και όλοι οι άγγελοι που τον ακολούθησαν σκοτεινοί και τρομακτικοί δαίμονες.
Αν ο Ιησούς λοιπόν ήταν ένας απλός προφήτης, δεν τον απασχολούσε και τόσο. Πολλοί προφήτες ήρθαν και έφυγαν, χωρίς ωστόσο οι άνθρωποι να αλλάξουν προς το καλύτερο από τις συμβουλές και τις προφητείες τους.
Αν, όμως, ήταν ο ίδιος ο Υιός του Θεού, ο μισητός εχθρός του, που ήρθε στη γη σαν Μεσσίας, τότε τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά έως και επικίνδυνα για την δική του εωσφορική δύναμη.
Μέχρι τώρα ο σατανάς είχε αποκτήσει τεράστια δύναμη ανάμεσα στους ανθρώπους, επειδή τους έπειθε ότι μαζί του μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν από λάθη και αμαρτίες που να τους ευχαριστεί, ώστε να περνούν εδώ στη γη καλά με ηδονές και ψεύτικες χαρές.
Αν, όμως, ερχόταν ο Μεσσίας και τους αποκάλυπτε τον σκοτεινό ρόλο που έπαιζε ή τους έδειχνε τον τρόπο πως να τον πολεμούν, τότε, αφ’ ενός η δαιμονική του δύναμη θα βρισκόταν σε κίνδυνο, και αφ’ ετέρου η ίδια η δαιμονική του εξουσία πάνω στους ανθρώπους θα κλονιζόταν.
Επομένως είχε κάθε λόγο ο σατανάς να ανησυχεί και να θέλει να μάθει αν αυτός ο παράξενος νέος προφήτης με την τόση σύνεση και σοφία, ήταν άλλος ένας προφήτης, ή ήταν ο ίδιος ο αναμενόμενος Μεσσίας.
Αν ο Ιησούς ήταν ο αληθινός Μεσσίας, τότε η δική του βασιλεία πλησίαζε ολοταχώς προς το τέλος. Για το λόγο αυτό ο πόλεμος εναντίον του Ιησού, του νέου αυτού παράξενου προφήτη ήταν μονόδρομος.
Ο Εωσφόρος είχε αποφασίσει να πολεμήσει με όλο το σατανικό του οπλοστάσιο τον Ιησού. Η επιτυχία του θα σήμαινε την τελική του δόξα εναντίον του Θεού. Αντίθετα, η αποτυχία του θα σηματοδοτούσε την ολοκληρωτική καταστροφή του από τον Θεό.
Ο Ιησούς, μετά την προσωπική σύγκρουση που είχε στην έρημο με τον σατανά, τον αιώνιο εχθρό του ανθρώπου, θα ξεκινούσε τώρα το μεγάλο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, που του ανέθεσε ο επουράνιος του Πατέρας.
Στο έργο αυτό, ωστόσο, δεν θα ήταν μόνος. Θα είχε βοηθούς και συνεργάτες κάποιους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους που θα τους έκανε μαθητές Του.
Ο Εωσφόρος, για να πετύχει στο σατανικό του έργο χρησιμοποιούσε πλήθος δαιμόνων, για να εξαπατά κάθε άνθρωπο και να τον κάνει υποχείριο του.
Ο Ιησούς με δώδεκα μόνο μαθητές θα κήρυττε σε όλο τον κόσμο την υπέροχη διδασκαλία του Ευαγγελίου Του και θα άλλαζε ριζικά την πνευματική ζωή αναρίθμητων ανθρώπων, που θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν.
Τους μαθητές του δεν θα τους διάλεγε ανάμεσα στους σοφούς και συνετούς της εποχής εκείνης, αλλά ανάμεσα στους πιο απλούς και περιφρονημένους ανθρώπους.
Ο Ιησούς ήθελε πάνω στην απλή και ταπεινή ψυχή τους να ζωγραφίσει ο ίδιος την υπέροχη ευαγγελική διδασκαλία της αληθινής Χριστιανικής ζωής, που ήταν η αγάπη. Μια αγάπη γεμάτη καλοσύνη, ευγένεια, ευσπλαχνία και ειρήνη προς όλους τους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς.
Το Πνεύμα του Θεού θα πλημμύριζε με τα πνευματικά αυτά δώρα τ’ ουρανού όλους τους εραστές της αληθινής χριστιανικής ζωής.
Όταν ο Ιησούς μετά την έρημο ήρθε ξανά στον Ιορδάνη ποταμό, τον είδε από μακριά ο Ιωάννης ο Βαπτιστής μαζί με δύο από τους μαθητές του, τον Ανδρέα και τον Ιωάννη.
Ήταν δυο νέα παλικάρια από τη Γαλιλαία με πολλή πίστη και αγάπη στο Θεό. Ο ένας, ο Ανδρέας, ήταν γιος του Ιωνά, και ο άλλος, ο Ιωάννης, ήταν γιος του Ζεβεδαίου.
Ήταν πιστοί μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Από αυτόν άκουσαν πολλά για τον αναμενόμενο Μεσσία και η ψυχή τους ποθούσε πολύ να γίνουν δικοί Του μαθητές και να βαφτιστούν με το Άγιο Πνεύμα.
Όταν πριν από σαράντα περίπου μέρες είχαν την μεγάλη ευλογία να δουν τον δάσκαλο τους να βαφτίζει στον Ιορδάνη ποταμό τον Ιησού και να τον αποκαλεί “αρνί του Θεού, που ήρθε να θυσιαστεί και να σώσει τον κόσμο”, δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν ότι Αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.
Μετά τη βάπτιση του ο Ιησούς είχε φύγει τόσο γρήγορα από τον Ιορδάνη ποταμό, που δεν πρόλαβαν τότε να τον ακολουθήσουν και να δουν που μένει.
Έτσι, τώρα, μετά από τόσο καιρό που τον έβλεπαν ξανά να βαδίζει αργά αργά στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού με ένα θεϊκό φως να τον περιβάλλει, χάρηκαν πολύ.
Η νοσταλγία να τον γνωρίσουν και να γίνουν μαθητές του είχε φθάσει στο αποκορύφωμα της. Τα επαινετικά λόγια του δασκάλου τους γι’ Αυτόν, διέγειραν ακόμα περισσότερο την επιθυμία τους να τον δουν από κοντά.
Έτσι, από φόβο μήπως τον χάσουν και πάλι και δεν προλάβουν να τον δουν και να ακούσουν την διδασκαλία του, έτρεξαν γρήγορα προς το μέρος όπου περπατούσε.
-Τί ζητάτε; τους ρώτησε εκείνος ήρεμα, με μια φωνή γλυκιά που σου σαγήνευε την καρδιά.
-Δάσκαλε, πού μένεις;
-Ελάτε να δείτε, τους αποκρίθηκε ο Ιησούς.
Οι δυο νέοι Γαλιλαίοι αισθάνθηκαν μεγάλη χαρά και συγκίνηση στην πρόσκληση του Ιησού και τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι μέχρι εκεί που έμενε.
Έμειναν μαζί του όλη την ημέρα και δεν χόρταιναν να τον ακούν να τους μιλά και να τους ερμηνεύει τις Γραφές.
Ο Ιησούς ένιωθε πολύ χαρούμενος με τα δυο αυτά παλικάρια, τον απλοϊκό Ανδρέα και τον ρομαντικό Ιωάννη. Κάποια στιγμή γυρνά προς τον Ανδρέα και του λέει:
-Ανδρέα, θέλεις να με ακολουθήσεις και να γίνεις μαθητής μου;
Ο Ανδρέας, γεμάτος χαρά και συγκίνηση από την απρόσμενη πρόσκληση του Ιησού, του λέει αμέσως:
-Ναι, Δάσκαλε, θέλω πολύ να γίνω δικός σου μαθητής.
-Από τώρα, Ανδρέα, θα είσαι δικός μου μαθητής.
Ο Ανδρέα, γεμάτος χαρά και συγκίνηση γονάτισε μπροστά στον Ιησού και με πολλή ευγνωμοσύνη του είπε:
-Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, Δάσκαλε μου!
Μετά ο Ιησούς στράφηκε προς τον Ιωάννη και του είπε:
-Εσύ, Ιωάννη, θέλεις;
-Ήδη ξέρω, Δάσκαλε μου, ότι δέχτηκες και εμένα για δικό σου μαθητή. Χρόνια πολλά ονειρευόμουνα να γίνω μαθητής του Μεσσία και να γνωρίσω την πραγματική αλήθεια του Θεού. Να βαφτιστώ με το άγιο Πνεύμα και να ζω σαν γνήσιο παιδί του Θεού!
Τα λόγια αυτά του Ιωάννη έδωσαν πολύ χαρά στον Ιησού. Το παλικάρι αυτό θα ήταν ο μόνος, που με τα γραφτά του, το γνωστό σε όλους μας “κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο”, θα περιέγραφε σωστά και με πολλή χάρη, όλα αυτά που θα έλεγε αργότερα ο Ιησούς στα κηρύγματα Του για τον ουρά-νιο Του Πατέρα και Πατέρα όλων μας.
Εκείνη την ημέρα ο Ανδρέας και ο Ιωάννης έγιναν οι δύο πρώτοι μαθητές του Ιησού.
Την άλλη μέρα, πήγε ο Ανδρέας και βρήκε τον αδελφό του, τον Σίμων, και του είπε:
-Σίμων, βρήκαμε τον Μεσσία! Επιτέλους ήρθε και είναι ανάμεσα μας.
Ανάμεσα στους Εβραίους δεν υπήρχε πιο ωραίο όνομα, που τους έκανε να χαίρονται τόσο πολύ, όσο το όνομα Μεσσίας. Ο Μεσσίας ήταν για τους Εβραίους κάτι παραπάνω από ένας απλός λυτρωτής της φυλής τους.
Όλοι τον φανταζόντουσαν σαν τον τέλειο ιδανικό πολεμιστή από τη βασιλική γενιά του Δαυίδ, που, όχι μόνο θα έσωζε τον αγαπημένο λαό του Θεού Ισραήλ από κάθε ξένη τυραννία, αλλά θα τον αναδείκνυε ταυτόχρονα και παγκόσμιο ηγέτη όλου του κόσμου.
Έτσι, κάτω από μια παγκόσμια εβραϊκή κυριαρχία πάνω σε όλες τις φυλές και τα έθνη του κόσμου θα επέβαλλε, έστω και με τη βία των όπλων, το δικό του βασίλειο, όπου θα κυριαρχούσε παντού η δόξα του Ισραήλ.
Τα όνειρα αυτά των Εβραίων όσο περνούσε ο καιρός και μεγάλωνε η δυστυχία τους από τον μισητό Ρωμαϊκό ζυγό, γινόντουσαν όλο και πιο νοσταλγικά. Όλοι ζούσαν με την αγωνία πότε θα έρθει ο Μεσσίας!
Στα χρόνια που περνούσαν προσπάθησαν πολλές φορές να δουν τον Μεσσία στο πρόσωπο κάποιων σημαντικών ανθρώπων που ασκούσαν μεγάλη επιρροή στη φυλή τους, όπως ήταν τότε ο Ιωάννης ο Βαφτιστής.
Έτσι, όταν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα είδαν όλα όσα έκανε ο Βαφτιστής Ιωάννης, έστειλαν σ’ αυτόν ιερείς για να τον ρωτήσουν:
-Μήπως είσαι εσύ ο Χριστός, ο αναμενόμενος Μεσσίας;
-Όχι, απάντησε ο Ιωάννης, δεν είμαι εγώ.
-Μήπως τότε είσαι ο Ηλίας; ξαναρώτησαν.
-Όχι, δεν είμαι, απάντησε.
-Κάποιος προφήτης τότε; επέμειναν εκείνοι.
-Όχι, απάντησε.
-Μα, ποιος είσαι επιτέλους; Τί να πούμε σε αυτούς που μας έστειλαν; Τί λες εσύ ο ίδιος για τον εαυτό σου;
Τότε ο Ιωάννης είπε:
-Εγώ δεν είμαι τίποτα περισσότερο από μια φωνή που φωνάζει δυνατά στην έρημο και λέει: “ετοιμάσετε τον δρόμο του Κυρίου, φτιάξτε ίσια τα μονοπάτια του”. Αυτά είναι που προφήτευε για μένα ο Ησαΐας.
Και οι Φαρισαίοι έστειλαν ανθρώπους, για να τον ρωτήσουν. Είπαν στον Ιωάννη:
-Εάν, λοιπόν, δεν είσαι εσύ ο Μεσσίας, ούτε ο Ηλίας, ούτε κάποιος άλλος προφήτης, τότε γιατί βαφτίζεις;
Τότε ο Ιωάννης τους απάντησε:
-Εγώ βαφτίζω σε νερό. Ανάμεσα σας όμως, ήδη υπάρχει εκείνος που εσείς ακόμα δεν τον ξέρετε. Αυτός θα βαφτίζει με το Άγιο Πνεύμα. Εγώ δεν είμαι άξιος ούτε το κορδόνι από το παπούτσι του να λύσω.
Η ομολογία αυτή του βαπτιστή Ιωάννη έγινε στη Βηθανία, που ήταν πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό, όπου βάφτιζε ο Ιωάννης.
Όταν τα λόγια αυτά κυκλοφόρησαν ανάμεσα στο λαό, μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο την αγωνία των Ιουδαίων, να μάθουν ποιος επιτέλους ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.
Την ίδια αγωνία είχε και ο αδελφός του Ανδρέα, ο Σίμων, γι’ αυτό όταν εκείνη την ημέρα ήρθε ο Ανδρέας και του είπε: “Σίμων, βρήκαμε τον Μεσσία”, ένα πνευματικό ρίγος συντάραξε την ψυχή του.
-Τί λες, Ανδρέα; μήπως με κοροϊδεύεις;
-Όχι, αδελφέ μου, σου λέω την αλήθεια.
-Και, πού είναι τώρα;
-Έλα, να δεις!
Έτσι ξεκίνησαν και οι δυο, για να πάνε στον Ιησού.
Μόλις είδε ο Ιησούς τον αδελφό του Ανδρέα, του είπε:
-Εσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά. Εσύ θα ονομαστείς Κηφάς, δηλαδή Πέτρος.
Ο Ιησούς είχε δει στο ηλιοκαμένο πρόσωπο του Σίμωνα τον μελλοντικό μεγάλο απόστολο Του. Θα τον έκανε από απλό ψαρά που ήταν τώρα, μεγάλο πνευματικό ψαρά του Ευαγγελίου Του.
Ο Πέτρος, συνεπαρμένος από την γλυκιά μορφή του νέου Δασκάλου με την μαγευτική πατρική στοργική αγάπη, αλλά και την υπέροχη διδασκαλία που άκουγε για πρώτη φορά, είχε ήδη αποφασίσει να γίνει δικός Του μαθητής.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε ο Ιησούς για τη Γαλιλαία με τους τρεις πρώτους μαθητές του, τον Ανδρέα, τον Ιωάννη και τον Πέτρο, που ήταν όλοι τους από τη Γαλιλαία.
Στο δρόμο συνάντησαν ένα νέο ψαρά, τον Φίλιππο. Ήταν από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, όπως ο Ανδρέας και ο Πέτρος, και του είπε ο Ιησούς να τον ακολουθήσει.
Ο Φίλιππος, συνεπαρμένος και αυτός από την εξαίσια χάρη του Ιησού, τον πίστεψε αμέσως και τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους για τη Γαλιλαία, παρακάλεσε ο Φίλιππος τον Ιησού, αν μπορούσε να δει και έναν φίλο του, που τον αγαπούσε πολύ και ήταν πολύ καλός και ευσεβής.
Όταν ο Ιησούς δέχτηκε, έτρεξε αμέσως ο Φίλιππος να βρει τον Ναθαναήλ. Όταν τον βρήκε, του λέει:
-Ναθαναήλ, αγαπημένε μου φίλε, βρήκαμε εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο Νόμο και ύστερα οι Προφήτες. Βρήκαμε τον Μεσσία, είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ.
Ο Ναθαναήλ, σαν τ’ άκουσε, του λέει με απορία:
-Φίλιππε, από την περιφρονημένη Γαλιλαία, και μάλιστα από την πιο περιφρονημένη, ασήμαντη και φτωχή Ναζαρέτ, μπορεί να βγει κάτι καλό;
-Έλα, να δεις και θα καταλάβεις, του απάντησε εκείνος.
Ο Ναθαναήλ, αγαπούσε πολύ τον φίλο του και τον εμπιστευόταν, γι’ αυτό σηκώθηκε αμέσως από την συκιά όπου ήταν καθισμένος και πήγαν μαζί στον Ιησού.
Όταν τους είδε ο Ιησούς να έρχονται, κοιτάζοντας τον Ναθαναήλ, είπε στους άλλους:
-Να, ένας αληθινός Ισραηλίτης, που δεν έχει καθόλου πονηριά μέσα του.
Τον άκουσε ο Ναθαναήλ και απόρησε, γι’ αυτό και τον ρώτησε:
-Από που με ξέρεις;
-Πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, σε είδα να κάθεσαι κάτω από τη συκιά, του είπε ο Ιησούς.
Έκπληξη και θαυμασμός πλημμύρισε την ψυχή του Ναθαναήλ, που με φωνή τρεμάμενη του λέει:
-Δάσκαλε, στ’ αλήθεια εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ!
-Επειδή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά, γι’ αυτό πιστεύεις; Μεγαλύτερα από αυτά θα δεις. Αλήθεια, σας λέω, ότι από δω και πέρα θα δείτε πολλά θαυμάσια. Θα δείτε να ανοίγει και ο ουρανός και τους αγγέλους του Θεού ν’ ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, για να υπηρετήσουν τον Υιό του ανθρώπου!
Εκστασιασμένοι οι μαθητές του Ιησού, άκουγαν τον νέο Διδάσκαλο τους να τους μιλά προφητικά, για όλα αυτά που θα έβλεπαν και θα άκουγαν στο μέλλον κοντά Του.
Με πολλές όμορφες σκέψεις και στοχασμούς συνέχισαν όλοι μαζί, ο Ιησούς και οι πρώτοι πέντε μαθητές του, την πορεία τους προς την Γαλιλαία.
Το πρώτο θαύμα στο γάμο της Κανά
Τρεις μέρες αφότου έφτασαν στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας ο Ιησούς και οι μαθητές του, γινόταν γάμος σ’ ένα μικρό χωριό, την Κανά, που απείχε μιάμιση περίπου ώρα δρόμο από τη Ναζαρέτ.
Ο γάμος γινόταν σε συγγενικό σπίτι, γι’ αυτό βρισκόταν εκεί και η μητέρα του Ιησού, για να βοηθήσει στις προετοιμασίες του γάμου.
Στο γάμο προσκλήθηκε και ο Ιησούς με τους μαθητές Του. Είχε έρθει πλέον η κατάλληλη στιγμή, που ο Ιησούς θα αποκάλυπτε στους ανθρώπους τον σκοπό, για τον οποίο τον έστειλε ο Πατέρας του να γεννηθεί σαν άνθρωπος στη γη.
Ένας από τους βασικούς ρόλους του Ιησού σαν Μεσσίας και Λυτρωτής του κόσμου, ήταν να διδάξει και να καθοδηγήσει όλα τα παιδιά του Θεού στη σωστή σχέση αγάπης ανάμεσα σ’ αυτούς και τον Θεό Πατέρα τους.
Να τους δείξει πως πρέπει να ζουν μεταξύ τους με πολλή αγάπη, καλοσύνη και ευγένεια και να αποφεύγουν όλες εκείνες τις παγίδες του σατανά που θα τους έριχναν σε λάθη και αμαρτίες και θα τους απομάκρυναν από τον Θεό.
Θα διδάξει ότι η πρώτη και η μεγαλύτερη από όλες τις εντολές του Θεού είναι να αγαπάμε αληθινά, γιατί ο ίδιος ο Θεός είναι η Αγάπη.
Να αγαπάμε τον Θεό με όλη τη δύναμη της καρδιάς μας και τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας.
Το να ζεις με αγάπη, να σκέπτεσαι με αγάπη, να δίνεις αγάπη και να συγχωρείς με αγάπη, είναι η βάση και η ουσία της δικής Του θεϊκής διδασκαλίας.
Αυτό, όμως, στην πράξη δεν είναι και τόσο εύκολο, εξαιτίας του προσωπικού εγωισμού που έχουν όλοι οι άνθρωποι. Έτσι ο Ιησούς με τη θεϊκή του διδασκαλία θα υποδείξει πρακτικά με λόγια και έργα, όλους εκείνους τους κατάλληλους πνευματικούς μηχανισμούς, που θα μας βοηθήσουν να γίνουμε απλοί και ταπεινοί, σαν τα μικρά παιδιά.
Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να γευτούμε όλοι στην πράξη τα υπέροχα αρώματα της αληθινής αγάπης, που είναι η χαρά, η ειρήνη και η ευτυχία.
Η πραγματική αγάπη είναι σαν ένα λουλούδι, που δεν μπορεί να μεγαλώσει και να ανθήσει πάνω στις ξερές άνυδρες πέτρες του εγωϊσμού, αλλά στο αφράτο χώμα της αληθινής αγάπης, που τρέφεται από την ταπείνωση και ποτίζεται από το γάργαρο νερό της πνευματικής νηπιότητας.
Κάθε μορφή εγωισμού και υπεροψίας μπορεί να καταστρέψει την αγάπη και να φέρει δυστυχία. Ο εγωισμός εξάλλου ήταν η πραγματική αιτία που έκανε τον Εωσφόρο να πολεμήσει τον Θεό και από λαμπερός Αρχάγγελος να γίνει αυτός και οι άγγελοι που τον ακολούθησαν δαίμονες σκοτεινοί και πονηροί.
Από τότε και στο εξής, ο εγωισμός και η υπεροπτική αυτοπεποίθηση θα είναι πάντα οι βασικές αιτίες πίσω από κάθε ταραχή και καταστροφή μιας αγάπης.
Μια τέτοια κορυφαία πράξη αγάπης είναι και ο γάμος ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, όπου δυο διαφορετικοί άνθρωποι ενώνουν τις ζωές τους με τα δεσμά της αγάπης, με αποκλειστικό σκοπό να γίνουν ένα ευλογημένο αντρόγυνο!
Μέσα στο γάμο η αγάπη των συζύγων θα συγκρούεται πολύ συχνά με τον κρυφό και φανερό εγωϊσμό τους, ώστε η ευτυχία ή η δυστυχία του σπιτιού και της οικογένειας τους, να εξαρτάται απόλυτα από τις προσωπικές τους επιλογές.
Ωστόσο, ποτέ δεν θα πάψει να είναι ο γάμος μια κορυφαία πράξη αγάπης, με καταπληκτικά συναισθήματα χαράς και ευτυχίας.
Πολλές φορές ο Ιησούς θα χρησιμοποιήσει το ιερό μυστήριο του γάμου σαν βάση, για να ερμηνεύσει και να κάνει πιο κατανοητή τη σχέση αγάπης του Θεού με τον άνθρωπο.
Ο ίδιος θα ονομαστεί Νυμφίος της Εκκλησίας και ο καθένας από εμάς μπορεί να γίνει η νύμφη ψυχή!
Όπως η νύμφη και ο νυμφίος γίνονται μέσα στο γάμο ένα με την αγάπη, έτσι και ο Ιησούς θέλει να μας διαβεβαιώσει ότι με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, μπορούμε και εμείς να γίνουμε ένα με τον Δημιουργό Θεό μας, σαν νυμφία ψυχή με τον Νυμφίο Κύριο μας!
Την δύναμη αυτής της αγάπης και την ένωση του με το Θεό έζησε και γεύτηκε ο μεγάλος Απόστολος των Εθνών Παύλος, όταν έλεγε:
«Δεν ζω εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός»!
Αυτό ήταν, είναι και θα είναι πάντα η επιθυμία του Θεού, για όλους εμάς τα παιδιά Του. Αρκεί να αποδεχτούμε την ιερή πρόσκληση Του και μέσα από το ιερό μυστήριο της ένωσης μας με Εκείνον σαν νύμφη ψυχή με το Νυμφίο Χριστό, να βαφτιστούμε με το άγιο Πνεύμα.
Έτσι μπορεί να γίνει πράξη αυτό που έλεγε ο Βαφτιστής Ιωάννης για τον Ιησού :
“Εγώ σας βαφτίζω με νερό, ενώ Αυτός που θα έρθει μετά από μένα, θα σας βαφτίσει με το Άγιο Πνεύμα”.
Το ιερό Μυστήριο του γάμου ανάμεσα σ’ έναν άνδρα και μια γυναίκα είναι ένα θαύμα αγάπης και ένωσης δύο διαφορετικών ανθρώπων.
Την εικόνα αυτή του γάμου θα χρησιμοποιήσει ο Ιησούς για να μιλήσει για τον πνευματικό γάμο ανάμεσα σε μια νύμφη ψυχή και σ’ Εκείνον, σαν Νυμφίο της Εκκλησίας.
Μάλιστα προσδιορίζει το μέγεθος της αγάπης που ο ίδιος προσφέρει σε όλους τους ανθρώπους, δίκαιους και αμαρτωλούς, αλλά κυρίως στον καθένα που θα τον αγαπούσε σαν νύμφη ψυχή, λέγοντας:
“ Όπως άπειρα με αγαπά ο Πατέρας μου, έτσι και εγώ σας αγαπώ, απεριόριστα”.
Γι’ αυτό ζητά σαν Νυμφίος από την κάθε νύμφη ψυχή:
“Μείνατε μέσα σε μένα και εγώ θα ζω πάντα μέσα σε σας”.
Αν η ένωση δύο διαφορετικών ανθρώπων στο γάμο είναι ένα θαύμα, τότε η πνευματική ένωση μιας ψυχής με τον Θεό είναι το μεγαλύτερο θαύμα αγάπης, που μπορεί κάποιος να ζήσει από αυτήν κιόλας τη ζωή!
Αυτός είναι ο βασικός λόγος, που επέλεξε ο Ιησούς το ιερό μυστήριο του γάμου, για να ξεκινήσει το θεϊκό Του έργο και να κάνει το πρώτο του θαύμα.
Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Ιησούς να πάει στο γάμο με τους μαθητές του. Τα παιδιά που θα παντρευόντουσαν ήταν πολύ φτωχά, αλλά και πολύ αγαπητά στον Ιησού και την μητέρα του. Ήδη εκεί βρισκόταν από πολύ νωρίς η μητέρα του Μαριάμ, για να βοηθήσει στη δύσκολη προετοιμασία του γάμου.
Η διαδρομή από την Ναζαρέτ στην Κανά, μπορεί να ήταν μιάμιση ώρα δρόμος, ωστόσο ήταν πάρα πολύ ωραία και συναρπαστική.
Πλήθος καστανιές και αμυγδαλιές, φύτρωναν ανεξέλεγκτα παντού και τ’ αμπέλια με τα ζουμερά σταφύλια τους γοήτευαν τα μάτια των περαστικών.
Τρεχούμενα νερά διέσχιζαν τραγουδιστά τα γεμάτα από ροδιές, συκιές, πορτοκαλιές και άλλα δέντρα περιβόλια και τα πότιζαν με το δροσιστικό νερό τους.
Κάποια άλλα μεγάλα δέντρα έδιναν την πολύτιμη δροσιά τους στους περαστικούς και το κατάλληλο καταφύγιο σ’ ένα πλήθος από φλύαρα πουλάκια, που κούρνιαζαν στις πυκνές τους φυλλωσιές και κελαηδούσαν μελωδικά όλη μέρα.
Ο Ιησούς με τους μαθητές του είχαν σχεδόν φτάσει στην Κανά και οι ήχοι από τα τραγούδια και τα μουσικά όργανα από το γλέντι του γάμου στο χωριό έφταναν μέχρι τ’ αυτιά τους.
Με χαρά τους υποδέχτηκαν όλοι οι άνθρωποι. Η φήμη εξάλλου του ονόματος του Ιησού είχε απλωθεί παντού σε όλη τη Γαλιλαία και όλοι μιλούσαν γι’ Αυτόν.
Τους σαγήνευε ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για τον Θεό και ότι όλους μας αγαπά σαν παιδιά Του.
Πόσο διέφερε ο δικός του λόγος από τις σκληρές και στενόμυαλες ερμηνείες των άλλων!
Οι άλλοι μιλούσαν για ένα Θεό σκληρό, εκδικητικό και τιμωρό στον κάθε φτωχό και αμαρτωλό άνθρωπο, καταστρέφοντας έτσι με τη σκληρή τους διδασκαλία την γλυκύτητα και ιερότητα των εντολών του Θεού.
Έτσι, πολλοί άνθρωποι, είτε απομακρύνθηκαν από τον Θεό, είτε χάθηκαν στα σκοτεινά μονοπάτια της σύγχυσης και της αμφιβολίας για την ύπαρξη του ίδιου του Θεού.
Ο Ιησούς, αντίθετα, δίδασκε πόσο πολύ μας αγαπά ο Θεός και πόσο θέλει να τον αγαπούμε σαν Θεό Πατέρα μας.
Ο λόγος του ήταν γεμάτος αγάπη, καλοσύνη και ευγένεια, ό,τι χρειάζεται κάποιος για να είναι χαρούμενος και ευτυχισμένος.
Δίδασκε, επίσης, πόσο πολύ αγαπά ο Θεός όλους τους αμαρτωλούς, αφού και αυτοί είναι δικά του παιδιά και πόσο εύκολα συγχωρά τον καθένα από εμάς, όταν μετανιώνουμε για τα λάθη μας και ζητάμε συγνώμη!
Γι’ αυτό όλοι οι απλοί άνθρωποι αγαπούσαν τον Ιησού σαν δικό τους άνθρωπο και ήθελαν να είναι κοντά του, για να ακούν τις υπέροχες διδασκαλίες του.
Όταν τον έβλεπαν τα μικρά παιδιά, έτρεχαν με πολλή χαρά κοντά του, για να τα κρατήσει στην αγκαλιά του και να τα γεμίσει με τα θεϊκά φιλιά του. Πόσο τ’ αγαπούσε!
Στεναχωριόταν πολύ, όταν κάποιος, δήθεν για να μην τον ενοχλούν, δεν τα άφηνε να έρθουν κοντά του.
Αμέσως τα φώναζε κοντά του, για να τα ευλογήσει και έλεγε σε όλους ότι, αν δεν γίνουμε σαν τα μικρά παιδιά, δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στο ουράνιο Βασίλειο του Θεού Πατέρα μας.
Ήταν εξαίσιο θέαμα να βλέπεις όλα αυτά τα παιδιά να τον περιτριγυρίζουν και να τον ξεκουφαίνουν με τις γλυκές τους φωνές!
Το ίδιο έγινε και τώρα, μόλις φάνηκε ο Ιησούς να μπαίνει στο χωριό της Κανά. Όλα τα μικρά παιδιά έτρεξαν με χαρά και ξέφρενα ξεφωνητά κοντά του.
Εκείνος έσκυψε χαμηλά, για να βρεθεί στο ύψος τους και να μπορέσει έτσι να τα κλείσει όλα μέσα στη θεϊκή Του αγκαλιά.
Άλλο παιδί τον κρατούσε από το χέρι, άλλο είχε απλώσει τα μικρά του χεράκια για να τον αγκαλιάσει τρυφερά γύρω από το λαιμό και άλλο ζητούσε να αναρριχηθεί πάνω του σαν μικρό σπουργιτάκι.
Οι μεγάλοι, όταν τον είδαν, σηκώθηκαν με πολύ σεβασμό, για να τον υποδεχτούν και να τον βάλουν να καθίσει στην πιο τιμητική θέση ανάμεσα τους.
Το ζευγάρι του γάμου, ήρθε με πολύ σεμνότητα κοντά του και μπροστά σε όλους τους παρευρισκομένους ζήτησε από τον Ιησού να τους ευλογήσει, για να ζήσουν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους με αληθινή αγάπη και ευτυχία.
Μετά την τελετή του γάμου, στην οποία η παρουσία του Ιησού έδωσε μεγάλη χαρά και μεγαλοπρέπεια, κάθισαν όλοι να φάνε και να γλεντήσουν.
Η χαρά και η ευτυχία ήταν διάχυτη σε όλους, αλλά πιο πολύ στο νεαρό ζευγάρι, που απολάμβανε την ευτυχία της αγάπης.
Για πολύ ώρα συνεχιζόταν το γλέντι και η πανηγυρική ατμόσφαιρα, μέχρι που ένα απροσδόκητο γεγονός έφερε κάποια σύννεφα θλίψης και στεναχώριας στους διοργανωτές του γάμου.
Το κρασί είχε αρχίσει να τελειώνει, οπότε και το γλέντι κάποια στιγμή θα τελείωνε. Αυτό θα ήταν πολύ μεγάλη προσβολή για το σπίτι του γάμου.
Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό από την μητέρα του Ιησού, που στεναχωρήθηκε πολύ. Πλησίασε τότε τον Ιησού και του είπε εμπιστευτικά, ότι το κρασί έχει σχεδόν τελειώσει και δεν υπήρχε άλλο.
Ο Ιησούς την κοίταξε τρυφερά, κατανοώντας τη στεναχώρια της, αλλά με πολλή αγάπη και σεβασμό της είπε ότι ακόμα δεν ήρθε η ώρα του.
Η σεμνή μητέρα του Ιησού κατανόησε αυτό που της είπε ο Γιος της και έσκυψε το κεφάλι της με πολύ σεβασμό και ταπείνωση, δείγμα υποταγής στη θεϊκή βούληση του γιού της Ιησού.
Μετά πήγε στους υπηρέτες, που φρόντιζαν για την ομαλή διανομή του κρασιού και τους είπε να κάνουν ό,τι θα τους έλεγε ο Ιησούς.
Οι Ιουδαίοι είχαν συνήθεια να πλένονται πριν καθίσουν να φάνε, γι’ αυτό και έξω από το σπίτι πάντα υπήρχαν πήλινα πιθάρια γεμάτα με νερό, που χρησίμευαν για το πλύσιμο των χεριών.
Κάποια λοιπόν στιγμή σηκώθηκε ο Ιησούς από το τραπέζι όπου έτρωγαν και πήγε εκεί που ήταν τα πήλινα πιθάρια με το νερό.
Υπήρχαν έξι πιθάρια, που το καθένα χωρούσε περίπου 100 λίτρα νερού και ήταν όλα σχεδόν άδεια.
Λέει τότε ο Ιησούς στους υπηρέτες να γεμίσουν τα πιθάρια με νερό. Υπάκουσαν οι υπηρέτες και γέμισαν όλα τα πιθάρια με νερό μέχρι πάνω.
Ο Ιησούς ευλόγησε τα πιθάρια με το νερό και μετά είπε στους υπηρέτες να γεμίσουν μια κανάτα απ’ αυτό και να το πάρουν στον υπεύθυνο της γιορτής.
Εκείνος δοκίμασε από αυτό που του έφεραν οι υπηρέτες να πιει και με έκπληξη διαπίστωσε ότι ήταν ένα πολύ σπάνιο γευστικό κρασί.
Βέβαια, δεν γνώριζε τι είχε συμβεί προηγουμένως με τον Ιησού και το νερό, και ότι αυτό το υπέροχο κρασί που ήπιε, ήταν πριν από λίγα λεπτά νερό. Μόνο οι υπηρέτες το ήξεραν, γιατί αυτοί είχαν γεμίσει τα πιθάρια με νερό και αυτοί είδαν πρώτοι το θαύμα. Έτσι ο υπεύθυνος της γιορτής φώναξε τον γαμπρό και του είπε:
«Κάθε φορά στις γιορτές και στους γάμους δίνουμε πρώτα το καλό κρασί να πιούν οι άνθρωποι και όταν αρχίσουν και μεθάνε τότε τους δίνουμε κατώτερης ποιότητας. Εσύ έκανες το αντίθετο, γιατί πρώτα τους έδωσες να πιούν το μέτριο και τώρα που άρχισαν να μεθούν έφερες τούτο το σπάνιο και γευστικό κρασί. Γιατί το έκανες αυτό;».
Ο γαμπρός δεν ήξερε τι να πει, γιατί το μόνο που ήξερε ήταν ότι το κρασί είχε σχεδόν τελειώσει και σε λίγο δεν θα υπήρχε τίποτα να πιούν οι καλεσμένοι του.
Γέμισε μάλιστα και ο ίδιος το ποτήρι του με το κρασί αυτό, για να πιει και να καταλάβει για ποιο πράγμα του μιλούσε και τον μάλωνε ο υπεύθυνος της γιορτής.
Πράγματι, δοκίμασε το υπέροχο αυτό κρασί και είπε σε όλους ότι τέτοιο ωραίο κρασί δεν είχε πιει ποτέ ξανά. Οπότε κάλεσε αμέσως τους υπηρέτες και τους ρώτησε πού το βρήκαν και ποιος έφερε το υπέροχο αυτό κρασί.
Εκείνοι, παρά την υπόσχεση που είχαν δώσει στον Ιησού να μην αποκαλύψουν σε κανέναν τίποτα, αναγκάστηκαν να πουν στον γαμπρό όλη την αλήθεια.
Έτσι φανερώθηκε σε όλους το πρώτο θαύμα του Ιησού και δόξασαν όλοι τον Θεό.
Το θαύμα αυτό διαδόθηκε με μεγάλη ταχύτητα παντού και όλοι μιλούσαν για το νέο θαυματοποιό προφήτη Ιησού.
Το θαύμα με το νερό που έγινε κρασί, μπορεί για όλους τους ανθρώπους να ήταν ένα μεγάλο θαύμα, για τον ίδιο όμως τον Ιησού ήταν κάτι περισσότερο από θαύμα.
Ήταν άλλη μια εικόνα από την υπέροχη διδασκαλία Του, που ερμήνευε αλληγορικά πως μπορούμε να γίνουμε εμείς και Εκείνος ένα.
Όπως το νερό ενώνεται με το κρασί και γίνονται τα δύο ένα, έτσι και ο Θεός μπορεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος να ευλογήσει το πνεύμα μας, την αθάνατη ψυχή μας και να γίνουμε ένα με Εκείνον.
Όπως ακριβώς γίνεται στη θεία Κοινωνία, όπου, όταν μεταλαμβάνουμε, γινόμαστε εμείς και ο Χριστός ένα!
Η μόνη προϋπόθεση για να γίνει το μεγάλο αυτό θαύμα των θαυμάτων είναι να αφεθούμε με πολλή παιδική εμπιστοσύνη στα θεϊκά Του χέρια, για να γίνει η θεϊκή ένωση μαζί Του.
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε το νερό και ο Θεός το μεθυστικό κρασί της αληθινής Αγάπης και ευτυχίας!
Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει η νύμφη ψυχή του Ιησού και Εκείνος να γίνει για μας ο πιο τρυφερός, στοργικός και ευσπλαχνικός Νυμφίος της ψυχής μας.
Μακάριοι αυτοί που θα ομολογήσουν ταπεινά την αναξιότητα τους και ζητήσουν από το Θεό να γεμίσει το άδειο από αρετές πιθάρι της ψυχής τους με το πολύτιμο νερό της θεϊκής Του χάρης.
Εκείνος θα κάνει το επόμενο βήμα και θα μεταλλάξει με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος την ψυχή μας από απλό νερό σε υπέροχο μεθυστικό κρασί της δικής του αγιότητας.
Τότε το Πνεύμα της αληθινής ΑΓΑΠΗΣ θα δεσπόζει στο νου και την καρδιά μας και θα αρωματίζει τα πάντα γύρω μας! Έτσι η ψυχή μας θα αγιάζεται και θα δοξάζεται το άγιο όνομα του Θεού, και θα εκπληρώνεται η προσευχή “αγιασθήτω το όνομα σου”, που λέμε στο “Πάτερ ημών...”.
Πολλές φορές ο Ιησούς θα χρησιμοποιήσει στα κηρύγματα του την εικόνα του αμπελιού, για να πει ότι Αυτός είναι το αμπέλι και εμείς τα κλήματα. Και όσο θα είμαστε ενωμένοι μαζί του, όπως τα κλήματα με το αμπέλι, εκείνος θα ζει μέσα μας κι εμείς μέσα σ’ Αυτόν.
Αυτό εννοούσε όταν έλεγε:
«Μείνατε μέσα μου και εγώ θα μείνω μέσα σε σας». (Ιωάν.15,4)
Κρασί θα πιει ο Ιησούς στο τελευταίο του δείπνο πριν τη σταυρική του θυσία. Κρασί θα δώσει να πιούν και οι μαθητές του, με εντολή να το κάνουν συχνά, γιατί «αυτό είναι το αίμα του που χύνετε για τις αμαρτίες όλου του κόσμου».
Από τότε σε κάθε θεία Λειτουργία το κρασί που θα βάζει ο ιερέας μέσα στο άγιο δισκοπότηρο, θα γίνεται με την επίκληση του αγίου Πνεύματος «αίμα Χριστού».
Οι πιστοί θα μεταλαβαίνουν φαινομενικά κρασί, αλλά στην πραγματικότητα θα είναι «αίμα Χριστού»!
Αυτή ήταν η εντολή που έδωσε:
«Πιείτε από αυτό όλοι, αυτό είναι το αίμα μου, που το προσφέρω για να συγχωρεθείτε από κάθε αμαρτία»!
Όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε, μόνο ο Ιησούς με το πανάγιο Του Αίμα στη θεία Κοινωνία μπορεί να ξεπλύνει την ψυχή μας από κάθε αμαρτία και να την κάνει αγία.
Αρκεί να τον εμπιστευθούμε και να τον κάνουμε δικό μας Βασιλιά, Λυτρωτή και Σωτήρα!
Να, γιατί ο Ιησούς προτίμησε να κάνει το πρώτο του θαύμα σ’ ένα γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας.
Το θαύμα αυτό, ωστόσο, είχε και έναν άλλο βαθύτερο σκοπό, αφού θα γινόταν αιτία να πιστέψουν ακόμα πιο πολύ σ’ Αυτόν και στη θεϊκή Του αποστολή οι πρώτοι του μαθητές.
Αφού τελείωσε ο γάμος, ο Ιησούς με την μητέρα του και τους μαθητές του έφυγαν από την Κανά και ήρθαν στην Καπερναούμ, όπου έμειναν εκεί λίγες μέρες.
Η Καπερναούμ ήταν μια πολύ όμορφη πόλη, που είχε χτιστεί δίπλα από τη λίμνη της Γαλιλαίας ή της Τιβεριάδος, όπως την έλεγαν αλλιώς.
Την λίμνη αυτή την έλεγαν και θάλασσα της Γαλιλαίας, επειδή φαινόταν μεγάλη σαν θάλασσα. Ήταν γεμάτη ψάρια, γι’ αυτό και πλήθος μικρά και μεγάλα καΐκια ψάρευαν κάθε μέρα στα καταγάλανα νερά της.
Στην όμορφη αυτή λίμνη, που είχε σχήμα άρπας, χτίστηκε, μεγάλωσε, μεγαλούργησε και έγινε παντού ξακουστή η όμορφη πόλη της Καπερναούμ.
Η Καπερναούμ στα χρόνια του Χριστού είχε μεγάλη δόξα και όνομα, γιατί ήταν το πιο σημαντικό και πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο σε όλη την ευρύτερη περιοχή.
Είχε τα ωραιότερα περιβόλια όλης της Παλαιστίνης και τα καρποφόρα δέντρα της είχαν τους πιο γευστικούς καρπούς.
Οι δρόμοι και τα σπίτια της ήταν γεμάτοι από πανέμορφα λουλούδια, που τα μεθυστικά αρώματα τους έκαναν την Καπερναούμ να μοιάζει σαν ένα μεγάλο αρωματοπωλείο!
Την μικρή αυτή καταπράσινη γωνιά του Παραδείσου είχε διαλέξει ο Ιησούς για να ξεκουράζεται, αλλά και να μένει περισσότερο χρόνο κάθε φορά που επέστρεφε από τα ταξίδια του ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στην Καπερναούμ έμενε και ο αγαπημένος του μαθητής Πέτρος, που ήταν παντρεμένος εκεί. Έτσι, τακτικά ο Ιησούς πήγαινε στο σπίτι του Πέτρου, όπου με πολλή αγάπη και χαρά τον υποδεχόταν και τον περιποιούνταν η πεθερά του Πέτρου.
Εδώ λοιπόν ήρθαν μετά τον γάμο στην Κανά, για να ξεκουραστούν λίγο, μετά τη κοπιαστική οδοιπορία ολόκληρης μέρας, ο Ιησούς με την μητέρα του και τους πρώτους μαθητές του.
Από εδώ, όμως, θα ξεκινούσε σε λίγο και την πρώτη του επίσημη περιοδεία σε όλη την Παλαιστίνη.
Παιδικές αναμνήσεις
Πλησίαζαν οι γιορτές του Πάσχα και από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης θα μαζευόντουσαν οι Εβραίοι στην Ιερουσαλήμ, για να γιορτάσουν τη μεγάλη γιορτή στον ένα και μοναδικό Ναό του Θεού, τον περίφημο Ναό του Σολομώντος.
Το Πάσχα ήταν η πιο μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Εβραίων. Γιόρταζαν εκείνη την ημέρα την απελευθέρωση τους από την δουλεία της Αιγύπτου και την γιόρταζαν με πολύ μεγάλη επισημότητα στην Ιερουσαλήμ, στο Ναό του Σολομώντος.
Όλοι οι Εβραίοι της Παλαιστίνης θεωρούσαν υποχρέωση τους να πάνε εκεί, για να εκτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και να φάνε το πασχαλινό αρνί.
Τη συνήθεια αυτή την είχαν και οι γονείς του Ιησού, οι οποίοι κάθε χρόνο πήγαιναν εκεί, τηρώντας το σημαντικό αυτό έθιμο των Εβραίων.
Βέβαια, γι’ αυτόν και την μητέρα του δεν ήταν μόνο το έθιμο που τους έφερνε κάθε χρόνο στην Ιερουσαλήμ, αλλά και κάτι άλλο πολύ πιο σημαντικό.
Η μητέρα του είχε ζήσει στο Ναό αυτό από τριών μέχρι δώδεκα χρονών, όταν την αφιέρωσαν στο Θεό οι γέροντες γονείς της. Έτσι, είχε πνευματικό συναισθηματικό δεσμό με τον ιερό αυτό χώρο, όπου έζησε η ίδια θαυμαστά γεγονότα με τον ουράνιο της Πατέρα.
Ο Ιησούς, πάλι, ένιωθε τη χαρά ότι ερχόταν στο σπίτι του φυσικού του Πατέρα, τον οποίο αγαπούσε και λάτρευε άπειρα.
Μπορεί σαν Θεός να ήταν ένα με τον Πατέρα του, αφού ο Ιησούς, ο Πατέρας του και το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Θεός τρισήλιος, δηλαδή τρισυπόστατος, κατά την θεολογική ορολογία.
Σαν τέλειος όμως άνθρωπος που ήταν, όπου η ανθρώπινη φύση είναι ασύγκριτα κατωτέρα από την Θεότητα, λάτρευε και αγαπούσε τον Θεό σαν παιδί και ζούσε πάντα με την σκέψη του ουράνιου Πατέρα του.
Έτσι κάθε φορά που βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ χαιρόταν πολύ να πηγαίνει τακτικά στο Ναό του Πατέρα του. Πόσες όμορφες αναμνήσεις είχε από τις διάφορες επισκέψεις του στον ιερό αυτό χώρο!
Μια, όμως, έμεινε ανεξίτηλη στο μυαλό του, σαν να ήταν χθες. Ήταν τότε που είχε γίνει 12 χρονών.
Ήταν η ηλικία που τα παιδιά των Εβραίων αρχίζουν να διδάσκονται τον νόμο του Θεού και να εκπαιδεύονται στα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
Τη χρονιά αυτή ήθελαν οι γονείς του, όταν θα πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ, να τον αφιερώσουν στον ουράνιο τους Πατέρα, για να γίνει Αυτός ο πραγματικός διδάσκαλος του μονάκριβου θησαυρού τους.
Η γιορτή του Πάσχα ήταν εκείνη τη χρονιά κάτι πολύ περισσότερο από συγκινητική για τον δωδεκάχρονο Ιησού και τους γονείς του.
Όταν τελείωσαν οι γιορτές του Πάσχα ξεκίνησαν όλοι οι προσκυνητές τον δρόμο της επιστροφής για τα σπίτια τους. Μαζί με αυτούς και οι γονείς του.
Είχαν ήδη κάνει όλοι τους δρόμο μιας ημέρας. Όταν κατά το σούρουπο κάθισαν να ξεκουραστούν από τον κόπο της ημέρας, αντελήφθησαν ο Ιωσήφ με τη Μαρία ότι ο Ιησούς δεν ήταν μαζί τους.
Κατά την διάρκεια της ημέρας δεν είχαν δώσει και πολλή προσοχή, γιατί νόμισαν ότι ήταν μαζί με άλλους φίλους και συγγενείς ταξιδιώτες.
Τώρα όμως που νύχτωσε δεν τον βρήκαν πουθενά. Όπου και αν τον αναζήτησαν, κανείς δεν ήξερε να τους πει τίποτα. Τρόμαξαν τότε τόσο πολύ, που με το πρώτο φως της ημέρας επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ για να τον αναζητήσουν.
Τρεις μέρες τον έψαχναν χωρίς να τον βρουν πουθενά. Την τέταρτη μέρα, όταν πήγαν να προσευχηθούν στο Ναό, για να τους φωτίσει ο Θεός τι πρέπει να κάνουν, τον βρήκαν εκεί, ανάμεσα στους θρησκευτικούς διδασκάλους των Εβραίων.
Ήταν καθισμένος ανάμεσα τους και συζητούσε μαζί τους. Εκείνοι τον ρωτούσαν δύσκολα θέματα και εκείνος τους απαντούσε και τους ερμήνευε με ευκολία όλα αυτά που δεν μπορούσαν οι ίδιοι μέχρι τώρα να καταλάβουν.
Τους μιλούσε για τον ουράνιο του Πατέρα με τέτοιο τρόπο, σαν να τον ήξερε προσωπικά και περιέγραφε τη θεϊκή Του αγάπη.
Τους έλεγε ότι ο ουράνιος μας Πατέρας είναι Πατέρας όλων των ανθρώπων, γι’ αυτό και τους αγαπά όλους με την ίδια αγάπη και τους θέλει όλους στην αγκαλιά Του.
Όταν μιλούσε το πρόσωπο του έλαμπε από ένα ανεξήγητο φως και τα λόγια του προκαλούσαν δέος από την σοφία που είχαν.
Οι σοφοί διδάσκαλοι με τα άσπρα μαλλιά, που είχαν γεράσει στη μελέτη των Γραφών άκουγαν και θαύμαζαν.
Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως είναι δυνατόν να βρίσκεται τόση σοφία στο κεφάλι ενός παιδιού δώδεκα χρονών.
Όταν τον είδε η μητέρα του, έτρεξε κοντά του και του είπε:
-Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Κοίταξε, ο πατέρας σου και εγώ σε γυρεύαμε γεμάτοι αγωνία.
Απόρησε ο Ιησούς και της λέει:
-Γιατί με γυρεύατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου;
Οι γονείς του δεν κατάλαβαν τότε τα λόγια που τους είπε, γιατί δεν ήξεραν ακόμα, ότι ο Ιησούς ήταν φυσικός Υιός του Θεού και μπορούσε να αποκαλεί το Ναό σπίτι του Πατέρα του.
Μετά από αυτό το επεισόδιο ο Ιησούς ακολούθησε τους γονείς του πίσω στη Ναζαρέτ και ζούσε με πολύ σεβασμό και αγάπη στους γονείς του, υποταγμένος σε ό,τι αυτοί του έλεγαν.
Τις όμορφες αυτές νοσταλγικές αναμνήσεις του Ιησού διέκοψαν οι μαθητές του, που ήρθαν να του πουν ότι είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν το ταξίδι τους για την Ιερουσαλήμ.
Στο Ναό του Σολομώντος
Η Ιερουσαλήμ ήταν η πρωτεύουσα και το κέντρο του Ιουδαϊσμού, αλλά και το φρούριο της Ιουδαϊκής θρησκείας.
Η ομορφιά της ήταν κυρίως τα λαμπρά και μεγαλόπρεπα κτίρια με τα οποία την είχε στολίσει ο Ηρώδης ο Μέγας αλλά, κυρίως, ο περίφημος Ναός του Σολομώντος, που ήταν το καμάρι των Εβραίων.
Ήταν κτισμένη πάνω σε άνυδρο ξερό έδαφος γεμάτο πέτρα. Έμοιαζε λίγο πολύ, σαν το πνεύμα των κατοίκων της που ήταν και αυτό ξερό και πνευματικά άγονο, γεμάτο υποκρισία, στενοκεφαλιά και αλαζονεία.
Πόσες φορές στο παρελθόν δεν καυτηρίασαν οι προφήτες τον ψεύτικο τρόπο της ζωής της, που ανάγκαζε τον Θεό να επεμβαίνει τακτικά και να τους επιπλήττει!
Οι διαφωνίες ήταν μέρος της ζωής του ακόμα και σε θέματα πίστης, γι’ αυτό και υπήρχαν ανάμεσα τους πολλές θρησκευτικές αποκλίσεις.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ανάμεσα τους μεγάλες και ισχυρές θρησκευτικές ομάδες που συνεχώς συγκρούονταν μεταξύ τους.
Την εποχή του Χριστού κυριαρχούσαν κυρίως δυο πολύ ισχυρές θρησκευτικές ομάδες, των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων.
Πολλές φορές ο Ιησούς στα κηρύγματα του αναφέρθηκε στις δύο αυτές ομάδες, καυτηριάζοντας την πλάνη και την υποκρισία τους.
Οι Σαδδουκαίοι ήταν οι αριστοκράτες της Ιουδαίας και εξηγούσαν με πιο απλό τρόπο τον νόμο, όμως δεν πίστευαν στην άλλη ζωή, ούτε στην ύπαρξη αγγέλων και πνευμάτων, γι’ αυτό και δεν ήθελαν να ακούν για την ανάσταση και την αθανασία της ψυχής.
Πίστευαν ότι το καλό και το κακό, και κατά συνέπεια η χαρά και η ευτυχία του ανθρώπου, εξαρτιόταν κυρίως από την θέληση και την προσωπική δύναμη του ανθρώπου και λιγότερο, ή σχεδόν καθόλου, από τις επεμβάσεις του Θεού. Η πίστη αυτή τους βοηθούσε να είναι στενόψυχοι, σκληροί και παραδόπιστοι με τα χρήματα.
Όλοι σχεδόν οι αρχιερείς ήταν βγαλμένοι από την τάξη των Σαδδουκαίων. Ήταν αρπακτικοί και πολύ φιλάργυροι, γι’ αυτό και χρησιμοποιούσαν πολλές φορές τη θρησκεία και τους πιστούς, για να γίνονται πλουσιότεροι.
Συμβιβαζόντουσαν εύκολα με οποιαδήποτε πολιτική εξουσία, γι’ αυτό και κατάφερναν να κρατούν πάντα την δική τους εξουσία ακέραιη και δυνατή.
Οι Φαρισαίοι, σε αντίθεση με τους Σαδδουκαίους, ήταν ασυμβίβαστοι πατριώτες και πολύ τυπικοί με την ερμηνεία του νόμου.
Ακολουθούσαν κατά γράμμα το νόμο και κανόνιζαν με χίλιους δυο τυραννικούς κανόνες κάθε λεπτό και στιγμή της ζωής τους. Από την πρώτη μέρα της γέννησης τους μέχρι την τελευταία του θανάτου τους, δηλαδή τα πάντα στη ζωή τους!
Με τον τρόπο αυτό καταπίεζαν τις θρησκευτικές συνειδήσεις των ανθρώπων, κάνοντας τους να ζουν όλοι ένα διαρκές άγχος, μήπως έσφαλαν σε κάτι εναντίον του Θεού.
Για τους Φαρισαίους αξία δεν είχε το πνεύμα του νόμου αλλά η τυπική εκτέλεση του, γι’ αυτό και παράβαιναν το πνεύμα του νόμου με διάφορες σοφιστικές ερμηνείες, προ-κειμένου να δικαιολογήσουν προσωπικές τους ορέξεις.
Αυτό εξηγούσε τον άκρατο εγωισμό τους και την υπεροπτική αυτοπεποίθηση τους στις διάφορες θρησκευτικές επιλογές τους.
Ωστόσο, τόσο οι Σαδδουκαίοι, όσο και οι Φαρισαίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι όλα αυτά που έλεγε και δίδασκε ο Ιησούς, γιατί, εκτός του ότι ήταν τελείως αντίθετα από όλα αυτά που πρέσβευαν και κήρυτταν οι ίδιοι, έβλεπαν και τον κόσμο να ρουφά αχόρταγα τη διδασκαλία του και να τον ακολουθούν όλοι όπως τα πρόβατα τον ποιμένα τους.
Οι προβληματισμοί και οι διαφωνίες τους για τα κηρύγματα του Ιησού θα γινόντουσαν σταδιακά όλο και πιο έντονες, μέχρι να καταλήξουν σε μια αδυσώπητη έχθρα εναντίον του Ναζωραίου κήρυκα.
Η αρχή της μεγάλης σύγκρουσης δεν ήταν μακριά και η κατάλληλη στιγμή είχε σχεδόν φθάσει.
Η μεγάλη γιορτή του Πάσχα πλησίαζε και απ’ όλα τα μέρη της Παλαιστίνης είχαν μαζευτεί στην Ιερουσαλήμ πλήθος Εβραίοι, για να γιορτάσουν στο Ναό του Σολομώντος.
Ο Ιησούς θα ξεκινούσε τώρα την πρώτη επίσημη περιοδεία του στην Ιουδαία, αλλά και την πρώτη μεγάλη σύγκρουση με την ψευτιά και την υποκρισία της θρησκευτικής πίστης.
Ο Ναός του Θεού στα Ιεροσόλυμα θα γινόταν το κέντρο της μεγάλης αυτής σύγκρουσης, επειδή ήταν και ο μοναδικός λατρευτικός ιερός χώρος στον οποίο οι Ιουδαίοι εκδήλωναν την πίστη και τα θρησκευτικά τους συναισθήματα στον ένα Θεό που λάτρευαν.
Ο Ναός του Σολομώντος είχε μεγάλη ιστορία. Στην αρχική του μορφή τον έχτισε πριν χίλια περίπου χρόνια ο βασιλιάς Σολομών και κατεστράφη σχεδόν ολοσχερώς μετά από τέσσερις περίπου αιώνες από τους Χαλδαίους.
Την εποχή του προφήτη Ιερεμία ο βασιλιάς των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσωρ ισοπέδωσε σχεδόν τελείως την Ιερουσαλήμ και κατάστρεψε το Ναό.
Οι Ιουδαίοι ξανάχτισαν τον Ναό και ο Ηρώδης ο Μέγας τον μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, χωρίς ωστόσο να τον αποτελειώσει.
Μετά την σταύρωση του Χριστού, γύρω στα 70 μ.Χ. καταστράφηκε ξανά, όταν οι Ρωμαίοι με τον στρατηγό Τίτο κατάστρεψαν ολοκληρωτικά την Ιερουσαλήμ και δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα.
Ο Ναός αυτός την εποχή του Χριστού ήταν μοναδικός σε μέγεθος, μεγαλείο, πλούτο και ομορφιά.
Ένας αυλόγυρος, που η κάθε του πλευρά είχε 225 μέτρα μάκρος, περιτριγύριζε πανύψηλα κτίρια που ήταν στολισμένα με κάτασπρα μάρμαρα, με πολύτιμη ξυλεία από κέδρους του Λιβάνου, με ελεφαντόδοντα και πολύ χρυσά-φι που έλαμπαν στο φως του ήλιου και προκαλούσαν δέος και θαυμασμό.
Οκτώ πελώριες πύλες οδηγούσαν σε μια αυλή τεραστίων διαστάσεων, όπου μια στοά με στέγη από πολύτιμα ξύλα κέδρου στηριζόταν πάνω σε τέσσερις σειρές κολόνες από κάτασπρο μονοκόμματο μάρμαρο.
Στην αυλή αυτή μπορούσαν να μπουν Εβραίοι, αλλά και αλλόθρησκοι που ερχόντουσαν για να δουν και να θαυμάσουν από κοντά τον περίφημο αυτό Ναό ή να κατηχηθούν στην εβραϊκή πίστη. Αυτή ήταν η αυλή των εθνών.
Ένας δεύτερος εσωτερικός φράχτης χώριζε τώρα τους Εβραίους από τους αλλόθρησκους και οδηγούσε σε μια δεύτερη εσωτερική αυλή, όπου μόνο οι Εβραίοι είχαν το δικαίωμα να μπαίνουν στο χώρο αυτό.
Όποιος ξένος τολμούσε να παραβεί το νόμο αυτό, το πλήρωνε με την ίδια του τη ζωή.
Εκεί μέσα ήταν κάτασπρος σαν χιόνι και αστραφτερός από χρυσάφι ο πιο άγιος και ιερός χώρος των Εβραίων, ο κύριος Ναός του Ισραήλ.
Ο Ναός αυτός δεν ήταν ένα απλό κτίσμα, αλλά μια σύνθεση πολλών κτισμάτων με στοές, προαύλια, αυλές εσωτερικές, μαρμαρένιες σκάλες, μεγαλόπρεπες σάλες και άλλα που η αριστοτεχνική αρχιτεκτονική τους προκαλούσαν δέος και θαυμασμό.
Στο τέλος όλων αυτών των κτιρίων, πιο ψηλό και πιο μεγαλόπρεπο υψωνόταν το Ιερό, η κατοικία του Θεού των Εβραίων.
Μια μαλαματένια κληματαριά, που το κάθε τσαμπί ήταν ίσα με το μέγεθος ενός ανθρώπου, στόλιζε την τεράστια πόρτα του.
Το Ιερό χωριζόταν σε δύο μέρη, σε δύο διαμερίσματα. Στο πρώτο διαμέρισμα ήταν κρεμασμένη η «επτάφωτη λυχνία», ο μεγάλος μαλαματένιος πολυέλεος με τις επτά λαμπάδες που έκαιγαν συνεχώς.
Εκεί φύλαγαν τους «άρτους της προθέσεως», το άλας και το λιβάνι για το θυμίαμα. Στο χώρο αυτό μόνο οι ιερείς έμπαιναν.
Το δεύτερο διαμέρισμα, μικρότερο σε μέγεθος από το πρώτο, ήταν τα «Άγια των Αγίων». Χωριζόταν από το πρώτο με ένα πολύ μεγάλο, βαρύ και παχύ καταπέτασμα, που ήταν όλο κεντημένο με αγγέλους και πουλιά.
Στο χώρο αυτό φύλαγαν παλιότερα μέσα σε μια χρυσή Κιβωτό τις πέτρινες πλάκες με τις δέκα εντολές που είχε δώσει ο Θεός στο Μωϋσή. Από τότε, όμως, που σε μια επιδρομή των εχθρών, ίσως των Χαλδαίων, χάθηκαν οι πλάκες αυτές, το διαμέρισμα αυτό έμεινε άδειο.
Στα «Άγια των Αγίων» μόνο ο Αρχιερέας έμπαινε μέσα και αυτό μόνο μια φορά το χρόνο.
Ο Ναός του Σολομώντος, όπως τον αποκαλούσαν όλοι προς τιμήν του πρώτου κτήτορα, του βασιλιά Σολομώντα, δεν ήταν μόνο το κέντρο της θρησκείας τους, αλλά και άλλα πολλά , όπως πανεπιστήμιο και δικαστήριο.
Εκεί συνεδρίαζε και το Σανχεδρίν, δηλαδή το Συνέδριο, που δίκαζε και έβγαζε τις αποφάσεις για το καθετί που είχε σχέση με το νόμο και τον τρόπο ζωής των Ιουδαίων.
Το Σανχεδρίν ήταν με λίγα λόγια το εθνικό Κοινοβούλιο του έθνους των Εβραίων.
Για όλα αυτά, αλλά και για άλλα πολλά, ο ένας και μοναδικός αυτός Ναός του Σολομώντος ήταν το καμάρι όλων των Εβραίων και η δόξα του Ισραήλ, που ενέπνεε σε όλο τον κόσμο δέος και σεβασμό.
Η μόνη φορά που έχανε την ιερότητα του και θύμιζε πιο πολύ αγορά παρά Ναός του Θεού ήταν η περίοδος των εορτών του Πάσχα.
Αιτία ήταν η παράδοση που είχαν οι Ιουδαίοι να προσφέρουν όλοι στο Ναό μια θυσία στο Θεό.
Κάθε Ιουδαίος, ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, αν ήταν δηλαδή πλούσιος ή φτωχός, όφειλε να προσφέρει σαν θυσία στο Θεό ένα ζώο, από βόδι ή αρνί, ή ένα περιστέρι.
Για τη διευκόλυνση των προσκυνητών και των θυσιών που επρόκειτο να γίνουν, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν στην πρώτη μεγάλη εσωτερική αυλή του Ναού διάφορα ζώα, όπως αρνιά, βόδια, καφάσια με περιστέρια και γενικά ό,τι άλλο χρησίμευε για τις θυσίες.
Κοντά στους ζωέμπορους που πουλούσαν τα ζώα, ήρθαν σιγά σιγά και άλλοι έμποροι, όπως εκείνοι που άλλαζαν τα ξένα νομίσματα σε εβραϊκά, επειδή ο νόμος διέταζε να πληρώνεται με εβραϊκά νομίσματα ό,τι θα αγοραζόταν μέσα στο Ναό.
Έτσι, στον Ιερό Ναό δεν μπορούσες πια ν’ ακούσεις προσευχές και ψαλμωδίες, αλλά βελάσματα αρνιών, γουργουρίσματα περιστεριών, μουγκανητά βοδιών, τις φωνές των εμπόρων, τις προσφορές των τοκογλύφων και τα παζαρέματα με τους καβγάδες αυτών που πουλούσαν και αγόραζαν.
Ο Ναός δεν θύμιζε τίποτα άλλο παρά μια αγορά. Μια αγορά όπου άνθρωποι και ζώα μπαινόβγαιναν και γέμιζαν το Ναό του Θεού με βρώμα και αηδία από τις λάσπες και τις ακαθαρσίες των ζώων.
Όταν λοιπόν ήρθε ο Ιησούς στο Ναό και είδε όλη αυτή την φοβερή κατάσταση αγανάκτησε η ευγενική του ψυχή κα εξεγέρθηκε.
Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπροστά στο κέρδος θα μπορούσαν να μετατρέψουν το Ναό του Θεού από χώρο προσευχής σε χώρο εμπορίου και σε μαγαζί για κέρδη.
Λυπήθηκε βαθιά ο Ιησούς για το κατάντημα των ανθρώπων και έκανε κάτι που κανείς μέχρι τότε δεν μπορούσε να φανταστεί.
Έκανε κάτι, που έδειχνε τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αληθινή ευσέβεια και τη ψεύτικη, τον αληθινό σεβασμό στον παντοδύναμο Θεό και την ασεβή λατρεία όπου ήταν σχεδόν όλοι τους εθισμένοι.
Αν το σπίτι του κάθε ανθρώπου είναι ένας χώρος που όλοι σεβόμαστε και οι νόμοι του κράτους το προστατεύουν σαν ιδιωτικό και ιερό χώρο, πόσο μάλλον πρέπει όλοι μας να σεβόμαστε τον άγιο Ναό του Θεού, που είναι το Σπίτι του Θεού!
Ο Ιησούς αντέδρασε με τέτοιο τρόπο που έκανε τους μαθητές του και κάθε ευσεβή Εβραίο να θυμηθεί αυτό που ήταν γραμμένο στα ιερά κείμενα:
«το μεγάλο και άσβηστο ενδιαφέρον μου για το σπίτι του Θεού θα με καταφάει σαν την φωτιά».
Ποιος εξάλλου ευσεβής Εβραίος θα μπορούσε να ανεχθεί βλέποντας το Σπίτι του Θεού, τον μοναδικό Ναό της θρησκείας του, να τον εξευτελίζουν και να τον μετατρέπουν από τόπο λατρείας σε μια κοινή κερδοσκοπική αγορά;
Πήρε, λοιπόν, ο Ιησούς μερικά σχοινιά, τα έπλεξε μεταξύ τους και αφού τα έκανε μαστίγιο, άρχισε με αυτά να διασκορπίζει και να διώχνει έξω από το Ναό εμπόρους και ζώα.
Αναποδογύρισε τα τραπέζια των κερδοσκόπων τοκογλύφων, σκόρπισε στο πάτωμα τα νομίσματα των αργυραμοιβών και γυρνώντας σ’ εκείνους που πουλούσαν τα ζώα μέσα στο Ναό, τους είπε με οργή:
«Πάρτε τα όλα αυτά από εδώ και μην κάνετε το Σπίτι του Πατέρα μου εμπορική αγορά».
Σαστισμένοι τον κοίταζαν όλοι, μα κανένας δεν τολμούσε να του εναντιωθεί.
Ο ευσεβής λαός, εξάλλου, εδώ και πολύ καιρό τα έβλεπε όλα αυτά και δυσανασχετούσε για τη μεγάλη ιεροσυλία, αλλά δεν μπορούσε κανείς να κάνει τίποτα.
Οι διαμαρτυρίες τους έπεφταν στο κενό, γιατί οι ιερείς με τους εκάστοτε Αρχιερείς προστάτευαν τους εμπόρους και τους τοκογλύφους, επειδή είχαν πολλά προσωπικά κέρδη από την εμπορία των ζώων και τις ανταλλαγές των νομισμάτων.
Οι έμποροι και οι αργυραμοιβοί, κρύβοντας την οργή τους από τη δίκαιη αγανάκτηση του Ιησού και των ευσεβών Ιουδαίων, πήγαν στον Ιησού και του είπαν:
«Με ποια εξουσία έχεις δικαίωμα να τα κάνεις όλα αυτά; Δώσε μας μια απόδειξη, για να πεισθούμε και εμείς».
Τα είπαν όλα αυτά, γιατί ήξεραν ότι τέτοια άδεια δεν του την είχαν δώσει ούτε οι ιερείς αλλά ούτε και ο αρχιερέας, ο οποίος ήταν ήδη πολύ θυμωμένος με τον Ιησού, επειδή θα έχανε πολλά κέρδη από αυτό που συνέβη.
Ο Ιησούς τους έδωσε τότε μια παράξενη απάντηση, που δεν μπόρεσαν ούτε αυτοί, αλλά ούτε και κανείς από τους μαθητές του να την καταλάβουν. Τους είπε:
«Γκρεμίστε τούτο το Ναό και εγώ μέσα σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω».
Ο θυμός και η κρυμμένη οργή των εμπόρων μετετράπη σε γέλια και κοροϊδία κατά του Ιησού και του είπαν:
«Ποιος είσαι συ που λες τέτοιες ανοησίες; Σαράντα έξι χρόνια έκαναν οι πρόγονοι μας για να τον κτίσουν και συ λες ότι σε τρεις μέρες μπορείς να τον ξαναχτίσεις»;
Ο Ιησούς δεν τους αποκρίθηκε, αλλά ούτε και θέλησε να τους δώσει περισσότερες εξηγήσεις.
Οι καρδιές τους όχι μόνο δεν ήταν δεκτικές στη χάρη του Θεού, αλλά και ανέτοιμες να κατανοήσουν το δικό του ρόλο στη σωτηρία των ψυχών.
Γι’ αυτό και δεν ήθελε να τους εξηγήσει ότι αναφερόταν στο δικό του σώμα, όταν μετά τη σταύρωση και το θάνατο του, θα ανασταινόταν μετά από τρεις μέρες.
Παραλληλίζοντας όμως ο Ιησούς το σώμα του με το Ναό του Θεού, μας δείχνει με τον καλύτερο τρόπο μια από τις πιο βασικές διδασκαλίες του ευαγγελίου του, που όλοι σχεδόν με το διάβα του χρόνου ξεχάσαμε.
Ότι, δηλαδή, το σώμα μας δεν είναι μόνο μια απλή υλική κατασκευή, που όταν κινείται, λέμε ότι είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, αλλά κάτι πολύ περισσότερο και πολύ ανώτερο, που αξίζει να δώσουμε προσοχή.
Το σώμα μας είναι ο υλικός Ναός της αθάνατης Ψυχής μας. Γι’ αυτό και λέει το Πνεύμα του Θεού στην αγία Γραφή:
«Όποιος καταστρέφει τον ναό του Θεού, δηλαδή το σώμα του, θα τον καταστρέψει ο Θεός».
Το ανθρώπινο σώμα πλάστηκε από τον Δημιουργό μας έτσι, ώστε να αποτελεί μια τέλεια θεϊκή κατασκευή, που να ενεργεί με βάση την θεϊκή νοημοσύνη και να χρησιμεύει σαν πολύτιμος Ναός της αθάνατης ψυχής μας.
Έτσι, όταν ο Θεός φύσηξε μέσα μας την θεϊκή Πνοή Του και μας έδωσε αθάνατη ψυχή, ευλόγησε ταυτόχρονα με το Άγιο Του Πνεύμα και το σώμα μας, για να μπορεί να ανταποκριθεί στην μεγάλη αποστολή του, να είναι δηλαδή, ο ιερός Ναός της αθάνατης ψυχής μας.
Η πράξη αυτή του Ιησού να εκδιώξει από το Ναό του Θεού κάθε μορφής βρομιάς και εμπορίας από αυτόν, ήταν ταυτόχρονα και μια θεϊκή εντολή ότι, πρέπει να προσέχουμε το σώμα μας, που είναι ιερός ναός της αθάνατης ψυχής μας και να μην τον μολύνουμε με λάθη και αμαρτίες που προσβάλλουν τον Κύριο μας.
Το περιστατικό αυτό μας βοηθά επίσης να κατανοήσουμε τη μεγάλη αξία και τον σημαντικό ρόλο που παίζουν οι δύο Ναοί του Θεού, μέσα από τους οποίους δοξάζεται ο επουράνιος Θεός.
Ο ένας Ναός είναι του σώματος μας. Ο άλλος Ναός είναι οι εκκλησιές που κτίζουμε, για να λατρεύουμε αφ’ ενός όλοι μαζί σαν αδέλφια τον Θεό Πατέρα μας και αφ’ ετέρου να μεταλαβαίνουμε μέσα σ’ αυτόν από τους ιερείς το υπέρτατο δώρο του Θεού, τη Θεία Κοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου