ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΑΣ
***
Το διάταγμα της απογραφής
Μετά την διαβεβαίωση που έδωσε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στον δίκαιο Ιωσήφ, ότι το παιδί που κυοφορεί η Μαριάμ είναι από το Άγιο Πνεύμα και ότι Αυτό θα λυτρώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες, οι αμφιβολίες και η ταραχή που είχε ο δίκαιος Ιωσήφ, εξαφανίστηκαν.
Μια θεϊκή γαλήνη απλώθηκε στη ψυχή του και περισσότερη αγάπη και σεβασμός στην καρδιά του για τη Μαρία.
Με μεγάλη αγωνία περίμενε τώρα την ημέρα που θα γεννιόταν ο Υιός του Θεού από την Παρθένο Μαρία και αυτός θα είχε τη μεγάλη τιμή, να τον κρατήσει σαν δικό του Υιό στην αγκαλιά του. Ήταν τόσο μεγάλη η λαχτάρα και η ανυπομονησία του, που φαινόταν σαν αιώνας κάθε στιγμή που περνούσε.
Η Μαρία ζούσε και αυτή κάθε μέρα με τη χαρά και την προσμονή, πότε θα γεννηθεί ο μονάκριβος Υιός της.
Μέχρι να έρθει όμως εκείνη η στιγμή, δεν σταματούσε να χαϊδεύει συνεχώς την κοιλιά της, εκεί που έκρυβε σαν σε άγιο θησαυροφυλάκιο τον πιο μεγάλο θησαυρό του κόσμου, τον μικρό της Ιησού.
Ώρες ατέλειωτες μιλούσε στον αγαπημένο της γιο και του έλεγε πόσο τον αγαπούσε και τον λάτρευε, αλλά και πόσο ανυπομονούσε να γεννηθεί, για να τον κλείσει με πολλή αγάπη και στοργή στην μητρική της αγκαλιά και να το γεμίσει με τα γλυκά της φιλιά!
Η καρδιά της ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον Θεό Πατέρα της και του έλεγε με παιδική απλότητα:
«Σ’ ευχαριστώ, γλυκέ μου Πατέρα! Μη με αφήσεις ποτέ από τη στοργική Σου αγκαλιά. Εσύ είσαι ο Πατέρας και η Μάνα της ψυχής μου. Εσένα εμπιστεύομαι και αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Αξίωσε με τώρα που θα γίνω μανούλα στο δικό Σου γιο, να ζήσω σαν αγία μάνα και να το μεγαλώσω όπως θέλεις Εσύ. Σε Σένα εμπιστεύομαι την ταπεινή μου ψυχή και στα θεϊκά Σου χέρια αφήνω το αγαπημένο μου σπλάχνο».
Η εγκυμοσύνη της ήταν πλέον στο τελικό στάδιο. Ο μήνας της χαράς και της ευτυχίας της πλησίαζε. Ωστόσο, ένα ξαφνικό γεγονός δημιούργησε αναπάντεχους προβληματισμούς.
Ο Καίσαρας Αύγουστος, ο αυτοκράτορας της Ρώμης, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ζητούσε να απογραφούν όλοι οι κάτοικοι του απέραντου Ρωμαϊκού κράτους του, στον τόπο της καταγωγής τους.
Η διαταγή αυτή αφορούσε και όλη την Παλαιστίνη, η οποία εκείνο τον καιρό βρισκόταν κάτω από το σκληρό ζυγό των Ρωμαίων.
Πριν από 63 περίπου χρόνια ένας Ρωμαίος στρατηγός, ο Πομπήιος, είχε κυριεύσει όλη την Παλαιστίνη και την έκανε επαρχία του Ρωμαϊκού Κράτους.
Για να την κυβερνά καλύτερα και να εισπράττει τους φόρους για την Ρώμη, διόρισε έναν βασιλιά, που να είναι έμπιστος στη ρωμαϊκή εξουσία.
Βασιλιάς την εποχή εκείνη ήταν ο Ηρώδης ο Μέγας, ο οποίος, αν και είχε εβραϊκή καταγωγή, ήταν πολύ σκληρός, μοχθηρός και αιμοβόρος άνθρωπος στους συμπατριώτες του.
Ήταν ευγνώμων στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αύγουστο και στις ρωμαϊκές αρχές, επειδή τον είχαν βοηθήσει να σφετεριστεί πριν από τριάντα περίπου χρόνια τον βασιλικό θρόνο της Ιουδαίας.
Ο Ηρώδης ανακοίνωσε στους υπηκόους του την εντολή του αυτοκράτορα να απογραφούν όλοι στον τόπο της καταγωγής τους.
Ο Ιωσήφ καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ και επειδή η πατρίδα του Δαβίδ και της οικογένειας του ήταν η Βηθλεέμ, έπρεπε τώρα να πάει εκεί μαζί με την Μαριάμ, την αρραβωνιαστικιά του, για να απογραφεί.
Το ταξίδι από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας μέχρι την Βηθλεέμ της Ιουδαίας ήταν αρκετά μεγάλο και πολύ κουραστικό, γιατί ήταν σχεδόν από τη μια άκρη της Παλαιστίνης έως την άλλη.
Τα ταξίδια την εποχή εκείνη γίνονταν ή με τα πόδια, ή με το γαϊδούρι και διαρκούσαν πολλές μέρες.
Ο Ιωσήφ σκεφτόταν την προχωρημένη εγκυμοσύνη της Μαρίας, που βρισκόταν στον τελευταίο της μήνα, και ανησυχούσε πολύ.
Η Μαριάμ τον παρηγορούσε και του έλεγε να μην ανησυχεί, αλλά να εμπιστεύεται ακόμα περισσότερο τον Θεό και ότι όλα θα πάνε καλά. Έτσι, ετοιμάστηκαν για το μακρινό ταξίδι της απογραφής.
Για πολλές μέρες ταξίδευε η Μαριάμ πάνω στο γαϊδουράκι μέχρι να φτάσουν στην Βηθλεέμ.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού, αν και η ίδια φαινόταν πολλές φορές κουρασμένη, λόγω της εγκυμοσύνης, δεν ξεχνούσε να χαϊδεύει πότε πότε και το ζώο, που μερικές φορές αγκομαχούσε, όταν επρόκειτο να ανέβει κάποιες δύσκολες ανηφοριές, για να του δίνει έτσι λίγο κουράγιο.
Εκείνο, λες και καταλάβαινε το πολύτιμο φορτίο που μετέφερε στη ράχη του, έπαιρνε όλο και περισσότερη δύναμη για να συνεχίσει.
Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, ότι ο Δημιουργός όλου του κόσμου, που κρυβόταν τώρα μέσα στην ευλογημένη μήτρα ενός μικρού κοριτσιού, θα ταξίδευε με ένα μικρό γαϊδουράκι;
Οι μέρες της εγκυμοσύνης τέλειωναν και η ώρα του τοκετού πλησίαζε γοργά. Ευτυχώς το ταξίδι πλησίαζε στο τέλος του και από μακριά φαινόντουσαν τα πρώτα σπίτια της Βηθλεέμ.
Η Βηθλεέμ, η ένδοξη πατρίδα του βασιλιά Δαβίδ, ήταν χτισμένη στις βόρειες πλαγιές των βουνών της Ιουδαίας, σε υψόμετρο 775 περίπου μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και απείχε γύρω στα οκτώ χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, την ένδοξη Ιερουσαλήμ.
Την Βηθλεέμ την έλεγαν παλιά και Εφραθά, δηλαδή «γόνιμη», επειδή η γη της ήταν εύφορη με πολλά νερά και πλούσια βοσκοτόπια, γι’ αυτό και είχε αναπτυγμένη την κτηνοτροφία.
Την περίοδο που ζούσε ο Δαβίδ, ήταν ένα μεγάλο και σημαντικό χωριό. Μετά όμως, ξέπεσε και κατάντησε μικρό και ασήμαντο χωριό, ώστε ο μόνος λόγος που το έκανε ξακουστό στους Εβραίους, ήταν επειδή εκεί γεννήθηκε ο βασιλιάς Δαβίδ.
Η γέννηση του Ιησού
Όταν ο Ιωσήφ και η Μαριάμ μπήκαν στην Βηθλεέμ ήταν πια σούρουπο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβεται και το σκοτάδι να εμφανίζεται γοργά. Και οι δυο τους ήταν κατάκοποι.
Ο Ιωσήφ όλες τις μέρες του ταξιδιού, από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, από τη μια άκρη της Παλαιστίνης έως την άλλη, πήγαινε πεζός για να κάθεται πάνω στο γαϊδουράκι η έγκυος γυναίκα του.
Η Μαρία, πάλι, αν και υπέφερε πολύ εξαιτίας της εγκυμοσύνης της, προσπαθούσε να μην το δείχνει, για να μη στεναχωριέται ο Ιωσήφ.
Όλα αυτά βέβαια τα καταλάβαινε ο Ιωσήφ, γι’ αυτό, μόλις έφθασε στην Βηθλεέμ, προσπάθησε να βρει ένα κατάλυμα για την ετοιμόγεννη Μαρία.
Η Βηθλεέμ, όμως, την περίοδο αυτή είχε πολύ κόσμο, εξαιτίας της απογραφής, γι’ αυτό, όπου και αν έψαξε, δεν μπόρεσε να βρει πουθενά ένα μικρό κατάλυμα.
Όποια πόρτα κι αν χτυπούσε, για να ζητήσει βοήθεια για την έγκυο γυναίκα του, όλοι του απαντούσαν αρνητικά.
Εν τω μεταξύ, οι πρώτες ενοχλήσεις του τοκετού είχαν αρχίσει και η ανησυχία του Ιωσήφ για τη Μαρία και το μωρό, είχε κορυφωθεί.
Το τελευταίο φως του ήλιου είχε πλέον χαθεί και το πρώτο σκοτάδι της χειμωνιάτικης εκείνης κρύας νύχτας είχε εμφανιστεί.
Αν δεν ήταν αναμμένοι οι πυρσοί που φώτιζαν τους δρόμους, δεν θα έβλεπες να περπατήσεις στην Βηθλεέμ.
Κάποιοι συμβούλεψαν τον Ιωσήφ να ψάξει στους γύρω στάβλους, μήπως βρει κάτι για να βολευτεί προσωρινά.
Μια ηλικιωμένη τσοπάνισσα, που είδε την αγωνία του Ιωσήφ και της νεαρής εγκύου γυναίκας του, κατάλαβε το μεγάλο τους πρόβλημα.
Τους λυπήθηκε και τους οδήγησε σε ένα δικό της στάβλο που είχε λίγο πιο έξω από το χωριό.
Για τον Ιωσήφ και την Μαριάμ ήταν μια καλή λύση, για να περάσουν κάπου την παγωμένη αυτή νύχτα και το πρωί να αποφασίσουν τι να κάνουν.
Κρατώντας η τσοπάνισσα έναν αναμμένο πυρσό, για να βλέπουν στα στενά μονοπάτια του χωριού, έφτασαν έξω από το χωριό μπροστά σε μια μικρή σπηλιά.
Τη σπηλιά αυτή την είχαν μετατρέψει οι τσοπάνηδες σε ένα ζεστό στάβλο για τα ζώα τους.
Τον στάβλο αυτό παραχώρησε σαν πρόχειρο κατάλυμα η τσοπάνισσα στον Ιωσήφ και τη Μαρία, για τη δύσκολη αυτή νύχτα.
Ο Ιωσήφ ευχαρίστησε την τσοπάνισσα για την ευγενική της προσφορά και άρχισε σιγά σιγά να τακτοποιεί τον στάβλο, για να τον κάνει όσο το δυνατόν πιο άνετο για την Μαρία, που όλα έδειχναν ότι θα γεννούσε τη νύχτα αυτή.
Λίγα προβατάκια στην άκρη της σπηλιάς και κάποια άλλα ζώα, όπως το γαϊδουράκι τους και μια αγελάδα, που έτρωγαν το άχυρο στο παχνί, ήταν οι μόνοι σύντροφοι τους στη μοναδική αυτή νύχτα της ανθρώπινης ιστορίας.
Πότε, πότε τα μελωδικά τους βελάσματα έσπαγαν την παγερή σιωπή της νύχτας και έδιναν λίγη παρηγοριά στην πιο αγιασμένη οικογένεια της γης.
Ο Ιωσήφ είχε μαζέψει μπόλικο άχυρο σε μια γωνιά της σπηλιάς και έφτιαξε ένα μαλακό πρόχειρο στρώμα στη μικρή του βασιλοπούλα, όπως συνήθιζε να αποκαλεί πολλές φορές την Μαριάμ.
Εκείνη πάλι, με πολύ σεβασμό και ευγένεια δεν έπαυε να τον ευχαριστεί, για την βοήθεια που της έδινε.
Η ώρα του τοκετού είχε σχεδόν φθάσει και η Μαριάμ επιστράτευσε όλη τη σωματική και ψυχική της δύναμη, για να ανταπεξέλθει στο δύσκολο γεγονός της γέννας.
Ζήτησε τη βοήθεια του ουράνιου της Πατέρα και την ευχή της μαμάς της Άννας, που την έβλεπε ψηλά από τον ουρανό.
Η Άννα, γονατιστή μπροστά στο θρόνο του Θεού, ικέτευε για το κοριτσάκι της και ζητούσε από όλους τους αγγέλους να βρεθούν δίπλα στο σπλάχνο της, που θα γεννούσε μόνο του και αβοήθητο στην παγερή σπηλιά.
Ωστόσο, όλα αυτά τα θαυμάσια που επέτρεψε ο Θεός να δουν από τον ουρανό τόσο η ίδια, όσο και ο άντρας της, δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρώπινος νους να τα φανταστεί.
Μυριάδες άγγελοι είχαν κατέβει από τον Ουρανό στη σπηλιά, που τώρα δεν έμοιαζε καθόλου με στάβλο, αλλά με ένδοξο ουράνιο βασίλειο, λουσμένο στο φως, σαν αυτό στο οποίο ζούσαν εκείνοι στον Ουρανό.
Οι άγγελοι είχαν γονατίσει μπροστά στο κοριτσάκι τους, που έλαμπε από ομορφιά και χάρη, και με πολλή σεβασμό έσκυβαν τα κεφάλια τους μπροστά της.
Ξαφνικά, όλη η σπηλιά γέμισε από άπειρες ηλιαχτίδες φωτός, που σκέπασαν και έκρυψαν το αγνό σώμα της κόρης τους από κάθε ξένο βλέμμα εκτός του Θεού και μια ουράνια μελωδία από μυριάδες αγγέλους απλώθηκε παντού.
Ήταν η ευλογημένη στιγμή που η κόρη τους γεννούσε τον Υιό του Θεού, τον Λυτρωτή του κόσμου, τον Ιησού.
Η καρδιά τους πλημμύρισε από αμέτρητη χαρά και ευτυχία! Πόσο θα ήθελαν να ήταν τώρα και οι δυο τους εκεί, κοντά στην αγαπημένη τους κόρη, για να πάρουν στην αγκαλιά τους, σαν παππούς και γιαγιά, το εγγονάκι τους, τον μικρό Ιησού και να το γεμίσουν με τα γλυκά φιλιά τους!
Άγια συναισθήματα πλημμύρισαν τις ταπεινές τους καρδιές, για την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, που έστελνε τώρα τον Υιό Του στη γη, για να γίνει τέλειος άνθρωπος και να σώσει όλους τους ανθρώπους από τα δεσμά της αμαρτίας.
Ερχόταν στη γη για να ζήσει σαν άνθρωπος, να πονέσει σαν άνθρωπος, να κλάψει και να χαρεί σαν άνθρωπος και να μιλήσει σε όλους για την αγάπη και την καλοσύνη του Θεού Πατέρα Του.
Να πει στους ανθρώπους πόσο πολύ τους αγαπά όλους ο Θεός, ακόμα και τους πιο μεγάλους αμαρτωλούς, και είναι έτοιμος να συγχωρέσει και να σβήσει τα λάθη όλων όσων ζητούν ταπεινά το έλεος Του!
Τώρα έβλεπαν τον μεγάλο και σπουδαίο ρόλο που θα έπαιζε και η δική τους κόρη στη σωτηρία όλων των ανθρώπων.
Μα δεν ήταν μόνο ο Ιωακείμ και η Άννα που καταλάβαιναν το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.
Ήταν και οι άγγελοι του ουρανού, που έβλεπαν την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού Πατέρα να εκδηλώνεται με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο.
Ούτε αυτοί μπορούσαν ποτέ να φανταστούν, ότι θα έστελνε Θεός στη γη τον ίδιο Του τον Υιό, να γίνει άνθρωπος, να ζήσει σαν άνθρωπος, να διδάξει σαν άνθρωπος και τέλος να θυσιαστεί σαν άνθρωπος για όλους τους ανθρώπους, προκειμένου να τους φέρει ξανά πίσω στη θεϊκή Του αγκαλιά και στο Ουράνιο Βασίλειο του Παραδείσου!
Αυτό ήταν το μεγαλύτερο θαύμα, που θα μπορούσαν ποτέ να δουν τα αγγελικά τους μάτια!
Γι’ αυτό, ξεκίνησαν όλοι μαζί με μια φωνή να ψάλλουν με αλαλαγμούς χαράς υπερκόσμιους ύμνους και μελωδίες στην άπειρη ευσπλαχνική αγάπη του αιώνιου Θεού!
Ποτέ στον Ουρανό δεν είχε συμβεί τέτοιο μεγάλο πανηγύρι από τις αγγελικές δυνάμεις, που πανηγύριζαν τη γέννηση του Θεάνθρωπου Ιησού αλλά και την έναρξη της σωτηρίας του κόσμου!
Το διπλό αυτό μήνυμα της χαράς ανέλαβαν οι άγγελοι να το κάνουν γνωστό και στους ανθρώπους, που χρόνια περίμεναν με αγωνία και νοσταλγία να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους στείλει τον Μεσσία.
Έτσι, την νύχτα αυτή που γεννήθηκε ο Μεσσίας, εμφανίστηκαν άγγελοι στους τσοπάνηδες, που φύλαγαν τα ζώα τους έξω στους κάμπους.
Στην αρχή οι απλοί αυτοί άνθρωποι τρόμαξαν και φοβήθηκαν, γιατί είδαν ξαφνικά να λάμπει μπροστά τους ένα μεγάλο φως και μετά να εμφανίζεται ένας άγγελος και να τους λέει:
«Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω πολύ ευχάριστα νέα, που θα φέρουν χαρά σε όλο τον κόσμο. Σήμερα στην πόλη του Δαβίδ, στη Βηθλεέμ, γεννήθηκε για χάρη σας ο Σωτήρας, που είναι ο Χριστός, ο Κύριος. Και να πως θα τον αναγνωρίσετε. Θα βρείτε ένα μωρό φασκιωμένο μέσα σ’ ένα παχνί».
Και ενώ τους μιλούσε ο άγγελος, λες και άνοιξαν οι ουρανοί και εμφανίστηκαν πλήθος στρατιές αγγέλων, που έψαλλαν μελωδικά και έλεγαν:
«Δόξα στον Ύψιστο Θεό που κατοικεί στα επουράνια και ειρήνη πάνω στη γη, γιατί με τη γέννηση του Σωτήρα φανερώθηκε όλη η αγάπη, η καλοσύνη και η ευσπλαχνία του Θεού σε όλους τους ανθρώπους».
Όταν το θαυμαστό αυτό όραμα χάθηκε από τα μάτια των τσοπάνηδων και οι άγγελοι ανέβηκαν στον ουρανό, άφησαν οι βοσκοί τα ζώα τους στον κάμπο και έτρεξαν να δουν αυτό για το οποίο τους μίλησαν οι άγγελοι.
Στο δρόμο συζητούσαν μεταξύ τους όλα αυτά που είδαν και άκουσαν, αλλά και για το μεγάλο φωτεινό αστέρι, που έλαμπε μέσα στη νύχτα πάνω από τη σπηλιά στη Βηθλεέμ.
Μαζί με τους τσοπάνηδες ήρθαν και όσες τσοπάνισσες και τσοπανόπουλα έτυχε να διανυκτερεύουν εκείνη τη νύχτα στους κάμπους.
Και ενώ όλα αυτά γινόντουσαν έξω στους κάμπους με τους αγίους αγγέλους του Θεού, στο στάβλο με τα ζώα, μέσα στη μικρή κρύα σπηλιά, βρισκόταν σε εξέλιξη το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου.
Πάνω σε ένα πρόχειρο στρώμα από άχυρα, που είχε φτιάξει ο Ιωσήφ, η ευλογημένη Μαριάμ κρατούσε τρυφερά και με πολλή στοργή ένα πανέμορφο μωρό, που μόλις πριν λίγο είχε γεννηθεί.
Ο Ιωσήφ, με μάτια δακρυσμένα από χαρά και ευτυχία, δεν χόρταινε να βλέπει τους δύο αγγελικούς του θησαυρούς, την Μαρία και το νεογέννητο Ιησού, στην πιο όμορφη μητρική στιγμή!
Εκείνη να τον αγκαλιάζει με πολλή λατρεία και στοργή και Εκείνο, ακουμπισμένο στο αγγελικό της στήθος, να ψάχνει να βρει την πηγή της ζωής, για να γευτεί τον μητρικό της καρπό, το παρθενικό της γάλα.
Άγγελοι ανεβοκατέβαιναν από τον ουρανό, όπως και στη γέννηση του και όσο διαρκούσε ο θηλασμός μια φωτεινή ακτίνα από τον ουρανό έβγαινε μέσα από την καρδιά του Θεού Πατέρα και έμπαινε μέσα από το στήθος της Μαρίας στο γάλα με το οποίο τάιζε τον μικρό της Ιησού.
Όσο αυτό θήλαζε, εκείνη του σιγοτραγουδούσε μελωδικά στιχάκια μητρικής αγάπης και λατρείας, μέχρι που, κουρασμένο από τον θηλασμό, έκλεινε τα όμορφα ματάκια του και κοιμόταν στη ζεστή αγκαλιά της.
Η Μαρία, μόλις έβλεπε το μικρό της θησαυρό να κοιμάται, σταματούσε το μελωδικό της τραγούδι, το σκέπαζε και κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά της, συνέχιζε να μιλά στον ουράνιο της Πατέρα για το μωρό της, μέχρι που έκλειναν και τα δικά της ματάκια από την κούραση.
Ο Ιωσήφ, για να μη την ξυπνήσει, έπαιρνε το μωρό σιγά σιγά από την αγκαλιά της και το έβαζε στη πρόχειρη κούνια που του είχε φτιάξει.
Η κούνια του μικρού Ιησού δεν ήταν τίποτε άλλο από το παχνί με τα άχυρα, που χρησιμοποιούσαν οι τσοπάνηδες για να ταΐζουν τα ζώα τους.
Το παχνί αυτό είχε μετατρέψει ο Ιωσήφ σε μια μικρή ζεστή φάτνη για το θείο Βρέφος.
Τα ζώα, λες και καταλάβαιναν ότι ο Δημιουργός τους χρειαζόταν περισσότερη ζεστασιά την κρύα εκείνη νύχτα, είχαν έρθει κοντά στην μικρή Του φάτνη, για να Τον ζεσταίνουν με την ανάσα τους.
Την ησυχία της ευλογημένης εκείνης νύχτας, την διέκοψαν ξαφνικά οι φωνές των τσοπάνηδων, που είχαν έρθει με τις γυναίκες τους και τα μικρά τσοπανόπουλα, για να βεβαιωθούν αν ήταν σωστά όλα αυτά που άκουσαν από τους αγγέλους.
Άνοιξαν την πρόχειρη πόρτα που έκλεινε το στόμιο της σπηλιάς και μπήκαν στο στάβλο.
Τότε, είδαν πάνω σ’ ένα στρώμα από άχυρα ένα νεαρό κορίτσι και δίπλα της, μέσα σε μια φάτνη, ένα πανέμορφο μωρό.
Πλησίασαν έκθαμβοι τη νεαρή μανούλα και τα μάτια τους έλαμψαν από χαρά, όταν είδαν τον Λυτρωτή Κύριο, που μόλις είχε γεννηθεί.
Με πολύ σεβασμό και ευλάβεια έσκυψαν όλοι μαζί να προσκυνήσουν το θείο Βρέφος.
Μετά διηγήθηκαν στον Ιωσήφ και τη Μαρία όλα όσα είδαν και άκουσαν από τους αγίους αγγέλους.
Εκείνοι άκουγαν έκπληκτοι όλα αυτά που τους έλεγαν οι τσοπάνηδες και τα φύλαγαν βαθιά μέσα στην καρδιά τους.
Εν τω μεταξύ, τα μικρά τσοπανόπουλα είχαν μαζευτεί γύρω από τον μικρό Ιησού, που έλαμπε από φως μέσα στη φάτνη και δεν σταματούσε να τους χαμογελάει.
Δεν χόρταιναν να τον κοιτάζουν και να του μιλούν γλυκά, όπως κάνουν όλα τα μικρά παιδιά, όταν γεννιέται ένα αδελφάκι τους.
Τον αγκάλιαζαν, τον χάιδευαν, τον φιλούσαν και του μιλούσαν σαν να ήταν δικός τους αδελφός.
Ο μικρός Ιησούς, ο Υιός του Θεού, που με τον Πατέρα του και το Άγιο Πνεύμα είχε φτιάξει όλο τον κόσμο, γευόταν εκείνη τη στιγμή σαν άνθρωπος τα πρώτα ανθρώπινα παιδικά χάδια.
Χαιρόταν στη χαρά των παιδιών Του και χαμογελούσε στα χαμόγελα τους!
Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή του επουράνιου Θεού!
Στη μικρή σπηλιά της Βηθλεέμ έσμιξαν τα πρώτα θεϊκά χαμόγελα του Θεού σαν άνθρωπος, με τα αθώα χαμόγελα των μικρών παιδιών Του!
Ήταν η πρώτη μεγάλη διδασκαλία του Θεού, που αποκάλυπτε σε όλους, πού δηλαδή ξεκουράζεται και χαίρεται περισσότερο η θεϊκή Καρδιά Του.
Ο ίδιος ο Ιησούς θα πει αργότερα:
“Αν δεν γίνετε σαν τα μικρά παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των Ουρανών”!
Μόνο στο πνεύμα της παιδικής αθωότητας δεν θα βρεις ποτέ υποκρισία, ψέμα, κακία ή πονηριά.
Γι’ αυτό αναμφισβήτητα το μονοπάτι της πνευματικής νηπιότητας είναι το μόνο μονοπάτι που μπορεί με σιγουριά και ασφάλεια να σε ανεβάσει στο θρόνο του Θεού.
Ναι, είναι αλήθεια! Το παιδικό πνεύμα και η πνευματική νηπιότητα είναι το μονοπάτι του Θεού, γιατί μόνο σ’ αυτό συναντάς την αληθινή πίστη, την δύναμη της αφοσίωσης, τη χαρά της εμπιστοσύνης και την αγιότητα της υπακοής!
Πόσο θα ήθελε ο Κύριος μας να έβλεπε στις καρδιές όλων των παιδιών Του τα μυροβόλα αυτά δώρα του Αγίου Πνεύματος!
Τα δώρα αυτά που τώρα έβλεπε και απολάμβανε σαν μικρό παιδί μέσα από τις παιδικές ψυχές των μικρών τσοπανόπουλων, που είχαν έρθει να τον δουν στην ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ!
Ήταν η πιο όμορφη στιγμή, που την ζήλεψαν ακόμα και οι άγγελοι του Θεού! Πόσο θα ήθελαν να είναι και αυτοί εκεί, σαν μικρά φτωχά τσοπανόπουλα!
Οι τσοπάνηδες που έβλεπαν τη χαρά των παιδιών τους με το θείο Βρέφος, ικέτευσαν με σεβασμό την αγία μητέρα του Παιδιού, να τους επιτρέψει να σηκώσουν και αυτοί στην αγκαλιά τους τον άγιο Λυτρωτή.
Όταν εκείνη τους το επέτρεψε, πήραν το θείο Βρέφος με πολλή χαρά στα χέρια τους. Το έσφιξαν με πολλή αγάπη και στοργή στη δική τους αγκαλιά και το γέμισαν με τα τρυφερά φιλιά τους.
Ο μικρός Ιησούς τους κοιτούσε όλους και τους χαμογελούσε! Ποτέ άλλοτε δεν είχαν νιώσει οι απλοϊκοί αυτοί τσοπάνηδες τόση χαρά και ευτυχία, όσο εκείνη τη στιγμή!
Αλλά και οι άγγελοι του Θεού πρώτη φορά έβλεπαν ένα τόσο μεγάλο θαύμα!
Ο παντοδύναμος Θεός, που αγκάλιαζε με τόση αγάπη όλο τον κόσμο, τώρα, μέσα από τον Υιό Του, το μικρό Βρέφος της Βηθλεέμ, έμπαινε στην αγκαλιά τόσων ανθρώπων και δεχόταν την δική τους ανθρώπινη αγάπη, στοργή και τρυφερότητα!
Ποτέ οι δικές τους αγγελικές υπάρξεις δεν είχαν τόσο μεγάλο προνόμιο, σαν αυτό που είχαν τη στιγμή εκείνη όλοι αυτοί οι απλοί και ταπεινοί άνθρωποι.
Ωστόσο, η ώρα πέρασε τόσο γρήγορα, που κανείς δεν κατάλαβε ότι το σκοτάδι της νύχτας είχε αρχίσει ήδη να φεύγει και το φως του ήλιου να εμφανίζεται.
Οι βοσκοί έπρεπε να επιστρέψουν στις δουλειές τους και τα μικρά παιδιά στα σπίτια τους.
Αγκάλιασαν ακόμα μια φορά το θείο Βρέφος, το φίλησαν γλυκά και αφού ευχαρίστησαν και πάλι την αγία μανούλα του, έφυγαν από τη μικρή σπηλιά δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό.
Το ιερό μυστήριο της Φάτνης του Χριστού
Οι επόμενες μέρες μετά την γέννηση του Ιησού στη Βηθλεέμ κύλισαν ήσυχα.
Η απογραφή είχε ολοκληρωθεί και όλοι εκείνοι που είχαν έρθει από μακριά για ν’ απογραφούν, είχαν σχεδόν φύγει.
Το μικρό χωριό άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει τους συνηθισμένους του ρυθμούς, μέχρι που έγινε και πάλι ήσυχο και σιωπηλό, όπως ήταν πριν.
Πού και πού έβλεπες λίγα παιδιά να παίζουν στα στενά δρομάκια και άκουγες από τους κάμπους, όπου έβοσκαν τα ζώα, πότε τα βελάσματα τους και πότε τα κουδουνάκια που είχαν στο λαιμό τους.
Ωστόσο, η μόνη συζήτηση που δεν έλεγε με τίποτα να κοπάσει ανάμεσα στους ανθρώπους της Βηθλεέμ, ήταν όλα τα θαυμάσια που είδαν και άκουσαν οι βοσκοί από τους αγγέλους για τον νεογέννητο βασιλιά. Όλοι είχαν την ίδια απορία:
“Μα πώς είναι δυνατόν, να γεννηθεί ένας βασιλιάς τόσο ταπεινά, μέσα σε ένα στάβλο, και να έχει για κούνια του ένα παχνί με άχυρα;”
Δεν το χωρούσε το μυαλό τους αυτό το πράγμα, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν με την δική τους ανθρώπινη λογική να το καταλάβουν και να το ερμηνεύσουν.
Βέβαια, είχαν ακούσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους για την προφητεία αυτή του προφήτη Μιχαία που έλεγε, ότι από τη γενιά του Δαβίδ και στην πόλη Βηθλεέμ θα γεννιόταν ένας μεγάλος Αρχηγός, που θα έσωζε τον Ισραήλ.
Ωστόσο, η Βηθλεέμ τώρα ήταν ένα πολύ μικρό άσημο χωριό, και δεν θύμιζε τίποτα από την κάποτε ένδοξη πόλη του βασιλιά Δαβίδ.
Όμως, ο Θεός δεν ξέχασε την υπόσχεση που τους έδωσε και η προφητεία έγινε τώρα πραγματικότητα.
Μάρτυρες του γεγονότος και πρώτοι κήρυκες του ερχομού του Μεσσία ήταν όλοι αυτοί οι απλοί τσοπάνηδες της Βηθλεέμ.
Σε όλους περιέγραφαν τη θεϊκή ομορφιά που είχε το Μωρό αυτό, αλλά και την ουράνια χαρά και γαλήνη που ένιωσαν στις καρδιές τους, όταν το κράτησαν στην αγκαλιά τους σαν δικό τους παιδί.
Από τότε και μετά λες και κάτι άλλαξε στη ζωή τους. Όλοι ήθελαν τώρα να ζουν με αγάπη, χαρά, ειρήνη, καλοσύνη και ευγένεια!
Μα και αυτή η μικρή μαμά του, τι φοβερή εντύπωση τους έκανε! Ποτέ δεν είχαν δει πιο όμορφη κοπέλα, που να λάμπει το πρόσωπο της σαν άγγελος.
Ήταν ευγενική, απλή, ταπεινή, γλυκιά και σου κέρδιζε την καρδιά με το αγγελικό της χαμόγελο.
Ήταν πανέμορφη στην όψη με μακριά καστανά μαλάκια και δυο γλυκά πανέμορφα μάτια, γεμάτα αληθινή αγάπη, καλοσύνη και ευγένεια.
Μπορεί οι ίδιοι από σεβασμό και ντροπή να μην ήθελαν να τους ενοχλούν περισσότερο με την παρουσία τους, μα τα μικρά παιδιά δεν σταματούσαν να πηγαίνουν κάθε μέρα εκεί με τα προβατάκια τους, για να βλέπουν τον αγαπημένο τους μικρό Ιησού.
Όλοι είχαν αρχίσει να συμπαθούν και να αγαπούν την αγία αυτή οικογένεια σαν δική τους.
Έτσι, όταν έφυγαν όλοι οι επισκέπτες και άδειασαν τα καταλύματα, ζήτησαν από τον Ιωσήφ και την Μαρία να έρθουν να κατοικήσουν σε ένα από αυτά, και να μην κοιμίζουν πλέον τον μικρό Ιησού μέσα στο παχνί με τα άχυρα, εκεί που έτρωγαν τα ζώα τους, τα άλογα και οι αγελάδες.
Ένας φιλεύσπλαχνος βοσκός τους λυπήθηκε και τους παραχώρησε για όσο καιρό ήθελαν ένα μικρό σπιτάκι που είχε στην άκρη του χωριού κοντά στη σπηλιά.
Στο σπιτάκι αυτό μετακόμισαν ο Ιωσήφ με την Μαρία, μέχρι να μεγαλώσει λίγο ο μικρούλης τους Ιησούς, ώστε, αφού περάσουν τα μεγάλα κρύα, να μπορέσουν να φύγουν.
Στη θαλπωρή του μικρού αυτού σπιτιού και δίπλα στ’ αναμμένο τζάκι, πόσες φορές καθόταν ο Ιωσήφ και σκεφτόταν όλ’ αυτά τα θαυμάσια που είδε να γίνονται στην γέννηση του αγαπημένου του γιου Ιησού και δόξαζε τον Θεό!
Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι ο παντοδύναμος Θεός επέτρεψε να γεννηθεί ο αγαπημένος του Υιός σε μια φτωχική σπηλιά και να έχει για κρεβατάκι του ένα παχνί με άχυρα, εκεί που έτρωγαν τα άλογα ζώα!
Ωστόσο, η μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη που είχε ο Ιωσήφ στο Θεό και στις θεϊκές Του αποφάσεις, επέτρεψαν στο Άγιο Πνεύμα να φωτίσει το νου του και να τον βοηθήσει να κατανοήσει το μεγάλο θεϊκό μυστήριο που έκρυβε η «φάτνη» του Ιησού.
Η «Φάτνη» στην αρχή της επίγειας ζωής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ο «Σταυρός» στο τέλος του θεϊκού Του έργου, θα ήταν η αρχή και το τέλος της χριστιανικής διδασκαλίας, από την οποία εξαρτάται η χαρά της σωτηρίας ή η δυστυχία της κόλασης!
Η «φάτνη» του Ιησού και η «σταυρική Του θυσία», έδειχναν την “ταπείνωση” σαν το πιο υπέροχο μονοπάτι που διάλεξε ο Θεός, για να μας δείξει την άπειρη αγάπη Του. Μια τέλεια αγάπη που ξεπερνούσε τα όρια της απόλυτης θυσίας!
Η «ταπείνωση» από τη μια και η «υπεροπτική αυτοπεποίθηση» από την άλλη, θα ήταν στο εξής οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους, ανάλογα με την επιλογή που θα έκανε ο κάθε άνθρωπος, θα ζούσε ή τη χαρά της ευτυχίας, ή τον εφιάλτη της δυστυχίας.
Αν ο ίδιος ο Θεός ταπεινώθηκε τόσο πολύ, ώστε να γεννηθεί σε μια σπηλιά, σ’ ένα στάβλο, γιατί θέλουμε εμείς οι άνθρωποι να είμαστε τόσο πολύ εγωιστές και να ακολουθούμε το μονοπάτι της αυτοκαταστροφής σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής μας ζωής;
Η φοβερή πραγματικότητα της κακίας, που επικρατούσε σε όλο τον κόσμο, ήταν η αδιάψευστη μαρτυρία, ότι μέχρι τώρα όλοι θέλαμε να ζούμε με την κατάρα του «εγωισμού».
Ο Ιωσήφ αντιλαμβανόταν το μεγαλείο της υπέροχης αυτής διδασκαλίας της ταπείνωσης, με την οποία ο αγαπημένος του θησαυρός Ιησούς ξεκινούσε το θεϊκό έργο της σωτηρίας των ανθρώπων!
Ο Θεός θα φανέρωνε στον Ιωσήφ και άλλα πολλά τέτοια περιστατικά, που θα στερέωναν την πίστη του στη μεγάλη δύναμη της ταπείνωσης για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Πλησίαζε ήδη η όγδοη μέρα από την γέννηση του Ιησού και επειδή ήταν αγόρι, όριζε ο νόμος του Μωϋσή να γίνεται η τελετή της περιτομής, για να αφιερωθεί το παιδί στην υπηρεσία του Θεού.
Ο Ιωσήφ συμφώνησε με την Μαρία να κάνουν την τελετή της περιτομής στο Ναό του Θεού στα Ιεροσόλυμα και να δώσουν εκεί επίσημα το όνομα Ιησούς στο θείο Βρέφος, όπως είχε προστάξει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Η Βηθλεέμ δεν ήταν πολύ μακριά από την Ιερουσαλήμ. Απείχε μόλις εφτά με οκτώ χιλιόμετρα από αυτήν.
Έτσι, όταν ήρθε η όγδοη μέρα, ξεκίνησαν από πολύ νωρίς το πρωί με το γαϊδουράκι τους για να πάνε στην Ιερουσαλήμ.
Η χαρά και η συγκίνηση της Μαριάμ ήταν πολύ μεγάλη, γιατί μετά από τόσο πολύ καιρό θα έβλεπε ξανά το άγιο αυτό μέρος που έζησε με συντροφιά αγγέλων τα πρώτα χρόνια της ζωής της, όταν την αφιέρωσαν οι ηλικιωμένοι γονείς της από τριών χρόνων στο Ναό.
Η τελετή της περιτομής στο Ναό του Σολομώντος έγινε μέσα σε κλίμα χαράς και συγκίνησης.
Οι ιερείς έδωσαν στο θείο Βρέφος το όνομα Ιησούς, όπως είχε προστάξει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Μετά την τελετή, ο Ιωσήφ και η Μαρία πήραν ξανά τον δρόμο της επιστροφής, ώστε πριν νυχτώσει να είναι πίσω στην Βηθλεέμ.
Στο δρόμο της επιστροφής πολλές όμορφες σκέψεις πλημμύριζαν το νου του Ιωσήφ.
Φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα αντιλαμβανόταν όλο και περισσότερα πράγματα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να κατανοήσει.
Ο θεϊκός του γιος Ιησούς, αν και γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου, είναι τέλειος άνθρωπος και με την τελετή της περιτομής εκπλήρωνε τον Νόμο του Μωϋσή, ώστε να μην κατηγορηθεί αργότερα ότι είναι αντίθετος με τον Μωσαϊκό νόμο και απορριφθεί η διδασκαλία Του από την αρχή.
Πόσες φορές μέχρι να φτάσουν στην Βηθλεέμ, ευχαρίστησε ο Ιωσήφ τον Θεό, που του επέτρεπε να κατανοεί τα θεϊκά σχέδια για τη σωτηρία των ανθρώπων, τα οποία ξεκινούσαν με τον νεογέννητο Υιό του, Ιησού!
Με τέτοιες σκέψεις και στοχασμούς πέρασε γρήγορα η ώρα και έφθασαν στην Βηθλεέμ.
Ο Ιωσήφ πήρε στην αγκαλιά του το θείο Βρέφος και βοήθησε την Μαρία να κατεβεί από το γαϊδουράκι.
Η νύχτα είχε ήδη απλώσει το πρώτο της σκοτάδι στο μικρό χωριό και όλοι πήγαιναν τώρα να κοιμηθούν και να ξεκουραστούν.
Η αφιέρωση του Ιησού στο Ναό
Πέρασαν σαράντα μέρες από την γέννηση του Ιησού και ο νόμος του Μωϋσή όριζε ότι θα έπρεπε να τελεστεί τώρα μια άλλη θρησκευτική τελετή.
Οι γονείς, που το πρώτο τους παιδί ήταν αρσενικό, έπρεπε μετά από τις σαράντα μέρες, όσο δηλαδή κρατούσε η περίοδος του καθαρισμού της γυναίκας, να το φέρουν στο Ναό και να το αφιερώσουν στον Θεό.
Ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση θα έδιναν στο Ναό και την ανάλογη προσφορά.
Οι πλούσιοι πρόσφεραν πλούσια δώρα στο Θεό, ενώ οι φτωχοί, σαν τον Ιωσήφ και τη Μαρία, τουλάχιστον δύο τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια.
Για δεύτερη φορά λοιπόν ο Ιωσήφ και η Μαρία θα πήγαιναν ξανά στο Ναό της Ιερουσαλήμ, για να εκπληρώσουν τον νόμο του Μωϋσή και να αφιερώσουν στον Θεό το γιο τους.
Η χαρά της Μαρίας ήταν απερίγραπτη! Ένιωθε πολύ ευτυχισμένη, που θα αφιέρωνε τον νεογέννητο θησαυρό της στον λατρεμένο της Ουράνιο Πατέρα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δεν σταματούσε να μιλά στον βασιλιά Θεό της και να του λέει πόσο πολύ τον αγαπά και τον λατρεύει!
Τα πανέμορφα ματάκια της γέμιζαν κάθε λίγο και λιγάκι από τα μύρα των δακρύων της, που έτρεχαν στα μάγουλα της, σαν πολύτιμη προσφορά αγάπης και ευγνωμοσύνης στον παντοκράτορα Θεό της!
Το ταξίδι ήταν γρήγορο και σύντομα αντίκρισαν την Ιερουσαλήμ.
Ο Ιωσήφ βοήθησε την Μαρία να ξεπεζέψει από το γαϊδούρι και κατευθύνθηκαν στον Ναό του Θεού, για την τελετή αφιέρωσης του Ιησού.
Εκεί, όμως, στο προαύλιο του Ναού τους περίμενε μια έκπληξη! Ένα άγιο γεροντάκι, ο Συμεών, τους σταμάτησε και ζήτησε να κρατήσει στα γεροντικά του χέρια το βρέφος Ιησού.
Ζούσε στην Ιερουσαλήμ και ήταν άνθρωπος δίκαιος και θεοσεβούμενος. Ο Συμεών παρακαλούσε νύχτα μέρα τον Θεό να τον αξιώσει να δει πριν πεθάνει με τα ίδια του τα μάτια τον Μεσσία.
Οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Θεό και το Άγιο Πνεύμα τον διαβεβαίωσε, ότι πριν πεθάνει, θα δει τον Λυτρωτή του κόσμου.
Τα χρόνια ωστόσο περνούσαν και αυτός ήταν πλέον γεροντάκι, χωρίς να μπορεί να βλέπει καλά.
Είχε, όμως, μεγάλη εμπιστοσύνη στο Θεό και στην υπόσχεση που του έδωσε, γι’ αυτό και περίμενε υπομονετικά έξω από τις πύλες του Ναού την ημέρα που ο Θεός θα έκανε πραγματικότητα την υπόσχεση του.
Εκείνη την ημέρα είχε έρθει από νωρίς στη συνηθισμένη του θέση έξω από το Ναό του Σολομώντος και περίμενε με πολλή αγωνία να δει αυτό που του είχε αποκαλύψει την προηγούμενη νύχτα το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι, όταν έφθασαν στο Ναό του Θεού ο Ιωσήφ με τη Μαρία και το μικρό Ιησού, ένα λαμπερό φως που έβγαινε από το θείο Βρέφος, έλαμψε στα μάτια του Συμεών.
Φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, κατάλαβε ότι το μωρό αυτό ήταν ο Μεσσίας και Λυτρωτής του κόσμου, που περίμενε με τόση λαχτάρα και αγωνία να δει εδώ και πολλά χρόνια.
Οδηγημένος από το φως που εξέπεμπε το πρόσωπο του Ιησού, έφθασε κοντά στην αγία Του μητέρα και την παρακάλεσε να τον αφήσει να σηκώσει στην αγκαλιά του, έστω και για λίγο, το θείο Βρέφος.
Εκείνη του το έδωσε με ευχαρίστηση και είδε τα γεροντικά του μάτια να γεμίζουν με δάκρυα χαράς και συγκίνησης.
Ο Συμεών πήρε με πολλή ευλάβεια τον Ιησού στην αγκαλιά του, τον κοίταξε τρυφερά, τον φίλησε γλυκά στο μέτωπο και μετά, γυρνώντας τα μάτια του ψηλά στον ουρανό, είπε στο Θεό:
«Τώρα, Κύριε μου, μπορείς να πάρεις με ειρήνη την ψυχή μου, γιατί είδα με τα μάτια μου το Σωτήρα που έστειλες για να σώσει τους ανθρώπους. Είναι το φως που θα φωτίσει όλα τα έθνη της γης και θα δώσει δόξα στο λαό Σου Ισραήλ».
Η Μαρία και ο Ιωσήφ έστεκαν με θαυμασμό μπροστά σ’ αυτό που έβλεπαν και άκουγαν να λέει το άγιο αυτό γεροντάκι.
Ζήτησαν την ευλογία του και εκείνο, αφού τους ευλόγησε, στράφηκε στη Μαρία και είπε:
«Αυτός ήρθε για να γκρεμίσει ό,τι παλιό και ερειπωμένο υπάρχει στο Ισραήλ και να ανορθώσει αυτούς που θα Τον πιστέψουν. Η ζωή Του θα προκαλέσει αντίθετες γνώμες, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις του καθενός. Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Μετά την πρώτη έκπληξη με το άγιο γεροντάκι τον Συμεών, ήρθε και δεύτερη έκπληξη από μια γερόντισσα τώρα. Την έλεγαν Άννα. Ήταν 84 χρονών και όλοι την σεβόντουσαν σαν αγία και προφήτισσα.
Η Άννα έζησε σαν παντρεμένη μόνο εφτά χρόνια. Μετά, όταν χήρεψε, ήλθε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της κοντά στο Ναό, λατρεύοντας τον Θεό με πολλές προσευχές και νηστείες.
Όπως ο Συμεών, έτσι και αυτή τώρα, μόλις είδε το άγιο Βρέφος στην αγκαλιά της αγίας μανούλας του, δοξολόγησε τον Θεό που σπλαχνίστηκε τους ανθρώπους και έστειλε τον Σωτήρα για να φέρει την λύτρωση.
Με πολλή προσοχή άκουσε η Μαρία όλα αυτά που είπαν τα δυο άγια γεροντάκια και φύλαξε βαθιά μέσα στην καρδιά της τα προφητικά τους λόγια.
Μέσα στο Ναό, και σε κλίμα χαράς και συγκίνησης, έγινε η καθιερωμένη τελετή της αφιέρωσης του θείου Βρέφους στον ουράνιο Του Πατέρα.
Ο Ιωσήφ με την Μαρία, επειδή ήταν φτωχοί, πρόσφεραν σαν θυσία στον Θεό δυο μικρά περιστέρια, όπως όριζε ο νόμος του Μωϋσή.
Η Μαρία παρακάλεσε τον Ουράνιο της Πατέρα να την βοηθήσει να γίνει η πιο γλυκιά μανούλα στο Γιό Tου και Γιο της. Τον παρακάλεσε επίσης να της δώσει δύναμη, για να βαδίσει μαζί με τον λατρεμένο της γιο κάθε χαρά και πόνο που θα ερχόταν στη ζωή τους, όπως προφητικά προείδε το άγιο γεροντάκι ο Συμεών.
Ο Ιωσήφ, πάλι, παρακάλεσε τον Θεό να τον βοηθήσει να γίνει ο πιο τρυφερός και στοργικός πατέρας και προστάτης των δύο θησαυρών του, της Μαρίας και του μικρού Ιησού.
Όταν τελείωσαν όλα όσα έπρεπε να κάνουν για την αφιέρωση του Ιησού στο Ναό, πήραν ξανά τον δρόμο της επιστροφής για την Βηθλεέμ.
Τρεις Μάγοι από την Ανατολή
Η ζωή της αγίας Οικογένειας στο μικρό σπιτάκι τους στην Βηθλεέμ, όπου τώρα διέμεναν, κυλούσε ήσυχα και ειρηνικά.
Ήταν κοντά στη σπηλιά της γέννησης και ήταν πολύ εύκολο για τον Ιωσήφ να πηγαίνει τακτικά εκεί όπου γεννήθηκε ο γιος του Ιησούς.
Στον Ιωσήφ άρεσε πάρα πολύ να επισκέπτεται συχνά τον στάβλο, όπου ο Ουρανός και η γη είχαν γίνει ένα, και άγγελοι ανεβοκατέβαιναν από τον Ουρανό για να υποκλιθούν με ευλάβεια στο νεογέννητο Ιησού!
Όταν έμπαινε στο στάβλο και έβλεπε όλα αυτά τα ζώα που ζέσταιναν με το χνώτο τους τον μικρό του Ιησού στη φάτνη, την παγωμένη εκείνη νύχτα της γέννησης, πήγαινε κοντά τους και τα χάιδευε με πολλή αγάπη, δείγμα μικρής ευγνωμοσύνης γι’ αυτό που είχαν κάνει.
Τα προβατάκια μόλις τον έβλεπαν, έτρεχαν κοντά του για να παίξουν μαζί του, όπως έκαναν και με το θείο Βρέφος.
Ήταν τα πρώτα ζώα που είδαν τον Δημιουργό τους να γεννιέται σαν άνθρωπος και τα πρώτα που Τον δόξασαν με τα μελωδικά βελάσματα τους.
Μπορεί για όλους ο χώρος αυτός να ήταν ένας απλός στάβλος αλόγων ζώων, για τον Ιωσήφ όμως ήταν κάτι πολύ περισσότερο.
Ήταν η πύλη του ουρανού, που κατέβηκε ο Θεός για να πάρει ψηλά στο θεϊκό Του Βασίλειο, όλους εκείνους που σαν μικρά παιδιά θα δεχόντουσαν τον γλυκύ του Ιησού σαν δικό τους Μεσσία και Λυτρωτή.
Θυμάται τί χαρά έκαναν οι βοσκοί και τα τσοπανόπουλα, όταν ήρθαν να δουν το θείο Βρέφος στη σπηλιά!
Με τι χαρά, αγάπη και συγκίνηση σήκωναν τον Ιησού στην αγκαλιά τους και τον γέμιζαν με τα γλυκά φιλιά τους!
Από δω και μπρος μόνο οι απλοί και ταπεινοί άνθρωποι και τα μικρά παιδιά, θα είχαν το προνόμιο αυτό να Τον κρατούν στην αγκαλιά τους, να Τον λατρεύουν με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους και να Τον ομολογούν με θάρρος δικό τους βασιλιά και οικογένεια τους, ώστε να είναι για όλους ο Ιησούς Μάνα, Πατέρας, Φίλος και Αδελφός!
“Ω, γλυκέ μου Ιησού”, αναφωνούσε από τα βάθη της καρδιάς του ο Ιωσήφ, “πόσο σ’ αγαπώ και σε λατρεύω”!
Ο Ιωσήφ αγαπούσε τον Ιησού με όλη την δύναμη της ψυχής του. Ήταν η Καρδιά της καρδιάς του!
Ένιωθε ότι η ζωή του χωρίς τον μικρό του Ιησού δεν είχε πλέον κανένα νόημα και καμιά αξία, γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι αναφωνούσε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του: “Γλυκέ μου Ιησού, πόσο σ’ αγαπώ”!
Οι μέρες κυλούσαν γαλήνια και ο μικρός Ιησούς μεγάλωνε με πολλή πατρική και μητρική αγάπη!
Ωστόσο, ενώ όλα φαίνονταν ήσυχα και ήρεμα, χωρίς να προμηνύεται τίποτα συνταρακτικό, ένα ακόμα γεγονός ήλθε να προστεθεί σ’ όλα τα προηγούμενα και να προκαλέσει ακόμα μια έκπληξη και θαυμασμό, όχι μόνο στους γονείς του Ιησού, αλλά και στους κατοίκους της Βηθλεέμ.
Κάποιοι σοφοί μάγοι από τα μέρη της Ανατολής είχαν έρθει στη Βηθλεέμ πάνω στις καμήλες τους και έψαχναν να βρουν το νεογέννητο Βασιλιά του Ισραήλ.
Ήθελαν να δουν που γεννήθηκε και να τον προσκυνήσουν. Είχαν δει στην Ανατολή ένα μεγάλο αστέρι να γεννιέται και να λάμπει δυνατά ψηλά στον ουρανό.
Σύμφωνα με τα ιερά κείμενα τους και τους αστρολογικούς υπολογισμούς τους, σήμαινε ότι γεννήθηκε ένας πολύ μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς.
Τον Βασιλιά αυτόν ήρθαν τώρα να δουν και να προσκυνήσουν, γιατί δεν ήταν συνηθισμένος βασιλιάς, σαν αυτούς που είχαν γεννηθεί μέχρι τότε.
Ξεκίνησαν λοιπόν με τις καμήλες τους από τη μακρινή Περσία και ήρθαν στην Ιουδαία για να βρουν, να δουν και να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Βασιλιά και να του προσφέρουν τα πλούσια δώρα τους.
Για οδηγό τους είχαν ένα λαμπερό αστέρι, που εκινείτο αργά ψηλά στον ουρανό και τους έδειχνε τον δρόμο που θα έπρεπε να πάρουν, για να φθάσουν με ασφάλεια μέχρι εκεί.
Έτσι έφθασαν μέχρι την Ιερουσαλήμ και άρχισαν να ρωτούν τον καθένα που συναντούσαν, αν ήξερε να τους πει, πού θα βρουν τον νεογέννητο Βασιλιά.
Τα νέα αυτά έφθασαν μέχρι και τον βασιλιά Ηρώδη που, όταν έμαθε γι’ αυτούς και τον λόγο για τον οποίον έκαναν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, ταράχτηκε πολύ.
Δεν μπορούσε να ακούσει ότι κάποιος άλλος βασιλιάς, έστω κι αν ήταν ακόμα νήπιο, θα μπορούσε να του πάρει το βασίλειο, που με τόσες δολοπλοκίες είχε καταφέρει να αποκτήσει.
Φώναξε αμέσως τους Αρχιερείς και Γραμματείς του λαού και τους ρώτησε πού επρόκειτο να γεννηθεί ο βασιλιάς αυτός, για τον οποίον μιλούσαν οι μάγοι.
Εκείνοι του είπαν ότι, σύμφωνα με τις Γραφές και τις προφητείες, θα γεννιόταν στην Ιουδαία, στην πόλη του Δαβίδ, τη Βηθλεέμ. Του διάβασαν μάλιστα και τη σχετική προφητεία του προφήτη Μιχαία που έλεγε:
«Και συ μικρή Βηθλεέμ, δεν είσαι καθόλου ασήμαντη ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις του Ιούδα, γιατί από σένα θα βγει Αρχηγός, που σαν τον βοσκό θα οδηγήσει τον λαό μου Ισραήλ».
Τότε ο Ηρώδης με προσποιητή καλοσύνη κάλεσε κρυφά στο παλάτι τους τρεις μάγους για να μάθει περισσότερα για τον νεογέννητο Βασιλιά και πότε είδαν το αστέρι στον ουρανό.
Ήθελε μ’ αυτό τον τρόπο να υπολογίσει, πόσος χρόνος περίπου πέρασε από τότε που γεννήθηκε ο διεκδικητής του θρόνου του. Έτσι, αφού έμαθε όσα ήθελε, τους είπε:
«Πηγαίνετε στην Βηθλεέμ και μάθετε πού ακριβώς βρίσκεται το παιδί. Όταν το βρείτε, ελάτε ξανά πίσω στο παλάτι, για να μου πείτε και εμένα. Θέλω και εγώ να πάω να προσκυνήσω τον βασιλιά αυτόν».
Βέβαια, αυτό το είπε, όχι γιατί ήθελε πραγματικά να πάει να προσκυνήσει το Χριστό, αλλά γιατί ήθελε να μάθει ποιο ήταν αυτό το παιδί για να το σκοτώσει.
Τις πονηρές διαθέσεις του Ηρώδη δεν μπόρεσαν να τις καταλάβουν οι μάγοι, γι’ αυτό και του υποσχέθηκαν ότι μόλις τον βρουν, θα τον ενημερώσουν.
Την επόμενη μέρα συνέχισαν το ταξίδι τους προς την Βηθλεέμ, με το αστέρι να εμφανίζεται ξανά στον ουρανό και να τους οδηγεί.
Όταν έφθασαν στην Βηθλεέμ είδαν το αστέρι να μένει ακίνητο πάνω από το μικρό χωριό και κατάλαβαν ότι είχαν φθάσει επιτέλους στον προορισμό τους.
Με πολλή αγωνία άρχισαν τώρα να ρωτούν τους απλούς κατοίκους του χωριού, πού γεννήθηκε ο νέος Βασιλιάς και πώς μπορούν να τον δουν.
Τα παιδιά, που πρώτα έμαθαν για τον ερχομό τους, έτρεξαν να πουν τα νέα στον Ιωσήφ και τη Μαρία.
Οι μάγοι, βλέποντας τη φτώχεια του μικρού αυτού χωριού, εξεπλάγησαν πως ένας τόσο μεγάλος και ένδοξος Βασιλιάς καταδέχτηκε να γεννηθεί εκεί.
Η έκπληξη τους, ωστόσο, έγινε ακόμα πιο μεγάλη, όταν τα τσοπανόπουλα τους έφεραν να δουν τη σπηλιά που γεννήθηκε ο νέος Βασιλιάς και το παχνί με τ’ άχυρα, που έγινε το πρόχειρο κρεβατάκι του την παγωμένη εκείνη νύχτα.
Ωστόσο, η έκπληξη και ο θαυμασμός τους κορυφώθηκε, όταν είδαν για πρώτη φορά το θείο Βρέφος στην αγκαλιά της μαμάς του, πλημμυρισμένο από ένα λαμπερό φως, που πλημμύρισε τις ψυχές τους με μια υπέροχη θεϊκή γαλήνη.
Πλησίασαν τον μικρό Ιησού με ευλάβεια και σεβασμό και γονάτισαν μπροστά του, για να τον προσκυνήσουν.
Εκείνο τους κοίταξε με τα αγγελικά του ματάκια και τους χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο.
Οι Μάγοι ένιωθαν εκείνη τη στιγμή πολύ ευτυχισμένοι. Η γαλήνη και η ευτυχία που πλημμύρισε την καρδιά τους δεν μπορούσε να συγκριθεί με καμιά άλλη εδώ στη γη.
Βίωναν ταυτόχρονα και οι τρεις τους πρωτόγνωρα αισθήματα χαράς και ειρήνης, που μόνο ο Θεός χαρίζει σε όλους εκείνους που πλησιάζουν την θεϊκή αλήθεια με απλότητα και καλή προαίρεση.
Γι’ αυτήν την αλήθεια εξάλλου είχαν κάνει και οι τρεις τους ένα τόσο μεγάλο και δύσκολο ταξίδι.
Ο Ιησούς αργότερα θα έλεγε στα κηρύγματα Του:
“Εγώ είμαι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή”.
Οι Μάγοι ένιωθαν ότι στο πρόσωπο του μικρού Ιησού είχαν βρει επιτέλους τον Δρόμο που αναζητούσαν, για να γνωρίσουν την Αλήθεια, τον Θεό, και να κερδίσουν την αιώνια Ζωή!
Σαν μικρά παιδιά, με βουρκωμένα μάτια από συγκίνηση και χαρά, γονάτισαν και αυτοί, σαν τα τσοπανόπουλα, μπροστά στο θείο Βρέφος, για να φιλήσουν τα θεϊκά του χεράκια.
Τα χέρια αυτά που έπλασαν κάποτε, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, όλη την υπέροχη δημιουργία του ουρανού και της γης που βλέπουμε!
Ο μικρός Ιησούς νιώθοντας την εγκάρδια αγάπη των καλοκάγαθων Μάγων, τους χαμογελούσε γλυκά και χάριζε στις ταπεινές καρδιές τους αναρίθμητα συναισθήματα χαράς, ειρήνης και ευτυχίας.
Την ίδια, ωστόσο, χαρά και ευτυχία των Μάγων θα μπορούσαν στο εξής να ζήσουν και όσοι θα αγαπούσαν με παιδική απλότητα τον Υιό του Θεού, σαν μικρό Βρέφος της Βηθλεέμ και θα τον λάτρευαν σαν δικό τους μωρό, σαν μωρό της καρδιάς τους.
Ένα μυστήριο δύσκολο να ερμηνευτεί από την ανθρώπινη λογική, αλλά εύκολο να κατανοηθεί από απλές αθώες παιδικές καρδιές.
Το Άγιο Πνεύμα είχε ανοίξει τη στιγμή εκείνη τα μάτια της ψυχής τους, για να δουν αυτά που άλλοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν.
Ο Θεός επέτρεπε σ’ αυτούς να δουν ένα κομμάτι από το μεγαλείο Του, σαν ένα μικρό δείγμα αγάπης και ευαρέσκειας για τον μεγάλο κόπο που έκαναν να έρθουν από τόσο πολύ μακριά, για να δουν και να προσκυνήσουν τον μονογενή Υιό Του.
Μόλις πέρασε η πρώτη συγκίνηση, άνοιξαν τα πλούσια δώρα που είχαν φέρει και τα άφησαν στα πόδια του Ιησού.
Ο ένας του έφερε χρυσάφι, ο άλλος λιβάνι και ο τρίτος σμύρνα. Δώρα πολύτιμα, αλλά και αινιγματικά, για τις μεγάλες και βαθιές έννοιες που έκρυβαν.
Το χρυσάφι συμβόλιζε την ανυπέρβλητη δύναμη της θεϊκής Αγάπης, με την οποία ο Ιησούς θα πλημμύριζε τις καρδιές όλων εκείνων που με παιδική πίστη, εμπιστοσύνη και ειλικρινή αφοσίωση θα τον ακολουθούσαν.
Όλοι αυτοί θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν με τη χάρη και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος σε επίγειες αγγελικές υπάρξεις, ώστε να ζουν σαν αληθινά παιδιά του Θεού, με αγάπη, καλοσύνη και ευγένεια, πραγματικές ηλιαχτίδες φωτός!
Η “αγάπη” θα ήταν στο εξής η ένδοξη σημαία της θεϊκής βασιλείας του Ιησού, που θα κυμάτιζε σε όλες τις θεϊκά ερωτευμένες με τον Θεό ψυχές!
Μια αγάπη, όχι στα λόγια και τους τύπους, αλλά μια αληθινή αγάπη που θα έβγαινε με ειλικρίνεια μέσα από τα βάθη της καρδιάς.
Μια αγάπη, που με το άρωμα της θυσίας, θα έπειθε όλους ανεξαιρέτως, ότι μόνο αυτή είναι το πραγματικό χρυσάφι της ψυχής.
Το λιβάνι συμβόλιζε την θεϊκή του φύση, αλλά και την λατρεία που θα του έδιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που θα τον πίστευαν σαν Υιό του Θεού και Θεό, αλλά και τέλειο άνθρωπο, αληθινό πρότυπο ζωής, για όσους επιθυμούσαν να γίνουν με τη βοήθεια Του και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος κατά χάρη θεοί.
Η σμύρνα συμβόλιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού, που για την αγάπη των παιδιών του θα θυσίαζε τον ίδιο Του τον εαυτό με τον πιο ατιμωτικό θάνατο του σταυρού.
Με σμύρνα και αλόη άλειψαν εξάλλου αργότερα το νεκρό του σώμα πριν τον ενταφιάσουν.
Εκείνη τη στιγμή ο Ιωσήφ και η Μαρία δεν μπορούσαν να καταλάβουν την προφητική σημασία των δώρων των Μάγων. Μετά όμως από τη μεγάλη σταυρική θυσία του Ιησού έγιναν όλα κατανοητά.
Οι Μάγοι επιστρέφουν στην πατρίδα τους
Το βράδυ εκείνο στην Βηθλεέμ το πέρασαν οι Μάγοι συζητώντας μεταξύ τους για το μεγαλείο της ταπείνωσης του νεογέννητου Βασιλιά.
Καταλάβαιναν ότι ο δρόμος που έπρεπε κάποιος να ακολουθήσει, για να βρει την αλήθεια και να γνωρίσει τον Θεό, ήταν μόνο η ταπείνωση.
Γι’ αυτό εξάλλου γεννήθηκε ο νέος Βασιλιάς ταπεινά σε μια σπηλιά και είχε για κούνια του ένα παχνί με άχυρα.
Οι Μάγοι είχαν ανακαλύψει ότι το πρώτο σκαλοπάτι της θεϊκής σοφίας, για να γνωρίσει κάποιος την αλήθεια και να βρει τον Θεό, ήταν η ταπείνωση!
Κανείς δεν θα μπορεί να ανέβει τη σκάλα που οδηγεί στο θρόνο του Θεού, εάν προηγουμένως δεν βαδίσει το μονοπάτι της ταπείνωσης!
Με όλες αυτές τις θαυμάσιες σκέψεις που περνούσαν συνέχεια από το μυαλό τους, δεν ήταν και τόσο εύκολο να τους πάρει ο ύπνος.
Όταν, όμως, κάποια στιγμή, αποκοιμήθηκαν για λίγο, είδαν και οι τρεις τους ένα παράξενο όνειρο.
Ένας λαμπερός άγγελος εμφανίστηκε μπροστά τους και τους είπε να ξυπνήσουν και να φύγουν αμέσως πίσω στην πατρίδα τους.
Τους είπε επίσης, να μην γυρίσουν καθόλου πίσω στον Ηρώδη, γιατί ο βασιλιάς ήθελε να σκοτώσει τον μικρό Ιησού.
Έτσι, νύχτα ακόμα, πριν ξυπνήσει το χωριό για να μην τους δει κανένας, ξεκίνησαν για την επιστροφή στη μακρινή τους πατρίδα.
Το ίδιο εκείνο βράδυ ένας άλλος άγγελος εμφανίστηκε στον ύπνο του Ιωσήφ και του είπε να σηκωθεί αμέσως και να πάρει την Μαριάμ με το μικρό παιδί και να φύγουν μακριά στην Αίγυπτο.
Του είπε, επίσης, να μείνουν εκεί μέχρι να του δώσει νέα εντολή, γιατί ο Ηρώδης έχει σκοπό να ψάξει να βρει το παιδί για να το σκοτώσει.
Ο Ιωσήφ τρόμαξε από αυτά που του είπε ο άγγελος και ξύπνησε αμέσως την Μαριάμ, για να της διηγηθεί αυτά που άκουσε στον ύπνο του και να ετοιμαστούν για άμεση αναχώρηση.
Έτσι, πριν καν φανούν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ξεκίνησαν με το γαϊδουράκι τους για τη μακρινή χώρα της Αιγύπτου.
Όταν ο Ηρώδης έμαθε ότι έφυγαν οι Μάγοι κρυφά χωρίς να του πουν τίποτα, κατάλαβε ότι τον ξεγέλασαν και θύμωσε πάρα πολύ.
Φοβούμενος μη χάσει το θρόνο του από τον νέο Βασιλιά, έστειλε στρατιώτες να σκοτώσουν όλα τα αγόρια της Βηθλεέμ και των γύρω περιχώρων που ήταν από δύο χρονών και κάτω.
Με βάση τους υπολογισμούς που έκανε, από όσα του είπαν οι Μάγοι, κατάλαβε ότι ο νεογέννητος βασιλιάς δεν πρέπει να ήταν ακόμα δύο χρονών, γι’ αυτό και διέταξε να σκοτώσουν όλα τα αγόρια από δύο χρονών και κάτω.
Θρήνος και σπαραγμός απλώθηκε σε όλη την Ιουδαία, για το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα του βασιλιά.
Όλες οι μάνες έκλαιγαν απαρηγόρητες και αναθεμάτιζαν τον τύραννο, που έχυσε τόσο αθώο αίμα.
Το άγριο αυτό έγκλημα του Ηρώδη δεν ήταν ούτε το πρώτο, αλλά ούτε και το τελευταίο.
Μέχρι και τον μεγάλο του γιο Αντίπατρο σκότωσε λίγο πριν πεθάνει, με την υποψία ότι ήθελε να του πάρει τον θρόνο.
Πλήθος ήταν τα εγκλήματα που διέπραξε ο ανισόρροπος αυτός ηγέτης, γι’ αυτό και το τέλος του ήταν πολύ οδυνηρό.
Χτυπημένος από φοβερή αρρώστια άρχισαν να σαπίζουν όλα του τα μέλη και να του προκαλούν ανυπόφορους πόνους. Ξεψύχησε μέσα σε φριχτά βάσανα, μισητός από όλους τους υπηκόους του.
Μετά τον θάνατο του οι Ρωμαίοι διαίρεσαν το βασίλειο του σε τρεις μεγάλες επαρχίες και το μοίρασαν στους τρεις γιούς του, τον Αρχέλαο, τον Ηρώδη Αντίπα και τον Φίλιππο.
Ο Αρχέλαος πήρε την Σαμάρεια, την Ιουδαία και την Ιδουμαία, δηλαδή τη μέση και την νότια Παλαιστίνη.
Ο Ηρώδης Αντίπας πήρε την Γαλιλαία και την Περαία, δηλαδή την βόρεια και την ανατολική Παλαιστίνη.
Ο Φίλιππος πήρε όλες τις επαρχίες που ήταν ανατολικά της λίμνης Γενησαρέτ. Και οι τρεις τους λεγόντουσαν βασιλείς ή τετράρχες.
Όταν ο Ηρώδης πέθανε, άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε ξανά στο όνειρο του Ιωσήφ και του είπε ότι τώρα μπορεί να επιστρέψει πίσω στο Ισραήλ, γιατί αυτοί που ζητούσαν να σκοτώσουν τον μικρό Ιησού είχαν πια πεθάνει.
Ο Ιωσήφ και η Μαριάμ χάρηκαν πολύ που θα γυρνούσαν πίσω στην χώρα τους και ετοιμάστηκαν για το ταξίδι της επιστροφής.
Όταν όμως έμαθαν, ότι στην Ιουδαία βασίλευε ο σκληρός γιος του Ηρώδη, ο Αρχέλαος, φοβήθηκαν να πάνε εκεί.
Ήταν γνωστή σε όλη την Ιουδαία η κακία του βασιλιά αυτού, που όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο μεγάλη, σε σημείο που ανάγκασε και αυτούς ακόμα τους Ρωμαίους να τον διώξουν και να βάλουν στη θέση του ένα Ρωμαίο διοικητή.
Ο Ιωσήφ δεν ήξερε πού ήταν καλύτερα να πάει. Στην αγωνία του αυτή παρουσιάστηκε ξανά στον ύπνο του άγγελος Κυρίου και του είπε να πάει προς τα μέρη της Γαλιλαίας.
Έτσι, ο Ιωσήφ με τη Μαρία και τον μικρό Ιησού επέστρεψαν πίσω στη Ναζαρέτ και πραγματοποιήθηκε η προφητεία που έλεγε ότι:
«Θα ονομαστεί Ναζωραίος»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου