Σελίδες

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

3. ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  3  

ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ

* * *


Ιωάννης ο Βαπτιστής


Κάτω από τον ίσκιο ενός μεγάλου δέντρου στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού ήρθαν να κάτσουν λίγο να ξεκουραστούν και να δροσιστούν από τις καυτές ακτίνες του ήλιου, δυο φίλοι αγαπημένοι.

Ο ένας ήταν ο Ιωάννης, ο γιος του Ζεβεδαίου και ο άλλος ήταν ο Ανδρέας, ο γιος του Ιωνά. Ήρθαν να δουν τον αγαπημένο τους δάσκαλο Ιωάννη τον Βαπτιστή και ν’ ακούσουν τα σοφά του  λόγια.

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτοί που ήρθαν στον Ιορδάνη ποταμό, για να ακούσουν τον νεαρό προφήτη, να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους και να βαπτιστούν απ’ αυτόν. Πολύς κόσμος από την Ιερουσαλήμ και τα περίχωρα, αλλά και από όλη την Ιουδαία ήταν εδώ για τον ίδιο σκοπό.

Ποιος ήταν όμως αυτός ο νεαρός κήρυκας, που ήταν και δεν ήταν 30 χρονών, και δίδασκε, έλεγχε και στηλίτευε όλα τα κακά με τόση δύναμη και τόλμη;

Γονείς του ήταν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ και έμεναν σ’ ένα μικρό όμορφο χωριό στους πρόποδες ενός βουνού, νότια της Ιερουσαλήμ.

Ο πατέρας του, ο Ζαχαρίας, ήταν ιερέας και υπηρετούσε στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του Ελισάβετ ήταν μια πολύ απλή, ταπεινή, ευσεβής γυναίκα με πολύ καλοσύνη και ευγένεια.

Ωστόσο μια ντροπή και ένας μεγάλος καημός έτρωγε τα σωθικά τους, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά.

Την εποχή εκείνη εθεωρείτο μεγάλη κατάρα από τον Θεό να μη μπορείς να κάνεις παιδί, γι’ αυτό και ήταν μεγάλη προσβολή να λέγεται μια γυναίκα στείρα.

Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ δεν σταμάτησαν ποτέ να προσεύχονται και να παρακαλούν τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί.

Ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και τους έδωσε ένα αγόρι, που επρόκειτο να γίνει όχι μόνο ο μεγαλύτερος από όλους τους προφήτες, αλλά και πρόδρομος του Χριστού.

Σαν άγγελος ήρθε στη γη, να φέρει τη χαρά. Σαν άγγελος έζησε λιτά και ασκητικά για να γίνει ζωντανό παράδειγμα σε όλους εκείνους που με πολύ πόθο και αγάπη θα ήθελαν να αφιερωθούν στον Θεό.

Σαν άγγελος κήρυξε με δύναμη και τόλμη τον αληθινό δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου, που είναι η μετάνοια. Γι’ αυτό και ονομάστηκε «κήρυκας της μετάνοιας».

Ήταν επιθυμία του Θεού να γεννηθεί αυτός ο άγγελος, γι’ αυτό και γεννήθηκε το ευλογημένο αυτό παιδί από στείρους γονείς, χωρίς σαρκική αδυναμία, αλλά μόνο από πατρική και μητρική επιθυμία.

Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ήρθε να ενημερώσει τον Ζαχαρία, ότι σύντομα θα αποκτήσει ένα χαριτωμένο αγόρι, που ο Θεός ευλόγησε να γίνει ο Πρόδρομος του Χριστού.

Μια μέρα λοιπόν, που ο Ζαχαρίας ήταν στο ναό για να προσφέρει θυσία στο Θεό και να θυμιάσει, παρουσιάστηκε μπροστά του, μέσα σε ένα λαμπερό φως, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και του είπε:

-Μη φοβάσαι Ζαχαρία, με έστειλε ο Θεός να σου πω ότι άκουσε τις προσευχές σου και θα γεννήσει η γυναίκα σου Ελισάβετ ένα αγόρι και θα το ονομάσεις Ιωάννη. Το παιδί αυτό δεν θα φέρει μόνο σε σας χαρά, αλλά και σε πάρα πολύ κόσμο. Ενώ θα είναι ακόμα μέσα στην κοιλιά της μάνας του θα γεμίσει με τη χάρη και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και θα μιλά για τον Θεό όπως ο προφήτης Ηλίας, με πολλή αγάπη και θεϊκό έρωτα γι’ Αυτόν. Θα προετοιμάσει τις καρδιές των ανθρώπων, για να υποδεχτούν τον Χριστό και δεν θα φοβάται καθόλου όταν θα ελέγχει ή θα συμβουλεύει τους ανθρώπους. Θα γίνει αιτία να επιστρέψουν πολλοί στο Θεό και να μετανιώσουν για τα λάθη και τις αμαρτίες τους.

Σαν τ’ άκουσε αυτά ο Ζαχαρίας προς στιγμή λιποψύχησε και μια  σκέψη αμφιβολίας μπήκε μέσα του.

-Πως θα μπορούσε αυτό να γίνει, αφού και οι δυο μας είμαστε σε τόσο μεγάλη ηλικία; ρώτησε με απορία. Εγώ είμαι πια γέρος και η γυναίκα μου επίσης σε πολύ μεγάλη ηλικία.

Πόσο εύκολα εμείς οι άνθρωποι γινόμαστε ολιγόπιστοι, και δεν καταλαβαίνουμε ότι η πιο μεγάλη απόδειξη της αγάπης μας στο Θεό είναι να τον εμπιστευθούμε σε όλα και να τον υπακούμε, χωρίς αντίρρηση, όπως ένα μικρό παιδί τους γονείς του. Πόσο πληγώνει η ολιγοπιστία μας αυτή τον Θεό!

-Ζαχαρία, είπε τότε ο άγγελος, εγώ είμαι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, και στέκομαι συνέχεια δίπλα στο θρόνο του Θεού. Με έστειλε λοιπόν ο Θεός να σου μεταφέρω αυτό το χαρμόσυνο μήνυμα. Επειδή όμως δεν πίστεψες σ’ αυτά που σου είπα θα μείνεις από τώρα βουβός μέχρι να γεννήσει η γυναίκα σου και να ονομάσεις το άγιο αυτό παιδί Ιωάννη!

Πράγματι, από εκείνη τη στιγμή και μετά έμεινε ο Ζαχαρίας βουβός, χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Όλοι κατάλαβαν ότι κάτι πολύ σημαντικό του συνέβη μέσα στον Ναό.

Μετά από λίγο καιρό φάνηκε σ’ όλους η εγκυμοσύνη της πρώην στείρας. Η Ελισάβετ με δάκρυα χαράς ευχαριστούσε τον Θεό, που την αξίωσε έστω και στα γεράματα της να γευτεί την πιο γλυκιά στιγμή μιας γυναίκας, που είναι να κρατά στην αγκαλιά της ένα μωρό και να το θηλάζει με το ίδιο της το αίμα!

Όταν γεννήθηκε το παιδί και ήρθε η ώρα να του  δώσουν όνομα, επειδή ο Ζαχαρίας ήταν βουβός και δεν μπορούσε να μιλήσει, ζήτησε να του φέρουν μία πλάκα και έγραψε πάνω της το όνομα Ιωάννης. Μόλις όμως ακούστηκε το όνομα του παιδιού, ήρθε ξανά και η φωνή στο γέροντα Ζαχαρία.

Το θαύμα αυτό απλώθηκε παντού και έφτασε μέχρι τα μακρινά χωριά της Ιουδαίας.

 

Κήρυκας της μετανοίας

 

Από μωρό ακόμα φαινόταν ο Ιωάννης ότι ήταν διαλεχτό παιδί του Θεού και θα γινόταν στο μέλλον κάτι ξεχωριστό.

Όταν πέθαναν οι γονείς του, αποτραβήχτηκε μακριά από τον κόσμο και πήγε να ζήσει μόνος του και ασκητικά στη έρημο της Ιουδαίας. Φορούσε ρούχα ευτελή και σκληρά, από τρίχες καμήλας και μια πέτσινη ζώνη στη μέση.

Το φαγητό του ήταν πολύ απλό. Έτρωγε μέλι από άγριο μελίσσι και ακρίδες, δηλαδή τις άκρες από τα διάφορα φυτά και βότανα που φύτρωναν με αφθονία στη γύρω περιοχή.

Σύντομα ο ασκητικός τρόπος της ζωής του, αλλά και τα γεμάτα αγάπη στο Θεό λόγια του, που έδιναν πολλή ελπίδα στους αμαρτωλούς, τον έκαναν γνωστό σε πολύ κόσμο, που ερχόταν να τον δει και να τον ακούσει. 

Όταν λίγο αργότερα το όνομα του έγινε περισσότερο γνωστό και ξακουστό, ήρθε να εγκατασταθεί μόνιμα στις καταπράσινες όχθες του Ιορδάνη, χωρίς όμως να αποχωριστεί τελείως την αγαπημένη του ερημιά.

Έτσι, δίπλα από τα ορμητικά νερά του Ιορδάνη, ανάμεσα στις ανθισμένες ροδοδάφνες, τις μυρικιές και τους πάπυρους, κήρυττε στους ανθρώπους τη μετάνοια και τους βάφτιζε στα καθαρά νερά του Ιορδάνη ποταμού. Έλεγε σε όλους:

-Μετανοείτε για τις αμαρτίες σας και βαφτιστείτε, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας, γιατί πλησιάζει η Βασιλεία των Ουρανών.

Την εποχή εκείνη η θρησκευτική και ηθική αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής βρισκόταν σε αξιοθρήνητη κατάρρευση. Γι’ αυτό η φήμη της ασκητικής του ζωής και η αγιοσύνη του σαν αστραπή απλώθηκε γρήγορα παντού, σε όλη την Ιουδαία και τη Γαλιλαία.

Η βροντερή φωνή του, που προσκαλούσε όλους να μετανιώσουν για τις αμαρτίες τους, αναστάτωνε και συγκινούσε πολύ τον κόσμο, γιατί τα γεμάτα αγάπη και πόνο λόγια του, τα συνόδευαν πάντα τα μυροβόλα δάκρυα του, που έτρεχαν συνέχεια από τα μάτια του επίγειου αυτού αγγέλου. 

Ο Ιωάννης έβλεπε την κακία και την προστυχιά των ανθρώπων και πονούσε πολύ. Η λεπτή, ευγενική και καθαρή καρδιά του δεν άντεχε να βλέπει και να ακούει τόσες πολλές αμαρτίες που έκαναν οι άνθρωποι.

Γι’ αυτό και όταν έλεγχε τους ανθρώπους, έκλαιγε η καρδιά του και το έδειχναν τα μάτια του. Όλοι έβλεπαν τον αληθινό αυτό πόνο που έβγαινε μέσα από την καρδιά του, γι’ αυτό και δεν έμενε κανένας ασυγκίνητος όταν μιλούσε. 

Αυτός ήταν και ο λόγος που έκανε τους δύο αγαπημένους φίλους, τον Ιωάννη, τον γιο του Ζεβεδαίου και τον Ανδρέα, τον γιο του Ιωνά, να γίνουν μαθητές του και να έρχονται συχνά στις όχθες του Ιορδάνη για να τον ακούν.

Ο Ανδρέας ήταν πρακτικός τύπος, γι’ αυτό και τον έβρισκες πάντα δίπλα στον Βαπτιστή για να τον βοηθά.

Ο Ιωάννης, ήταν ρομαντικός και ονειροπόλος τύπος, γι’ αυτό και του άρεσε να σκέπτεται και να προσπαθεί να καταλάβει τα βαθιά νοήματα αυτών που άκουγε.

Έτσι και σήμερα, ακουμπισμένος ο Ιωάννης στον κορμό ενός μεγάλου βαθύσκιου δέντρου δίπλα στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, απολάμβανε τη δροσιστική σκιά του και άφηνε το μυαλό του να ταξιδεύει στα θεοφώτιστα, αλλά και αινιγματικά λόγια του διδασκάλου του.

 

Είμαι ο πρόδρομος του Μεσσία

 

Το κήρυγμα του Βαπτιστή Ιωάννη δεν προκαλούσε μόνο μετάνοια στους ανθρώπους, αλλά και μια γλυκιά προσμονή μήπως ήταν αυτός ο Μεσσίας που περίμεναν όλοι.

Την ίδια απορία δεν είχαν μόνο οι μαθητές του, αλλά και οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι των Ιουδαίων, έστω κι αν τα κίνητρα τους δεν ήταν και τόσο αγνά και ειλικρινή, όσο των άλλων απλών ανθρώπων.

Μια φορά έστειλαν οι Φαρισαίοι μερικούς δικούς τους ανθρώπους για να τον ρωτήσουν, τι είναι τελικά ο ίδιος και ποια είναι η διδασκαλία του. Αν είναι δηλαδή αυτός ο Μεσσίας, που περιμένουν όλοι, ή κάποιος άλλος από τους προφήτες. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τους απάντησε:

-Εγώ δεν είμαι τίποτα περισσότερο, από μια φωνή που φωνάζει δυνατά μέσα την έρημο και λέει: «ετοιμάσετε στην ψυχή σας τον δρόμο του Κυρίου και αναζητήστε με ευθύτητα μέσα στην καρδιά σας το αληθινό μονοπάτι που θα σας οδηγήσει σ’ Αυτόν».

Τότε εκείνοι τον ξαναρώτησαν:

-Τότε, γιατί βαφτίζεις, αφού δεν είσαι εσύ ο Χριστός, ούτε ο Ηλίας ή κάποιος άλλος από τους προφήτες; Τι θα πούμε ότι είσαι, σ’ αυτούς που μας έστειλαν;

-Να τους πείτε ότι εγώ σας βαφτίζω στο νερό. Έρχεται όμως πίσω μου αυτός που είναι πιο δυνατός από μένα, και που δεν είμαι άξιος ούτε το κορδόνι από το παπούτσι του να λύσω. Ήδη υπάρχει ανάμεσα σας αλλά εσείς δεν τον ξέρετε. Αυτός θα σας βαφτίσει με Άγιο Πνεύμα και φωτιά. Κρατάει στο χέρι του φτυάρι, για να καθαρίσει το αλώνι του. Θα μαζέψει το στάρι στις αποθήκες και το άχυρο θα το κάψει σε άσβηστη φωτιά.

Αυτά και άλλα πολλά είπε ο βαπτιστής Ιωάννης για τον αναμενόμενο Μεσσία και έκανε την καρδιά του νεαρού μαθητή να σκιρτά γλυκά από την προσμονή, πότε θα γνωρίσει και αυτός προσωπικά τον ίδιο τον Μεσσία.

Ήθελε πολύ να γίνει δικός του μαθητής και να πάρει το άγιο Πνεύμα. Η λαχτάρα της καρδιάς του Ιωάννη, του νεαρού γιού του Ζεβεδαίου, να γνωρίσει τον Μεσσία και να βαφτιστεί με το άγιο Πνεύμα, έμοιαζε με τα ορμητικά νερά του Ιορδάνη.

Ο Ιορδάνης ποταμός, που στα εβραϊκά σημαίνει Γοργοπόταμος, έπαιρνε τα νερά του από τρεις πηγές.

Η μια πηγή ήταν στο όρος Ερμών, η δεύτερη πηγή ήταν σ’ ένα βουνό βόρεια της πόλης Δαν και η τρίτη πηγή, που ήταν και η πιο μακρινή, ήταν σε ένα λόφο βόρεια της πόλης Καισάρειας του Φιλίππου.

Τα νερά αυτά μετά από κάποιες διαδρομές, διέσχιζαν τη λίμνη της Τιβεριάδος, πότιζαν σχεδόν όλη την Παλαιστίνη και στο τέλος χυνόντουσαν με ορμή στη Νεκρά Θάλασσα.

Το μέρος που διάλεξε ο Βαπτιστής Ιωάννης για να διδάσκει και να βαφτίζει τους ανθρώπους ήταν πανέμορφο, ένα κομμάτι του παραδείσου. Στο μέρος αυτό τα νερά έτρεχαν με πολλή ηρεμία και γαλήνη, γι’ αυτό και άρεσε πολύ στους δύο μαθητές του Βαπτιστή, τον Ιωάννη και τον Ανδρέα.

Την ημέρα εκείνη που ο Ιωάννης άκουσε τον δάσκαλο του να λέει ότι, ο Μεσσίας θα βάφτιζε τους μαθητές του με το Άγιο Πνεύμα, η ψυχή του συνταράχτηκε.

Κατανόησε γρήγορα ότι το πνευματικό κλειδί, για να ξεκλειδώσει κάποιος τα θεϊκά μυστήρια του Ουρανού και να γευθεί η ψυχή του την αληθινή χαρά, ειρήνη και ευτυχία, ήταν μόνο το άγιο Πνεύμα.

Ο ρομαντικός φιλόσοφος γιος του Ζεβεδαίου κατάλαβε ότι χωρίς το βάφτισμα με το Άγιο Πνεύμα , που υποσχόταν ο Μεσσίας σ’ αυτούς που θα τον πίστευαν και ακολουθούσαν την διδασκαλία Του, κανείς δεν θα μπορούσε να πετύχει απολύτως τίποτα. 

Γι’ αυτό το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να βρει τον Μεσσία, να γίνει δικός του μαθητής και να βαφτιστεί με το άγιο Πνεύμα!

 

Ο αμνός του Θεού

 

Τις βαθυστόχαστες σκέψεις του Ιωάννη ήρθε να διακόψει η βροντώδη φωνή του φίλου του, του Ανδρέα, που τον προσκαλούσε  να πάει γρήγορα κοντά του, γιατί ήθελε να τους δείξει κάτι ο Βαφτιστής.

Σηκώθηκε λοιπόν ο Ιωάννης γρήγορα και έτρεξε κάτω στο ποτάμι. Πρώτη φορά έβλεπαν ο Ανδρέας και ο Ιωάννης τον διδάσκαλο τους έτσι.

Ήταν πολύ εμφανής η εσωτερική ταραχή που είχε. Δεν ήταν όμως, μια ταραχή από στεναχώρια ή κάτι άσχημο, αλλά μια αγωνιώδης προσμονή για αυτό που έβλεπε.

Τα μάτια του είχαν βουρκώσει από χαρά και αγωνία και  κοιτούσαν με επιμονή κάποιον μακριά, ενώ τα χείλη του αποκάλυπταν με σιγανή φωνή αυτό που ένιωθε η ψυχή του: 

-Θεέ μου, αυτός είναι για τον οποίο μου μιλούσες τόσο καιρό; Αυτός είναι ο αγαπημένο σου Υιός, που έστειλες για να μας σώσει; Αυτός είναι που θα μας βαφτίσει με το Άγιο Πνεύμα;

Τέτοια συγκίνηση στον Βαπτιστή δάσκαλο τους δεν είχαν ξαναδεί, όσο καιρό τον γνώριζαν,  ο Ιωάννης και ο Ανδρέας.

-Τι συμβαίνει, δάσκαλε μας, και είσαι τόσο αναστατωμένος; Τι κοιτάς μακριά και είσαι τόσο συγκινημένος; είπε ο Ανδρέας.  

Ο Βαφτιστής, στα λόγια του μαθητή του, σαν να συνήλθε απότομα από κάποια ουράνια έκσταση που έβλεπε. Γύρισε, είδε τους αγαπημένους του μαθητές και σηκώνοντας το χέρι, τους έδειξε αυτόν που ερχόταν με αργά βήματα κοντά τους. Με φανερή συγκίνηση, είπε:

-Να, ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Θεού, που ήρθε στη γη για να σηκώσει στις πλάτες τους τις αμαρτίες του κόσμου! Να, αυτός που σας έλεγα ότι είναι πιο δυνατός από μένα, που εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω τα κορδόνια των παπουτσιών του! Να, αυτός που υπήρχε πριν καν ακόμα εγώ γεννηθώ! Να, αυτός για τον οποίο με έστειλε ο Θεός Πατέρας να προετοιμάσω τον δρόμο του. Εγώ ήρθα πρώτος για να βαφτίσω με το νερό της μετανοίας αυτούς που θα μετανιώσουν για τις αμαρτίες τους και να φανερώσω σε όλους τους ανθρώπους ποιος είναι Εκείνος που θα έρθει μετά από μένα για να τους βαφτίσει με το άγιο Πνεύμα!

-Τον ξέρεις, ποιος είναι αυτός; ρώτησε δειλά ο Ανδρέας.

-Ούτε και εγώ δεν ήξερα ποιος πραγματικά είναι, αλλά ο Θεός που με έστειλε να βαπτίζω, μου είπε: «σε όποιον δεις πάνω του το Πνεύμα Μου, αυτός είναι που θα βαφτίζει με Άγιο Πνεύμα». Να, τώρα αυτός που έρχεται σε μένα, είναι αυτός για τον οποίο σας έλεγα. Αυτός είναι ο Υιός του Θεού, που ήρθε σαν αρνί να θυσιαστεί και να σώσει τον κόσμο!   

Ενώ έλεγε τα λόγια αυτά ο Ιωάννης, ο Ιησούς είχε ήδη πια φθάσει κοντά του. Η όψη του προσώπου του είχε μια θεϊκή μεγαλοπρέπεια και ήταν λουσμένη με ένα λαμπερό φως.

Ο Ιησούς πλησίασε τον Βαπτιστή, τον κοίταξε με πολύ πατρική στοργή και αγάπη και του ζήτησε να τον βαφτίσει.

Ο Ιωάννης με τρεμάμενη φωνή από συγκίνηση του λέει:

-Κύριε, εγώ έχω ανάγκη να βαφτιστώ από σένα και συ έρχεσαι σε μένα;

-Έτσι πρέπει να γίνει, Ιωάννη. Χρέος μας είναι να κάνουμε καθετί που είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και το ζητάει ο Νόμος.

Τα λόγια αυτά αφόπλισαν τον ταπεινό και υπάκουο Ιωάννη και βάφτισε τον αναμάρτητο Υιό του Θεού Ιησού!

 

Ουράνια ομολογία

 

Τότε όμως, ξαφνικά, λες και άνοιξε ο ουρανός απ’ άκρη σε άκρη και μέσα από ένα εκτυφλωτικό φως φάνηκε ένα πανέμορφο περιστέρι, που ήρθε και κάθισε επάνω στο κεφάλι του Ιησού!

Ήταν το Πνεύμα του Θεού, που με τη μορφή του περιστεριού ήρθε να βεβαιώσει ποιος ήταν αυτός που θα βάφτιζε με τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος κάθε άνθρωπο που θα πίστευε στον Θεάνθρωπο Μεσσία Ιησού!

Γιατί μόνο Αυτός είχε πλέον την εξουσία από τον Θεό Πατέρα να βαφτίζει με άγιο Πνεύμα κάθε πολίτη του ουράνιου βασιλείου του Θεού! 

Το πρόσωπο του Ιησού έλαμψε σαν τον ήλιο, ενώ ψηλά από τον ουρανό ακούστηκε η γλυκιά φωνή του Θεού να λέει:  

-Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, στον οποίο έδωσα όλη μου την αγάπη. Αυτός είναι ο εκλεκτός μου! Να τον ακούτε και με εμπιστοσύνη να τον ακολουθείτε. 

Φόβος και δέος κατέλαβε τον Βαπτιστή Ιωάννη και τους μαθητές. Ο Θεός αποκάλυπτε εκείνη τη στιγμή στους ανθρώπους τον ίδιο Του τον Γιο, για να τον πιστέψουν, να τον εμπιστευθούν και να τον ακολουθήσουν στα μονοπάτια της σωτηρίας.

Δεν ήταν μόνο μια απλή ομολογία του Θεού Πατέρα για τον Γιο του, αλλά και μια σημαντική υπόδειξη τι έπρεπε κάποιος να κάνει για να πετύχει τη σωτηρία του και την ένωση του με τον ίδιο τον Θεό.

Αποκάλυπτε τα τρία πολύτιμα σκαλοπάτια, που έπρεπε κάποιος να ανέβει, για να βαπτισθεί με το Άγιο Πνεύμα και να ενωθεί με τον Θεό.

Ακλόνητη πίστη στον Ιησού, γιατί αυτός είναι ο αγαπημένος Υιός του Θεού. Εμπιστοσύνη στα θεϊκά Του λόγια, γιατί Αυτός είναι ο Μεσσίας που έστειλε ο Θεός για να σωθεί ο κόσμος και υπακοή στις θεϊκές Του εντολές, αν θέλουμε να μας βαφτίσει με το Άγιο Πνεύμα!

Τα τρία αυτά είχε εξάλλου ζητήσει ο Θεός από τον άνθρωπο όταν τον δημιούργησε, για να έχει στην καρδιά του χαρά και ειρήνη και να ζει ευτυχισμένος στον Παράδεισο.

Αυτά τα τρία έχασαν οι πρωτόπλαστοι, όταν εμπιστεύτηκαν τον σατανά και υπάκουσαν στις προτροπές του, με αποτέλεσμα να βγουν έξω από τον Παράδεισο.

Πόσο μεγάλη καταστροφή μπορεί να φέρει η αμφιβολία μας στην αγάπη του Θεού! Καταφέρνει να πληγώσει καίρια τη σχέση μας με τον Θεό και μας αφήνει να γλιστρήσουμε στα σκαλοπάτια της ολιγοπιστίας, ώστε να κάνουμε εύκολα ό,τι μας λέει ο σατανάς!

Τότε όμως, μόνοι μας απομακρύνουμε από τη ζωή μας το Άγιο Πνεύμα και έρχεται αναπόφευκτα στη ψυχή μας το σκοτάδι της κόλασης!

Το να αμφιβάλλει κανείς για την αγάπη του Θεού και να ακολουθεί τις συμβουλές του πονηρού Εωσφόρου, σίγουρα δεν υπάρχει χειρότερη πτώση απ’ αυτήν!

Και όμως, αυτό συνέβη στους πρωτόπλαστους και βγήκαν έξω από τον Παράδεισο. Αυτό ήρθε τώρα ο Ιησούς σαν Μεσσίας να αποκαταστήσει

Με την αναμονή του λυτρωτή Μεσσία ζούσαν οι άνθρωποι όλα αυτά τα χρόνια που περνούσαν, περιμένοντας τον ερχομό του για να λυτρωθούν από τα δεσμά της αμαρτίας, έστω κι αν με την πάροδο του χρόνου ο πραγματικός ρόλος του Μεσσία είχε τελείως διαστρεβλωθεί.

Την ίδια αγωνία, πότε θα έρθει ο Μεσσίας, είχε και ο γιος του Ζεβεδαίου Ιωάννης, γι’ αυτό όταν άκουσε τον Βαπτιστή Ιωάννη να λέει:  «να, ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Θεού, που ήρθε στη γη για να σηκώσει στις πλάτες τους τις αμαρτίες του κόσμου», χάρηκε τόσο πολύ. Με συγκίνηση αναφώνησε:

-Ω, Θεέ μου! Ώστε ο Ιησούς είναι ο αληθινός Μεσσίας, που θα μας λυτρώσει από τα πονηρά δεσμά και την κακία του σατανά και θα μας δείξει τι πρέπει να κάνουμε, για να έρθουμε ξανά κοντά σου, στη δική σου θεϊκή αγκαλιά!

Του φαινόταν απίστευτο, ότι μπόρεσε ν’ ακούσει από τον ουρανό την φωνή του Θεού Πατέρα, που να λέει ότι ο Ιησούς είναι ο μονογενής Του Υιός και το άγιο Πνεύμα, σαν πανέμορφο περιστέρι, να κάθεται πάνω στο κεφάλι του Ιησού!

Με έκπληξη και θαυμασμό κοιτούσε την θεϊκή μορφή του γαλήνιου Ιησού, που μόλις είχε βαφτιστεί και που, πριν προ-λάβουν να καταλάβουν τι συνέβη, είχε ήδη βγει από το ποτάμι και έφυγε γρήγορα.

Ο Ιησούς μετά την βάφτιση του από τον Πρόδρομο Ιωάννη, κατευθύνθηκε με γοργά βήματα πέρα από τον Ιορδάνη, όπου υπήρχε μια μεγάλη έρημος.

Εκεί θα έμενε μόνος του για σαράντα μερόνυχτα με μόνη συντροφιά τα θηρία της ερήμου, νηστεύοντας και αντιμετωπίζοντας τους πειρασμούς του διαβόλου.

Το έργο για το οποίο ήρθε στη γη μόλις άρχιζε. Ο πόλεμος ανάμεσα στο αληθινό φως του Θεού και στο σκοτάδι του διαβόλου μόλις ξεκίνησε.

Ο ίδιος ο Θεός μέσα από τον ενσαρκωμένο Γιο Του, τον Ιησού, θα υπερασπιστεί προσωπικά τα παιδιά Του και θα τους δείξει έμπρακτα πως να πολεμούν τον αιώνιο εχθρός τους, για να μην πλανηθούν ξανά όπως τότε που κατάφερε ο σατανάς να τους βγάλει έξω από τον Παράδεισο.

Αλήθεια, τί τρομερό είχε συμβεί τότε στον Παράδεισο, ώστε να αναγκαστεί ο ίδιος ο Υιός του Θεού να έρθει στη γη για να γίνει άνθρωπος σαν και εμάς και να μας σώσει; Γιατί τώρα πήγαινε στην έρημο για να πειραχτεί από το διάβολο;

Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε το βαθύτερο νόημα όλων αυτών των γεγονότων, εάν δεν μάθουμε πρώτα τι τρομερό συνέβη στους πρωτόπλαστους μέσα στον Παράδεισο από τον δόλιο Εωσφόρο.

Ας δούμε λοιπόν τι λέει η Αγία γραφή για την δημιουργία του ανθρώπου και ποιος είναι αυτός ο Εωσφόρος, που εξαπάτησε μέσα στον Παράδεισο τον πρωτόπλαστο άνθρωπο και θέλει τώρα ξανά να πειράξει σαν άνθρωπο μέσα στην έρημο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. 

 

Ο πνευματικός κόσμος των Αγγέλων

 

Πριν δημιουργήσει ο Θεός τον υλικό κόσμο που βλέπουμε, δηλαδή τον ουρανό και τη γη με τα ζώα και τα φυτά και μετά όλους εμάς τους ανθρώπους, έφτιαξε πρώτα έναν άλλον κόσμο, τον πνευματικό  κόσμο.

Λέγεται πνευματικός, άυλος και αόρατος κόσμος, επειδή δεν είναι υλικός, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να τον δούμε με τα ανθρώπινα μάτια μας. Ο πνευματικός αυτός κόσμος είναι οι άγγελοι του ουρανού.

Στο Σύμβολο της Πίστεως μας λέμε:

«Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων».

Έφτιαξε, λοιπόν, ο Θεός ένα αναρίθμητο πλήθος αγγέλων που φτερούγιζαν γύρω από τον θεϊκό Του θρόνο και Τον δοξολογούσαν ακατάπαυστα με τις αγγελικές τους φωνές.

Οι άγγελοι αγαπούν και λατρεύουν τον Θεό Πατέρα και τον μονογενή Του Υιό με απόλυτη υπακοή και αφοσίωση και ζουν μέσα στο υπέροχο ουράνιο βασίλειο, του Θεού.

Λάμπουν από ουράνιο φως και είναι πάρα πολύ όμορφοι. Το άγιο Πνεύμα πλημμυρίζει τις αγγελικές τους υπάρξεις με Φως και Αγάπη και έχουν πάντα μέσα τους απόλυτη χαρά, ειρήνη και ευτυχία.

Μέσα στα πολλά χαρίσματα που τους έδωσε ο Θεός, όταν τους δημιούργησε, τους έδωσε και το πολύτιμο δώρο της ελευθερίας, να μπορούν δηλαδή μόνοι τους και ελεύθερα να αποφασίζουν ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

Ο Θεός ήθελε όλα τα πλάσματα του να τον αγαπούν και να υπακούν στις θεϊκές του εντολές με τη θέληση τους και όχι με εξαναγκασμό ή βία.

Οι άγγελοι, ανάλογα με το έργο που τους έδωσε ο Θεός, είναι χωρισμένοι σε εννέα μεγάλες ομάδες που λέγονται τάγματα. Κάθε τάγμα έχει και ένα όνομα.

Τα ονόματα των εννέα ταγμάτων είναι τα εξής: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές, Αρχάγγελοι, και Άγγελοι.

Στην αρχή τα τάγματα των αγγέλων ήταν δέκα.  Αρχηγός στο δέκατο τάγμα ήταν ο Εωσφόρος. Ο Εωσφόρος, όμως, ζήλεψε κάποια στιγμή τη δόξα του Υιού του Θεού και αποφάσισε να πάρει με δόλιο τρόπο τον ένδοξο θρόνο Του.

Ήθελε να γίνει και αυτός θεός, για να εξουσιάζει όλη τη δημιουργία του Θεού. Έτσι, με πονηριά και με δόλια λόγια προσπάθησε να πείσει και όλους τους άλλους αγγέλους να τον εμπιστευθούν και να τον ακολουθήσουν στο σατανικό του σχέδιο.

Τότε, όμως, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στάθηκε μπροστά σε όλους τους αγγέλους και με πολλή δύναμη και χάρη τους μίλησε για την αγάπη και την ευγνωμοσύνη που πρέπει όλοι να έχουν στο Θεό Πατέρα.

Τους είπε πως είναι μεγάλο λάθος να εμπιστευθούν τον πονηρό Εωσφόρο αντί τον Δημιουργό τους και να φαίνονται έτσι ολιγόπιστοι και αγνώμονες στον ίδιο το Θεό τους.

Οι άγγελοι, με βάση το δώρο της ελευθερίας που τους είχε δοθεί, έπρεπε τώρα από μόνοι τους να αποφασίσουν ποιον θα πιστέψουν και ποιον θα ακολουθήσουν.

Όλοι οι άγγελοι, εκτός από εκείνους που ήταν στο τάγμα του Εωσφόρου, όταν άκουσαν τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, κατάλαβαν την πονηριά του Εωσφόρου και απομακρύνθηκαν αμέσως από κοντά του.

Με αρχηγό μάλιστα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ γονάτισαν στο θρόνο του Θεού και δήλωσαν απόλυτη υποταγή και αφοσίωση στον Δημιουργό τους.

Ο Θεός ευλόγησε τους πιστούς αυτούς αγγέλους και τους έδωσε ένα καινούριο χάρισμα. Να είναι στο εξής σταθεροί και ασάλευτοι στο καλό και στην αρετή και τίποτα να μη μπορεί πλέον να τους επηρεάζει.

Ευλόγησε επίσης και τον πιστό Του Αρχάγγελο Μιχαήλ, ο οποίος με την σταθερή του πίστη, αγάπη και αφοσίωση βοήθησε όλους τους υπόλοιπους αγγέλους να μη παρασυρθούν από την πονηριά του Εωσφόρου.

Τον έκανε Αρχιστράτηγο όλων των αγγελικών ταγμάτων και του έδωσε την πιο τιμητική θέση στο Ουράνιο Βασίλειο, να είναι δηλαδή πάντα δίπλα στον ένδοξο θρόνο του Θεού.

Όλοι οι άγγελοι άρχισαν τότε να υμνούν και να δοξολογούν με πολλή χαρά τον άγιο Θεό, ώστε όλο το ουράνιο βασίλειο να αντηχεί από τους αγγελικούς τους ύμνους:

«Άγιος, άγιος, άγιος» και «Αλληλούια», που σημαίνει «δόξα στο Θεό».

 

Από άγγελοι γίνονται πονηρά πνεύματα

 

Ο Θεός λυπήθηκε πολύ για τον εγωισμό και την αγνωμοσύνη του Εωσφόρου, αλλά και όλων εκείνων των αγγέλων που τον ακολούθησαν.

Λυπήθηκε όμως πιο πολύ, γιατί, ενώ ήξεραν ότι αυτό που έκαναν ήταν μεγάλο λάθος προς τον Δημιουργό τους, δεν μετανόησαν και δεν ζήτησαν συγνώμη για να αποκαταστήσουν το λάθος τους και να τους συγχωρήσει.

Έτσι, ο Θεός, για να μη μολυνθεί η αγιότητα του ουράνιου βασιλείου Του, έβγαλε αμέσως έξω από τον Παράδεισο τον Εωσφόρο και όλους τους αγγέλους που τον πίστεψαν και τον ακολούθησαν.

Βγαίνοντας όμως, ο Εωσφόρος και οι άγγελοι του έξω από το ουράνιο βασίλειο, τους εγκατέλειψε αμέσως η χάρις του Αγίου Πνεύματος που τους σκέπαζε και το φως με το οποίο έλαμπαν.

Από όμορφοι και καλοί που ήταν, έγιναν τόσο πολύ κακοί και άσχημοι, που δεν μπορούσε πλέον κανείς να τους δει χωρίς να τρομάξει από τη σατανική τους μορφή!

Οι αρετές και τα χαρίσματα που είχαν, χάθηκαν και η ύπαρξη τους γέμισε μίσος και κακία για το Θεό και τη δημιουργία Του. Από άγγελοι είχαν μεταμορφωθεί σε δαίμονες και για κατοικία τους είχαν τώρα τη φριχτή κόλαση.

Το έργο τους πλέον ήταν να κάνουν μόνο κακό και να καταστρέφουν. Αλλοίμονο σ’ εκείνους που θα τους πίστευαν και θα τους ακολουθούσαν. Θα τους έκαναν δυστυχισμένους, όπως ήταν και εκείνοι.

Ο Θεός μετά την πτώση του Εωσφόρου και των αγγέλων του, αποφάσισε να αντικαταστήσει το τάγμα τους. Έτσι έφτιαξε το πιο τέλειο δημιούργημα Του, τον άνθρωπο, ώστε όσοι από τους ανθρώπους θα ζούσαν στη γη σωστά, σαν άγγελοι, σύμφωνα με το άγιο θέλημα Του, θα αποτελούσαν το νέο δέκατο τάγμα στο ουράνιο Του βασίλειο.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που μας μισούν εμάς τους ανθρώπους οι δαίμονες και μας πολεμούν με πολλή κακία και πονηριά. Δεν μπορούν να μας βλέπουν να τους παίρνουμε τη θέση που είχαν οι ίδιοι στο ουράνιο βασίλειο.

Για να κερδίσουν τις ψυχές μας και να τις οδηγήσουν στο δικό τους σκοτεινό βασίλειο της κόλασης, προσπαθούν με χίλιους δυο τρόπους να μας κάνουν να πέφτουμε σε λάθη και αμαρτίες.

Ξέρουν πολύ καλά ότι οι αμαρτίες έχουν τη δύναμη να διώξουν από πάνω μας τη χάρη του αγίου Πνεύματος και να μας απομακρύνουν από τον Θεό.

Οι δαίμονες μας φοβούνται πολύ, όταν αγαπούμε και εμπιστευόμαστε το Θεό με απλότητα και ταπείνωση, γιατί έτσι δεν μπορούν να μας πειράξουν εύκολα.

Η αγάπη που έχουμε στην καρδιά μας για τον Θεό, τους καίει και τους διώχνει μακριά. Γι’ αυτό και προσπαθούν να μας πειράξουν κυρίως με δύο τρόπους. Αφ’ ενός να μας βάζουν λογισμούς ολιγοπιστίας και αμφιβολίας για το Θεό και την αγάπη που μας έχει και αφ’ ετέρου να μας πείθουν με δολιότητα να κάνουμε πολλά λάθη και αμαρτίες.

Ο πολυεύσπλαχνος Θεός Πατέρας μας, για να μας βοηθήσει και να μας προστατέψει από τις κακίες και τις πονηριές των δαιμόνων, έβαλε δίπλα μας σαν πολύτιμους βοηθούς όλους τους αγγέλους, αλλά και προσωπικά για τον καθένα μας έναν φύλακα άγγελο προστάτη.

Οι άγγελοι είναι για τους ανθρώπους οι πιο καλοί και πιστοί φίλοι. Ειδικά ο φύλακας άγγελος μας, μας αγαπά με πολύ μητρική αγάπη, όπως ακριβώς μια μάνα το παιδί της.

Μιλούν μυστικά στη ψυχή μας, πώς να ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και να μην κάνουμε ότι μας λέει ο σατανάς. Χαίρονται πολύ όταν μας βλέπουν να προσευχόμαστε στο Θεό και προσεύχονται και αυτοί μαζί μας.

Όταν τους αγαπάμε και ζητούμε τη βοήθεια τους, τους δίνουμε περισσότερη δύναμη, για να μας προστατεύουν αόρατα από τις επιθέσεις των δαιμόνων και να μας κατευθύνουν στο καλό και την αρετή.

Μας βοηθούν επίσης να μετανιώνουμε για τα λάθη και τις αμαρτίες μας και να ζητάμε από τον Θεό συγνώμη. Λυπούνται πολύ, όταν μας βλέπουν να απομακρυνόμαστε από τον Θεό και να γινόμαστε με την αμαρτωλή ζωή μας φίλοι των δαιμόνων.

Προσπαθούν πάντα να μας υπενθυμίζουν ότι, όσοι από μας θα αγαπούν τον Θεό και θα υπακούν στις θεϊκές Του εντολές, θα βρεθούμε μια μέρα μαζί τους στον Παράδεισο, ενώ όσοι θα ακολουθούν τον σατανά και τα πονηρά του έργα θα πάνε στην κόλαση. 

Ο Εωσφόρος και οι δαίμονες μισούν πολύ τους αγγέλους, επειδή δεν τους αφήνουν να κάνουν στους ανθρώπους αυτά που έκαναν στον Αδάμ και στην Εύα στον Παράδεισο.

Τι συνέβη, αλήθεια, μέσα στον Παράδεισο; Τί έκανε ο Εωσφόρος στους πρωτόπλαστους; Τί λέει η Αγία Γραφή; 

 

Ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο

 

Ο Θεός μετά την δημιουργία του πνευματικού κόσμου των αγγέλων και την πτώση του Εωσφόρου και των αγγέλων του, αποφάσισε να φτιάξει έναν υπέροχο υλικό κόσμο και μετά να βάλει μέσα σ’ αυτόν, για να τον κατοικήσει, το πιο τέλειο και αγαπημένο Του δημιούργημα, τον άνθρωπο. 

 Έτσι, μέσα σε έξι μέρες δημιούργησε με μια κάθε φορά προσταγή Του, την πανέμορφη και υπέροχη υλική δημιουργία που βλέπουμε.

Έκανε τον απέραντο ουρανό, με τον ήλιο και τα αναρίθμητα αστέρια και τη γη με τα δένδρα, τα λουλούδια, τα διάφορα ήμερα και άγρια ζώα, καθώς επίσης τις λίμνες, τα ποτάμια και την απέραντη θάλασσα με τα μικρά και τα μεγάλα ψάρια.

Ήταν μια φανταστική δημιουργία που έκανε ακόμα και τους αγγέλους να θαυμάσουν και να δοξάσουν με ύμνους και δοξολογίες άλλη μια φορά τον παντοδύναμο Θεό.  

Μετά την υλική δημιουργία έκανε ο Θεός τον άνθρωπο. Δεν τον έκανε όπως όλα τα υπόλοιπα δημιουργήματα, με μια και μόνο εντολή, αλλά με ένα τελείως ξεχωριστό και θαυμαστό τρόπο. Τον δημιούργησε έτσι, ώστε να είναι δισύνθετος από ύλη και πνεύμα, σώμα και ψυχή.

Πρώτα έφτιαξε την υλική πλευρά της ύπαρξης του. Πήρε χώμα από τη γη και έκανε το υπέροχο και μοναδικό σε σοφία φθαρτό υλικό σώμα του ανθρώπου, ώστε μετά τον υλικό θάνατο του σώματος να επιστρέφει και πάλι πίσω στη γη και να γίνεται ξανά χώμα.

Γι’ αυτό ο Θεός ονόμασε τον πρώτο άνθρωπο Αδάμ, που σημαίνει «χωματένιος»

Όταν ο Θεός τελείωσε την δημιουργία του ανθρώπινου σώματος, τον είδαν οι άγγελοι με έκπληξη να φυσά στο πρόσωπο του Αδάμ τη θεϊκή Του Πνοή, το άγιο Πνεύμα, και να δίνει στον άνθρωπο ζωή και αθάνατη ψυχή!

Έτσι, ενώ το σώμα του ανθρώπου μετά τον υλικό θάνατο επιστρέφει στη γη και γίνεται πάλι χώμα, η αθάνατη ψυχή του επιστρέφει πίσω στο Θεό, απ’ όπου βγήκε.

Δίνοντας ο Θεός στον άνθρωπο την θεϊκή Του Πνοή, του χάρισε Νου, Λόγο και Πνεύμα και τον έκανε ικανό να σκέπτεται, να μιλά και με απόλυτη ελευθερία να αποφασίζει μόνος του για το καθετί.

Τον έκανε έτσι ώστε να Του μοιάζει και να είναι μια δική Του εικόνα, ώστε ο άνθρωπος να μην είναι ένα ακόμα δημιούργημα του Θεού, αλλά κάτι ξεχωριστό.

Ο Θεός ήθελε να είμαστε τα παιδιά Του και Αυτός να είναι ο πραγματικός Πατέρας και Μάνα της ψυχής μας. Γι’ αυτό θέλει να Τον φωνάζουμε όλοι «Πατέρα» και να Τον νιώθουμε «Μανούλα» της ψυχής μας!

Αυτό ήταν η πιο μεγάλη τιμή και δόξα για τον άνθρωπο.

Ό Θεός αγάπησε πολύ τον άνθρωπο. Ήταν το αγαπημένο Του πλάσμα. Ένιωθε γι’ αυτόν, ό,τι ακριβώς νιώθει μια μανούλα για το μωρό της.

Όπως για κάθε μάνα το παιδί της είναι τα πάντα γι’ αυτήν, έτσι κι εμείς είμαστε τα πάντα για τον Θεό Πατέρα μας! 

Έτσι εξηγείται, γιατί ο Θεός έστειλε στη γη τον ίδιο Του τον Υιό, να γεννηθεί σαν τέλειος άνθρωπος με σώμα και ψυχή, όπως ακριβώς εμείς, για να μας σώσει!

Δείχνει με τον πιο έμπρακτο τρόπο την τελειότητα σχέσης αγάπης ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο!

Όταν έβαλε ο Θεός τον άνθρωπο στον Παράδεισο, για να μην είναι ο Αδάμ μόνος του, αποφάσισε να του δώσει ένα σύντροφο, όμοιο με αυτόν, για να χαίρονται και οι δυο μαζί τις ομορφιές της δημιουργίας Του.

Έτσι, μια μέρα, αφού έριξε πρώτα σε βαθύ ύπνο τον Αδάμ, έφτιαξε από την πλευρά του την γυναίκα του.

Όταν ξύπνησε ο Αδάμ και είδε μπροστά του την γυναίκα που του έδωσε ο Θεός, χάρηκε πολύ. Την ονόμασε Εύα, που σημαίνει ζωή, και ευχαρίστησε τον ουράνιο του Πατέρα για το πολύτιμο αυτό δώρο.

Με το πρώτο ζευγάρι, τον Αδάμ και την Εύα, δημιουργήθηκε η πρώτη οικογένεια. Ο Θεός ευλόγησε το πρώτο ανδρόγυνο και τους έδωσε τις θεϊκές Του συμβουλές πως πρέπει να ζουν, για να είναι ευτυχισμένοι μέσα στον Παράδεισο.

Ο Παράδεισος ήταν ένας μεγάλος, όμορφος κήπος, ανάμεσα στα ποτάμια του Τίγρη και Ευφράτη της Μεσοποταμίας.

Στον όμορφο αυτό κήπο ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους μικρά και μεγάλα ζώα. Πολύχρωμα πουλιά πετούσαν εδώ κι εκεί και κελαηδούσαν γλυκές μελωδίες.

Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με άφθονους καρπούς και τα πολύχρωμα λουλούδια σκορπούσαν παντού την ευωδία τους. Ποταμάκια διέσχιζαν τον απέραντο αυτό κήπο του παραδείσου και τον πότιζαν με τα κρυστάλλινα νερά τους.

Ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν ευτυχισμένοι μέσα στον θαυμάσιο αυτό κήπο. Τίποτα δεν τους έλειπε. Όλα ήταν στη διάθεση τους. Από τα δέντρα έπαιρναν τους θρεπτικούς καρπούς, και με τα ζώα έπαιζαν σαν φίλοι.

Ο άνθρωπος ήταν ο βασιλιάς του Παραδείσου!

Ο Θεός χαιρόταν πολύ με τη χαρά των παιδιών Του και τους ευλογούσε όλο και πιο πολύ, για να περνούν ευτυχισμένα μέσα στον παράδεισο.

Για να τους δείξει όμως, πόση μεγάλη αξία έχουν οι αρετές της πίστης, της αγάπης και της εμπιστοσύνης καθώς και η υπακοή στις θεϊκές Του εντολές, ώστε να έχουν χαρά, ειρήνη και ευτυχία στη ζωή τους, τους έδωσε μια εντολή, που έπρεπε οπωσδήποτε να τηρήσουν. Τους είπε:

«Μπορείτε να τρώτε από τους καρπούς όλων των δέντρων του παραδείσου. Μόνο από τους καρπούς του δέντρου, που λέγεται “δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού”, να μη φάτε ποτέ».

Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να τους δοκιμάσει, για να δει πόσο πιστοί και υπάκουοι θα ήταν σ’ Αυτόν. 

Μέσα από την υπακοή στις θεϊκές Του εντολές θα φαινόταν πόσο Τον αγαπούσαν και Τον εμπιστευόντουσαν, αλλά και πόσο άξιοι θα ήταν της δικής Του θεϊκής αγάπης.

Τους προειδοποίησε λοιπόν και τους είπε:

«Αν δεν με ακούσετε και φάτε από τους καρπούς του απαγορευμένου δέντρου, θα σας βρει μεγάλη θλίψη και συμφορά. Θα φύγετε αμέσως από τον παράδεισο, θα χάσετε τη χαρά και την ευτυχία που έχετε τώρα εδώ και θα πεθάνετε».

Ο Θεός, μετά από αυτή την εντολή που τους έδωσε, τους άφησε να ζήσουν ευτυχισμένοι στη χαρά  του Παραδείσου. 

 

Ο Εωσφόρος εξαπατά τον άνθρωπο 

 

Οι πρωτόπλαστοι μέσα στον παράδεισο περνούσαν πολύ καλά. Καλλιεργούσαν τη γη και απολάμβαναν κάθε καρπό της. Τηρούσαν τις εντολές που τους έδωσε ο Θεός και ήταν ευτυχισμένοι.

Δυστυχώς, όμως, η ξένοιαστη και ήσυχη αυτή ζωή δεν κράτησε πολύ. Ο Εωσφόρος ζήλεψε την ευτυχία τους και αποφάσισε να τους κάνει κακό, για να τους βγάλει έξω από τον Παράδεισο.

Για να πετύχει το σκοπό του χρησιμοποίησε με δόλο τις τρεις μεγάλες αρετές της πίστης, της εμπιστοσύνης και της υπακοής,  για να τις μετατρέψει σε τρεις μεγάλες θανάσιμες παγίδες.

Ήθελε ο σατανάς να κάνει τον άνθρωπο αντί να πιστεύει, να εμπιστεύεται και να υπακούει το Θεό, στο εξής να πιστεύει, να εμπιστεύεται και να υπακούει τον Εωσφόρο.

Αγάπη, εμπιστοσύνη και υπακοή στις άγιες εντολές Του ζητά από μας ο Θεός, για να μας κλείσει στην θεϊκή Του αγκαλιά και να μας βάλει στο ουράνιο βασίλειο του.

Αγάπη, εμπιστοσύνη και υπακοή στις δαιμονικές εντολές ζητά και ο Εωσφόρος, για να μας κάνει τελείως δικούς του και να μας βάλει στο σκοτεινό βασίλειο του.

Η ελεύθερη επιλογή θα είναι πάντα δική μας υπόθεση, αφού ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα που μας χάρισε ο Θεός όταν μας δημιούργησε, ήταν και το δώρο της «ελευθερίας».

Η σωστή χρήση του δώρου της «ελευθερίας» στις σκέψεις, τις αποφάσεις και τα έργα μας, θα είναι πάντα για τον κάθε άνθρωπο το πιο μεγάλο δίλημμα επιλογής, αφού από αυτό θα εξαρτάται η ευτυχία ή η δυστυχία μας, η κόλαση ή ο Παράδεισος μας!

Γι’ αυτό η συνεχής προσευχή μας στο άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζει πως πρέπει να ζούμε και να συμπεριφερόμαστε, για να μη κάνουμε αμαρτίες και χάσουμε την ψυχή μας, είναι τόσο απαραίτητη, όσο απαραίτητο και αναγκαίο είναι για τη ζωή μας το οξυγόνο που αναπνέουμε!

Η αμαρτία θα είναι πάντα για το διάβολο το πιο δυνατό όπλο του για να κερδίσει μια ψυχή. Αυτήν χρησιμοποίησε μέσα στον παράδεισο για να κερδίσει τις ψυχές των πρώτων ανθρώπων, αυτήν χρησιμοποιεί ακόμα και τώρα για να μη μας αφήσει να μπούμε στον Παράδεισο. 

Έτσι, τα διδάγματα από τη πτώση του ανθρώπου είναι αιώνια διδάγματα για να μη μας ξεγελά ο δαίμονας, όπως τους πρωτόπλαστους. Ας δούμε, όμως, τι λέει η Αγία Γραφή γι’ αυτό το θέμα. Πως τους ξεγέλασε ο σατανάς.

Μια μέρα, που έκανε η Εύα τον περίπατο της στον παράδεισο, μπήκε ο διάβολος μέσα στο φίδι και, μόλις πλησίασε κοντά η Εύα, την ρωτά με προσποιητό ενδιαφέρον:

-Αλήθεια είναι Εύα, πως σας απαγόρευσε ο Θεός να τρώτε από τους καρπούς των δέντρων;

-Όχι, απάντησε η Εύα. Μπορούμε να τρώμε από όλους τους καρπούς των δέντρων, εκτός από το δέντρο της «γνώσης του καλού και του κακού». Αν φάμε απ’ αυτόν, θα πεθάνουμε, μας είπε ο Θεός.

-Μα, αν φάτε από τον καρπό αυτού του δέντρου, θα γίνετε και εσείς σοφοί, σαν το Θεό, και θα μπορείτε να ξεχωρίζετε το καλό από το κακό. Όχι μόνο δεν θα πεθάνετε, αλλά απεναντίας θα γίνετε και εσείς θεοί.

Η Εύα, δυστυχώς, ξέχασε αυτά που υποσχέθηκε στο Θεό και πίστεψε τα ψεύτικα λόγια του σατανά.

Η εμπιστοσύνη που έδειξε στα λόγια του σατανά και η δαιμονική αμφιβολία που μπήκε στη ψυχή της, ότι δήθεν δεν τους αγαπούσε ο Θεός και γι’ αυτό δεν ήθελε να γίνουν και αυτοί θεοί σαν κι Αυτόν, δημιούργησε νέα δεδομένα.

Ό,τι γίνεται στον ουρανό, όταν ένα ουράνιο σώμα μπει μπροστά από τον ήλιο για κάποιο διάστημα, δημιουργώντας έτσι έκλειψη ηλίου, το ίδιο ακριβώς γίνεται και σε μια ψυχή, όταν το θέλημα του Εωσφόρου μπει μπροστά από το θέλημα του Θεού.

Δημιουργείται, κατά κάποιο τρόπο, τεχνητή έκλειψη του Αγίου Πνεύματος στη ψυχή, όσο ο Εωσφόρος και το δαιμονικό του πνεύμα καταφέρνει να κυριαρχεί στη ψυχή και μπαίνει μπροστά από το θέλημα του Θεού.

Και, ενώ το Άγιο Πνεύμα δεν μας εγκαταλείπει ποτέ, αφού “είναι πανταχού παρόν και τα πάντα πληρών”, γίνεται ανενεργό, όταν εμείς επιλέγουμε άλλον Κύριο να εμπιστευθούμε και αφήνουμε άλλο πνεύμα να κυριαρχεί και να καθοδηγεί τη ψυχή μας αντί του Αγίου Πνεύματος.

Αυτό είναι η ουσία της “αμαρτίας” που θέλει να κάνουμε ο σατανάς, για να έχει δύναμη και εξουσία πάνω μας. 

Την αμαρτία αυτή έκαναν οι άγγελοι εκείνοι που ακολούθησαν τον Εωσφόρο και έγιναν δαίμονες.

Αυτή ήταν και τώρα η αμαρτία στην οποία ήθελε να ρίξει ο Εωσφόρος τον Αδάμ και την Εύα, προκειμένου να προκαλέσει τον πνευματικό θάνατο της ψυχής τους και να τους απομακρύνει από το Θεό.

Η αμφιβολία στο Θεό θα είναι πάντα το πιο σημαντικό όπλο στα χέρια του σατανά εναντίον του ανθρώπου, γιατί από εκεί και πέρα η ψυχή είναι αρκετά ευάλωτη σε κάθε πτώση και αμαρτία.

Ο σατανάς στη συνάντηση του με την Εύα πέτυχε τον πρώτο γύρο του πολέμου, γιατί κατάφερε να τον εμπιστευθεί η Εύα. Μέσα από το λάθος της Εύας ήθελε να μεταφέρει τον πόλεμο και την αμαρτία στον Αδάμ.

Ο άνθρωπος εμπιστεύεται πολύ εύκολα αυτόν που νομίζει ότι τον αγαπά αληθινά. Αυτή την αδυναμία θα χρησιμοποιήσει ο σατανάς για να κερδίσει τον άνθρωπο.

Η Εύα εμπιστεύθηκε τον Εωσφόρο, επειδή πίστεψε ότι της έλεγε την αλήθεια, ότι δηλαδή ο Θεός δεν την αγαπούσε αληθινά. Τώρα είναι έτοιμη να του ανταποδώσει την δήθεν καλοσύνη του και να υπακούσει στις εντολές του.

Κοίταξε με περιέργεια τον καρπό που είχε το δέντρο «της γνώσης του καλού και του κακού» και σκέφτηκε πως θα ήταν πολύ γλυκός και ευχάριστος. Άπλωσε το χέρι της, έκοψε ένα καρπό και τον έφαγε. Ύστερα, όταν συνάντησε τον Αδάμ, έδωσε και σ’ αυτόν να φάει, αφού πρώτα τον έπεισε ότι οι συμβουλές του φιδιού ήταν σωστές. 

Η αγάπη και η εμπιστοσύνη του Αδάμ στη γυναίκα του φάνηκαν πιο ισχυρές από την αγάπη στο Θεό και την υπακοή στο άγιο θέλημα Του.

Μόλις, όμως, ο Αδάμ και η Εύα έφαγαν από τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου, ένιωσαν κάτι πολύ άσχημο και παράξενο να συμβαίνει πάνω τους.

Για πρώτη φορά διαπίστωσαν και οι δυο τους ότι ήταν  γυμνοί, γι’ αυτό και έκοψαν φύλλα συκιάς για να σκεπάσουν τη γύμνια τους. Κατάλαβαν πόσο μεγάλο λάθος ήταν που παράκουσαν την εντολή του Θεού και μια μεγάλη πίκρα και θλίψη πλημμύρισε την καρδιά τους.

Πώς θα αντίκριζαν τώρα το Θεό; Τί θα Του έλεγαν που δεν άκουσαν τα λόγια Του, αλλά έκαναν ότι τους είπε ο διάβολος;

Έτσι, όταν ακούστηκαν τα βήματα του Θεού στον Παράδεισο, μας λέει η Γραφή, αντί να πάνε ο Αδάμ και η Εύα να τον υποδεχτούν, όπως συνήθιζαν, κρύφτηκαν ντροπιασμένοι και φοβισμένοι πίσω από τα δέντρα.

-Πού είσαι, παιδί μου Αδάμ; φώναξε με αγάπη ο Θεός.

-Άκουσα τη φωνή σου, Κύριε, είπε τρομαγμένος ο Αδάμ, και από το φόβο μου, επειδή ήμουνα γυμνός, έτρεξα να κρυφτώ.

-Ποιος σας είπε ότι είστε γυμνοί και φοβηθήκατε; ρώτησε ο Θεός. Μήπως φάγατε από τον απαγορευμένο καρπό;

Ο Αδάμ, αντί να ζητήσει συγνώμη από τον πολυεύσπλαχνο Θεό, για το λάθος τους, προσπάθησε να δικαιολογήσει τον εαυτό του λέγοντας:

-Δεν φταίω εγώ. Η γυναίκα που μου έδωσες φταίει. Αυτή μου έδωσε από τον καρπό του δέντρου και έφαγα.

Ο Θεός τότε στράφηκε προς την γυναίκα και της είπε:

-Γιατί Εύα έφαγες απ’ αυτό τον καρπό;

-Το φίδι με ξεγέλασε και έφαγα, είπε εκείνη φοβισμένη.

Ο Θεός λυπήθηκε, που ο Αδάμ και η Εύα παράκουσαν την εντολή Του και αντί να ζητήσουν συγνώμη για το λάθος τους, άρχισαν τις δικαιολογίες.

Τους είπε πως δεν μπορούσαν πια να ζουν μέσα στον Παράδεισο, αλλά έπρεπε τώρα να φύγουν απ’ αυτόν.

Τους είπε, επίσης, πως η ζωή τους έξω από τον Παράδεισο θα ήταν δύσκολη, αφού θα έπρεπε η γυναίκα με πόνους να γεννά τα παιδιά της και ο άντρας να δουλεύει σκληρά, καλλιεργώντας τη γη, για να μπορούν να έχουν την καθημερινή τους τροφή.

Σε λίγο ο Αδάμ και η Εύα ήταν έξω από τον Παράδεισο. Άγγελος Κυρίου τους οδήγησε έξω από αυτόν και έκλεισε την πύλη του.

Οι πρωτόπλαστοι κατάλαβαν ότι, εξαιτίας της παρακοής τους, είχαν χάσει οριστικά την ευτυχισμένη ζωή που είχαν στον παράδεισο, γι’ αυτό και κάθε φορά που θυμόντουσαν πόσο όμορφα περνούσαν εκεί, έκλαιγαν απαρηγόρητοι.

Παρά το μεγάλο αμάρτημα των πρωτόπλαστων και την έξοδο τους από τον παράδεισο, ο πανάγαθος Θεός δεν σταμάτησε να αγαπάει τα πλάσματα Του.

Τους τιμώρησε, βέβαια, επειδή έπρεπε, αλλά δεν τους άφησε τελείως μόνους και απροστάτευτους. Από την πρώτη κιόλας στιγμή σχεδίασε τη σωτηρία τους.

Για να απαλύνει τον πόνο τους, τους υποσχέθηκε ότι θα στείλει στο μέλλον τον Μεσσία που θα τους λυτρώσει από το κακό και τα δεσμά του σατανά.

Με την υπόσχεση αυτή του Θεού ο Αδάμ και η Εύα παρηγορήθηκαν και πήραν θάρρος να ξεκινήσουν την καινούρια δύσκολη ζωή τους έξω από τον παράδεισο. 

Από τότε και μετά πέρασαν πολλά χρόνια θλίψεων και βασάνων. Όλη η ανθρωπότητα περίμενε με αγωνία την ημέρα που ο Θεός θα έστελνε στη γη τον Μεσσία για να τους λυτρώσει.

Η ευλογημένη μέρα της σωτηρίας έφθασε. Μια αγνή και αθώα κόρη, η Μαριάμ, γέννησε τον Υιό του Θεού σε μια ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ, χωρίς κανένας να υποψιαστεί ότι το μικρό αυτό παιδί ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. 

 

Ο Εωσφόρος πειράζει τον Ιησού

 

Ο Ιησούς ήταν τώρα τριάντα χρονών. Είχε έρθει η στιγμή που θα άρχιζε το μεγάλο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων.

Μετά τη βάπτιση του από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο κατευθύνθηκε με γοργά βήματα στην έρημο, που βρισκόταν πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό.

Εκεί θα συγκρουστεί με τον ίδιο τον Εωσφόρο και θα δείξει στους ανθρώπους πώς πρέπει να πολεμάνε γενναία τον δαίμονα και τα αίτια κάθε κακού, που είναι ο εγωϊσμός και η ολιγοπιστία στην αγάπη του Θεού. 

Θα μείνει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες μόνος του στην έρημο πολεμώντας σαν άνθρωπος τον άσπονδο εχθρό του ανθρώπου, τον διάβολο.

Ο Εωσφόρος, φοβούμενος μήπως ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, θα τον πολεμήσει αμείλικτα στο σώμα και την ψυχή, για να σταματήσει τον αγώνα και να εγκαταλείψει την έρημο.

Ο Ιησούς θα πολεμούσε σαν άνθρωπος  τον Εωσφόρο, για να γίνει η δική του ζωή τέλειο πρότυπο αρετής και αγώνα σε όλους εκείνους που αργότερα θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν. 

Στην έρημο ζει με νηστεία και προσευχή. Με προσευχή για την ψυχή και με νηστεία για το σώμα.

Όταν αργότερα θα τον ρωτήσουν οι μαθητές Του, γιατί δεν μπορούσαν οι ίδιοι να διώξουν εύκολα τα δαιμόνια από τους ανθρώπους, θα τους πει:

«χωρίς νηστεία και προσευχή δεν φεύγουν οι δαίμονες».

Με την γεύση του απαγορευμένου καρπού, κατάφερε ο σατανάς να βγάλει έξω από τον παράδεισο τον πρωτόπλαστο άνθρωπο, με τη νηστεία ξεκινά η θεραπεία!

Με δόλωμα την τροφή θα πείσει όλους τους ανθρώπους ο Εωσφόρος στα έσχατα χρόνια, για να πάρουν το σατανικό του σφράγισμα και να γίνει παγκόσμιος ηγέτης.

Η άσκηση της νηστείας είναι μια πολύ γενναία προετοιμασία για την πνευματική πρόοδο της ψυχής, που σε συνδυασμό με την προσευχή βοηθά τον ταπεινό άνθρωπο να πετά ψηλά στις βουνοκορφές των αρετών.

Όσο ανάγκη έχει ο άνθρωπος την τροφή για να ζήσει σωματικά, άλλο τόσο έχει ανάγκη η ψυχή την νηστεία των παθών και την προσευχή για να ζήσει πνευματικά!

Η γενναία στάση του Ιησού στη νηστεία και στην αδιάλειπτη προσευχή προς το Θεό, τρομοκρατεί τον Εωσφόρο. Ποτέ κανένας μέχρι τώρα δεν τον πολέμησε τόσο δυνατά και γενναία, όσο ο Ιησούς.

Έτσι, αποφασίζει τώρα να εμφανιστεί ενώπιον του με όλη τη δαιμονική του δόξα και να χρησιμοποιήσει κάθε είδους πονηριά. Ξέρει ότι ο Ιησούς μετά από σαράντα μέρες νηστείας, τώρα πεινάει. Με δόλο λοιπόν το δυνατό όπλο της πείνα θα προσπαθήσει να μάθει αν είναι αυτός πράγματι ο Υιός του Θεού.

Παρουσιάζεται λοιπόν μπροστά του και του λέει:

-Εάν στ’ αλήθεια είσαι ο Υιός του Θεού, πες σε τούτη την πέτρα να γίνει ψωμί.

Ο Ιησούς του απάντησε:

-Είναι γραμμένο: «Δεν ζει μόνο με ψωμί ο άνθρωπος, αλλά και με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού».

Η πλάγια απάντηση του Ιησού μεγάλωσε την αγωνία του σατανά, για το ποιος είναι στην πραγματικότητα αυτός που του απαντά τόσο σοφά και συνετά.

Παίρνει τότε τον Ιησού και τον φέρνει στην άγια πόλη της Ιερουσαλήμ. Τον έβαλε να σταθεί την άκρη της στέγης του Ναού και του είπε:

-Εάν είσαι ο Υιός του Θεού πέσε κάτω, γιατί είναι γραμμένο: «τους αγγέλους Του θα διατάξει να σε σηκώσουν στα χέρια τους, για να μη σκοντάψει το πόδι σου στην πέτρα».

Ο Ιησούς του απάντησε:

-Ναι, αλλά είναι επίσης γραμμένο: «δεν θα πειράξεις Κύριο τον Θεό σου με άσκοπες προκλήσεις».

Η δεύτερη αυτή απάντηση προβλημάτισε ακόμα πιο πολύ τον Εωσφόρο και μεγάλωσε τους φόβους του για την προέλευση και το ρόλο του παράξενου αυτού σοφού άνδρα.

Όμως δεν απογοητεύεται, θα δοκιμάσει τώρα ένα από τα πιο σαγηνευτικά και επιτυχημένα όπλα του, τη φιλοδοξία.

Παίρνει πάλι ο διάβολος τον Ιησού και τον φέρνει σ’ ένα ψηλό βουνό, για να του δείξει από εκεί όλα τα βασίλεια του κόσμου με όλη τους την δόξα και του λέει:

-Όλα αυτά θα σου τα δώσω, εάν πέσεις μπροστά μου και με προσκυνήσεις.  

Τότε του λέει ο Ιησούς:

-Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, γιατί είναι γραμμένο: «Κύριον τον Θεό σου θα προσκυνήσεις και μόνον Αυτόν θα λατρέψεις».

Με θυμό και οργή άκουσε ο σατανάς τα λόγια του Ιησού, επειδή ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μπόρεσε να τον πολεμήσει με τόση δύναμη και σοφία.

Μετά από τους πειρασμούς ο σατανάς απομακρύνθηκε από τον Ιησού, ενώ άγγελοι του Θεού ήρθαν κοντά στον Ιησού, για να τον υπηρετήσουν. 

Ο Ιησούς έμεινε λίγο ακόμα στην έρημο και μετά γύρισε πίσω για να ξεκινήσει το σημαντικό έργο που του είχε αναθέσει ο Θεός Πατέρας του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου