ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η ΕΚΛΕΚΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
***
Ναζαρέτ
Σαν πίνακας ζωγραφικής έμοιαζε το μικρό χωριό της Ναζαρέτ, έτσι που ήταν κρεμασμένο στις πλαγιές του βουνού μέσα σ’ ένα μεγάλο πλήθος από αμπέλια, περιβόλια και άλλα δέντρα.
Τα μικρά κάτασπρα σπιτάκια της έμοιαζαν σαν μαργαριτάρια ενωμένα σε κολιέ και έλαμπαν από μακριά σαν φωτάκια στου ήλιου τις αντανακλάσεις. Οι Ιουδαίοι την φώναζαν «Λαμπάν», δηλαδή «Ασπροχώρι», αλλά και «Λουλούδι της Γαλιλαίας», από την πολύ της ομορφιά.
Ωστόσο, οι Εβραίοι που κατοικούσαν στη χώρα της Ιουδαίας δεν συμπαθούσαν και πολύ την Ναζαρέτ, όπως γενικά και όλη τη χώρα της Γαλιλαίας, την οποία με περιφρόνηση, και πολλές φορές με μίσος, την αποκαλούσαν «Γαλιλαία των Εθνών».
Την έλεγαν έτσι, γιατί στη Γαλιλαία, επειδή ήταν πλούσια και εύφορη χώρα, είχαν μαζευτεί για να ζήσουν πολλοί «εθνικοί», δηλαδή ξένοι ειδωλολάτρες από άλλα έθνη, όπως Έλληνες και Φοίνικες.
Κάποια στιγμή μάλιστα, οι εθνικοί ήταν πιο πολλοί από τους Εβραίους κατοίκους. Γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι αποκαλούσαν την όμορφη και πλούσια αυτή χώρα «Γαλιλαία των Εθνών».
Η Γαλιλαία καταλάμβανε το βόρειο τμήμα της Παλαιστίνης, ενώ η Ιουδαία το νότιο τμήμα της. Ανάμεσα τους ήταν η χώρα της Σαμάρειας.
Ωστόσο, η Γαλιλαία και η Ιουδαία, διέφεραν πολύ μεταξύ τους. Η Ιουδαία είχε πολλές ερημιές και πολλά σκληρά άνυδρα τοπία. Είχε όμως πολλή δόξα, γιατί, εκτός του ότι ήταν το κέντρο του Εβραϊκού έθνους με την ένδοξη πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ, εκεί ήταν κτισμένος από τον βασιλιά Σολομώντα ο μοναδικός Ναός της θρησκείας τους.
Αντίθετα, η Γαλιλαία ήταν πολύ όμορφη με μεγάλες φυσικές ομορφιές. Τα καταπράσινα βουνά και οι πεδιάδες της ήταν γεμάτα από καστανιές και αμπέλια, ενώ στα μικρά όμορφα χωριά της υπήρχαν πλήθος περιβόλια με ροδιές, συκιές, πορτοκαλιές, αμυγδαλιές και άλλα πολλά δέντρα.
Μικρά ποταμάκια πότιζαν την εύφορη γη της και στις όχθες τους πανύψηλα πλατάνια χάριζαν τη δροσιά τους στους περαστικούς ανθρώπους.
Ένα τέτοιο πανέμορφο μέρος ήταν και το μικρό χωριό της Ναζαρέτ, όπου ζούσε απλά και φτωχικά ένας σεμνός άνδρας, ο Ιωσήφ.
Ήταν μαραγκός στο επάγγελμα και η καταγωγή του ήταν από την Βηθλεέμ της Ιουδαίας και από την γενιά του Δαβίδ. Έμενε μόνος μαζί με τα παιδιά του στη Ναζαρέτ, γιατί εδώ και πολύ καιρό είχε πεθάνει η γυναίκα του και ήταν χήρος.
Κοντά στο σπίτι του ήταν το μικρό του μαγαζί, ένα μαραγκούδικο, από το οποίο έβγαζε με τον τίμιο αγώνα της δουλειάς του το ψωμί της οικογένειας του.
Σαν άνθρωπος ο Ιωσήφ ήταν απλός, ήσυχος, ταπεινός, με πολλή καλοσύνη και ευγένεια. Όλοι τον αγαπούσαν και μιλούσαν γι’ αυτόν με πολύ σεβασμό.
Τον αγαπούσε πολύ και ο ραβίνος της Συναγωγής, γιατί έβλεπε στον Ιωσήφ αληθινή ευσέβεια και μεγάλη αγάπη στο Θεό και τους συνανθρώπους του.
Η ευσέβεια του Ιωσήφ δεν περιοριζόταν σε εξωτερικούς τύπους, αλλά έβγαινε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του, σαν αρωματικό θυμίαμα πίστης και εμπιστοσύνης στο Θεό.
Ο Ιωσήφ, εκτός του ότι ήταν σαν άνθρωπος πολύ καλός χαρακτήρας, ήταν και πολύ καλός τεχνίτης.
Σαν μαραγκός που ήταν, δούλευε το ξύλο με πολλή προσοχή και μεράκι, γι’ αυτό και ήταν γνωστός, εκτός από τη Ναζαρέτ και τα περίχωρα της, ακόμα πιο μακριά, μέχρι την Ιερουσαλήμ.
Τον απλό και ταπεινό αυτόν άνδρα με τις πολλές κρυφές αρετές, διάλεξε ο πάνσοφος Θεός, για να τον κάνει επίγειο προστάτη του μονογενή Του Υιού, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, θα γεννιόταν σαν άνθρωπος στη γη, από μια παρθένα κόρη!
Ποια ήταν όμως η ευλογημένη αυτή κόρη που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του κόσμου; Πώς την έλεγαν; Ποιοι ήταν οι γονείς της;
Ιωακείμ και Άννα
Τον καιρό εκείνο ζούσε στο Ναό της Ιερουσαλήμ, μαζί με άλλες κοπέλες που είχαν αφιερωθεί στο Θεό, μια ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Μαρία.
Ήταν εκεί από τριών χρονών, αφότου την αφιέρωσαν στο Θεό οι ηλικιωμένοι γονείς της, ο Ιωακείμ και η Άννα.
Ο πατέρας της, ο Ιωακείμ, ήταν από την γενιά του Δαβίδ και ήταν παντρεμένος με μια απλή και ευγενική γυναίκα, την Άννα.
Ήταν και οι δυο τους δίκαιοι και ευσεβείς άνθρωποι και αγαπούσαν πολύ τον Θεό. Αγαπούσαν επίσης και όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα κάθε φτωχό και ανήμπορο, γι’ αυτό και έκαναν κρυφά πολλές ελεημοσύνες.
Ήταν αρκετά ευκατάστατοι και είχαν ένα μεγάλο σπίτι, κοντά στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά στα Ιεροσόλυμα.
Όμως, αν και ήταν πλούσιοι και είχαν ό,τι ήθελαν, μια μεγάλη στεναχώρια πλήγωνε συνεχώς την καρδιά τους. Δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, γιατί η Άννα ήταν στείρα.
Την εποχή εκείνη ήταν πολύ μεγάλη ντροπή να είσαι άτεκνος, γιατί σε θεωρούσαν καταραμένο από τον Θεό, γι’ αυτό και κάθε μέρα ο Ιωακείμ και η Άννα παρακαλούσαν με δάκρυα το Θεό να τους λυπηθεί και να τους δώσει ένα παιδί.
Τα χρόνια ωστόσο περνούσαν και οι δυο τους τώρα ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία, χωρίς να έχουν αποκτήσει ένα παιδί. Ο Ιωακείμ ήταν 80 χρονών και η Άννα 70.
Παρ’ όλα αυτά δεν σταμάτησαν ποτέ να προσεύχονται και να ελπίζουν, ότι θα τους χαρίσει ο Θεός μια μέρα, έστω και σε τόσο μεγάλη ηλικία, ένα παιδί. Υποσχέθηκαν μάλιστα στο Θεό ότι, εάν τους χάριζε ένα παιδί, θα το αφιέρωναν με όλη τους την καρδιά στη δική Του δόξα!
Μια μέρα, ενώ προσευχόντουσαν, συνέβη ένα καταπληκτικό γεγονός που γέμισε την καρδιά τους με πολλή χαρά και ευτυχία.
Είδαν τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να τους μιλά και να τους διαβεβαιώνει, ότι οι προσευχές τους εισακούστηκαν από τον Θεό και ότι θα τους δώσει ένα κοριτσάκι.
Δάκρυα χαράς κύλισαν από τα γεροντικά τους μάτια και άπειρη ευγνωμοσύνη στο Θεό ξεχείλισε από τις καρδιές τους, για τη μεγάλη ευτυχία που τους χάριζε.
Του υποσχέθηκαν και πάλι ότι, μόλις το παιδί μεγαλώσει και γίνει τριών χρονών, θα το φέρουν στον άγιο Ναό Του, στην Ιερουσαλήμ, για να Του το αφιερώσουν.
Πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός από την εμφάνιση του Αρχάγγελου Γαβριήλ και η Άννα άρχισε ήδη να νιώθει στη γερασμένη μήτρα της τα πρώτα σκιρτήματα του παιδιού που της υποσχέθηκε ο Θεός.
Από εκείνη την ημέρα και μετά ένιωθε η Άννα να είναι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου.
Αν και οι μέρες της εγκυμοσύνης περνούσαν ήσυχα και γοργά, η Άννα δεν μπορούσε να κρύψει την αγωνία της, πότε θα έρθει η ευλογημένη ημέρα του τοκετού.
Ανυπομονούσε να σφίξει με λαχτάρα στην αγκαλιά της τον μονάκριβο θησαυρό της, το μικρό της κοριτσάκι και να το θηλάσει με το γάλα της.
Άγγελοι ευλογούν τη νεογέννητη Μαρία
Πέρασαν εννέα μήνες χαράς και νοσταλγίας για τον Ιωακείμ και την Άννα, μέχρι που ήρθε η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους, που θα γινόντουσαν γονείς!
Η Άννα γέννησε ένα πανέμορφο μωρό, ένα κοριτσάκι, που επρόκειτο να γίνει στο μέλλον η Μάνα του ίδιου του Υιού του Θεού, αλλά και Μάνα όλου του κόσμου! Την ονόμασαν Μαριάμ, ή, απλά, Μαρία.
Κανένας άνθρωπος στη γη δεν θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να περιγράψει με λόγια την μεγάλη χαρά και ευτυχία του Ιωακείμ και της Άννας, αλλά ούτε και τα καταπληκτικά και εξαίσια θαύματα που είδαν και έζησαν κοντά στο νεογέννητο κοριτσάκι τους!
Το πιο συνταρακτικό όμως απ’ όλα, που έμεινε ανεξίτηλο στο νου και την καρδιά της Άννας, ήταν αυτό που είδε την ημέρα της γέννησης της.
Μυριάδες άγγελοι είχαν κατέβει από τον ουρανό για να δοξολογήσουν τον Θεό, για τον ερχομό του αγγελικού αυτού βρέφους στη γη και να το ευλογήσουν με τις δωρεές του Θεού.
Όλοι οι άγγελοι είχαν γονατίσει μπροστά στο μικρό βρέφος με πολύ σεβασμό και αγάπη, λες και ήθελαν με αυτό τον τρόπο να αποκαλύψουν, ποια θα ήταν στο μέλλον η Βασίλισσα των Αγγέλων.
Αυτό, όμως, που την εντυπωσίασε πιο πολύ απ’ όλα ήταν όταν είδε Αγγέλους να πλησιάζουν το μωρό της και να ευλογεί ο καθένας απ’ αυτούς και ένα διαφορετικό μέλος του σώματος της.
Ένας Άγγελος ευλόγησε το στόμα της, για την προσευχητική σιωπή που θα αποκτούσε, αλλά και για τα θεϊκά λόγια αγάπης που θα πρόφεραν τα χείλη της συνεχώς στο Θεό της καρδιάς της.
Ένας άλλος ευλόγησε τα αυτιά της, για ν’ ακούει πάντα το θέλημα του Θεού και στο μέλλον κάθε παράκληση και προσευχή των ανθρώπων, για να μεσιτεύει γι’ αυτούς στο ίδιο της το σπλάχνο, τον λατρεμένο της Υιό Ιησού.
Άλλος Άγγελος ευλόγησε την μύτη της, ώστε μοναδική της όσφρηση να είναι η ευωδία του Παναγίου Πνεύμα-τος, του ίδιου του Θεού.
Ένας άλλος Άγγελος ευλόγησε τα μάτια της, για να κοιτά πάντα ψηλά στον ουρανό τον Θεό Πατέρα της και να μεσιτεύει σ’ Αυτόν αδιάκοπα για όλο τον κόσμο.
Άλλος Άγγελος ευλόγησε το σώμα της, για να μη χάσει ποτέ την αγγελική αγνότητα και αθωότητα του, αλλά ούτε και χέρι ανθρώπου ποτέ να το πληγώσει, παρά μόνο την πάναγνη καρδιά της.
Άλλος Άγγελος ευλόγησε την καρδιά της, ώστε με άπειρη λατρεία και μητρική αγάπη να αγαπά και να λατρεύει τον Κύριο και Θεό της και τον μονογενή Υιό της.
Ένας άλλος Άγγελος την ευλόγησε και της είπε να αγαπά μητρικά, με πολύ πόνο και αγωνία όλα τα σπλάχνα του Θεού και να ικετεύει για την σωτηρία των ψυχών τους.
Άλλος Άγγελος ευλόγησε το νου της, για να μη μπορέσει ποτέ ο σατανάς να τον προσβάλει με οτιδήποτε κακό και πονηρό, αλλά να σκέφτεται πάντα με θεϊκή ευσπλαχνία και αγάπη.
Άλλος Άγγελος ευλόγησε τα δυο της χέρια, που θα κρατούν τον Αμνό του Θεού και θα του προσφέρουν τα μητρικά της χάδια.
Ένας άλλος Άγγελος ευλόγησε τα δυο της στήθη, που με το γάλα της θα θήλαζε την ίδια την Ζωή, την ίδια την Αγάπη, την ίδια την Ευσπλαχνία, τον ίδιο τον Θεό της και της είπε:
«Όπως αυτά τα στήθη θα κλείσουν στην αγκαλιά σου με πολύ μητρική αγάπη και στοργή τον μονογενή σου Υιό, έτσι να κλείσουν και τον κάθε ένα από τους ανθρώπους, που με παιδική πίστη και εμπιστοσύνη θα σου το ζητήσει».
Η ταπεινή καρδιά της Άννας δεν μπορούσε τότε να καταλάβει τα υπέροχα αυτά λόγια, που έλεγαν οι άγγελοι στο νεογέννητο κοριτσάκι της.
Μόνο η ευχή του τελευταίου αγγέλου διαπέρασε σαν κοφτερό μαχαίρι την μητρική της καρδιά και την έκανε να πονέσει αφάνταστα.
Όταν την πλησίασε ο τελευταίος άγγελος, την ευλόγησε και της είπε:
«Ευλογώ αυτά τα πόδια που θα βαδίζουν και θα ακολουθούν το Υιό της πάντα, μέχρι και την ώρα που με πολύ πόνο και αβάσταχτη θλίψη θα Τον κοιτούν να θυσιάζεται και να χύνει το αίμα Του, για να ξεπλύνει τις αμαρτίες όλου του κόσμου».
Σαν τ’ άκουσε όλα αυτά η Άννα, τρόμαξε και με πολύ πόνο στην καρδιά μονολόγησε:
«Αχ, αγγελικό μου κοριτσάκι, τί λόγια πόνου και αβάσταχτης θλίψης είναι αυτά που ακούω; Πώς θα τα υπομείνεις όλα αυτά μόνη σου, αφού εγώ σύντομα θα αφήσω αυτόν τον κόσμο, για να βρεθώ στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα μας»;
Μετά την πρώτη ταραχή, και ενώ είχε τελειώσει πλέον το όραμα που έβλεπε και όλοι οι άγγελοι είχαν ανέβει στον ουρανό, γονάτισε η Άννα και με πολλή εμπιστοσύνη στο Θεό είπε:
«Θεέ της καρδιάς μου, άκουσα τόσο ωραία λόγια από τους Αγγέλους Σου, που ευλόγησαν το μωρό μου και του μετέφεραν τις άπειρες ευλογίες Σου. Σε ευχαριστώ για όλα αυτά που πλουσιοπάροχα και με πολλή αγάπη θέλεις να του χαρίσεις, μα η μητρική μου καρδιά λύγισε στην μεγάλη θλίψη, που θα πρέπει με δικό Σου θέλημα να περάσει το αγγελούδι μου. Γι’ αυτό, Σε ικετεύω, δώσε του την δύναμη που θα χρειαστεί η μητρική καρδούλα του, όταν θα βλέπει να εκπληρώνεται το άγιο θέλημα Σου. Δεν ζητώ να το αποτρέψεις, αφού αυτό θα ήταν βλασφημία, μα η μητρική μου αγάπη Σε εκλιπαρεί να στείλεις και τότε τους Αγγέλους Σου, όπως τους έστειλες και τώρα, για να την ευλογήσουν και να την δυναμώσουν, ώστε να αντέξει τη μεγάλη αυτή δοκιμασία».
Μετά από αυτή την προσευχή ένα κύμα γαλήνης και ειρήνης ήρθε από τον ουρανό, για να πλημμυρίσει την ψυχή της Άννας και να γαληνέψει την καρδιά της.
Με πολύ μητρική στοργή και αγάπη πήρε στην αγκαλιά της το μωρό της, το φίλησε γλυκά, το χάιδεψε τρυφερά και το άφησε να θηλάσει το γάλα της ζωής.
Η αφιέρωση στο Ναό
Η μικρή Μαρία μεγάλωνε κοντά στους γονείς της σαν πραγματικός επίγειος άγγελος. Όλα πάνω της ήταν άγια και ευλογημένα.
Ο Ιωακείμ και η Άννα δεν ξέχασαν την υπόσχεση που είχαν δώσει στο Θεό. Έτσι, όταν η μικρή Μαρία έγινε τριών χρονών την έφεραν στο Ναό της Ιερουσαλήμ για να την αφιερώσουν στο Θεό.
Η ημέρα της αφιέρωσης στο Ναό της τρίχρονης Μαρίας ήταν πολύ συγκινητική. Πολλές παρθένες κοπέλες που κρατούσαν αναμμένες λαμπάδες, είχαν σχηματίσει ιερή πομπή, που θα συνόδευε τη μικρή Μαρία στο Ναό του Θεού.
Μπροστά πήγαιναν αυτές και πίσω ακολουθούσαν οι γέροντες γονείς της. Ο Ιωακείμ την κρατούσε από το ένα χέρι και η Άννα από το άλλο. Δάκρυα συγκίνησης έτρεχαν από τα μάτια όλων και των ηλικιωμένων γονιών της.
Ο Ιωακείμ και η Άννα ήξεραν πολύ καλά ότι η ημέρα αυτή που αφιέρωναν την κόρη τους στον Θεό, ήταν και η τελευταία ημέρα που θα την έβλεπαν σαν γονείς εδώ στη γη. Δεν θα την έβλεπαν πια ποτέ ξανά, παρά μόνο στο ένδοξο ουράνιο βασίλειο του Θεού Πατέρα τους.
Στην είσοδο του ιερού Ναού της Ιερουσαλήμ τους περίμενε υπομονετικά, για να υποδεχτεί την ιερά πομπή, ο Αρχιερέας Ζαχαρίας, ο πατέρας του αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, ο οποίος ήταν συγγενής και θείος της μικρής Μαρίας.
Η Άννα είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, τη μητέρα της Σαλώμης και τη Σοβή, τη μητέρα της Ελισάβετ.
Η Ελισάβετ ήταν η σύζυγος του Αρχιερέα Ζαχαρία και μητέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, γι’ αυτό η μικρή Μαρία και η Ελισάβετ ήταν ξαδέλφια.
Η είσοδος της μικρής Μαρίας στον Ιερό Ναό και η αφιέρωση της στον Θεό ήταν πολύ συγκινητική.
Εντός του περιφραγμένου ιερού χώρου του Ναού της Ιερουσαλήμ, υπήρχε ένας ειδικός χώρος όπου διέμεναν οι παρθένες κοπέλες που αφιερώνονταν στο Θεό. Στον ιερό αυτό χώρο θα έμενε και η μικρή Μαρία μέχρι τα δώδεκα της χρόνια.
Όλα αυτά τα χρόνια οι ιερείς του Ναού παρακολουθούσαν με έκπληξη και θαυμασμό την απλή, σεμνή, ταπεινή και αγία συμπεριφορά της μικρής Μαρίας, που ζούσε και μεγάλωνε ανάμεσα τους σαν επίγειος άγγελος. Όλοι ένιωθαν απέναντι της ένα ιερό δέος και σεβασμό.
Πολλά θαυμαστά γεγονότα που έβλεπαν πάνω της, δεν μπορούσαν εύκολα να τα καταλάβουν και να τα εξηγήσουν. Κάποιοι την έβλεπαν ανάμεσα σε αγγέλους να προσεύχεται με πολλή αφοσίωση στο Θεό, σαν να μη βρισκόταν καθόλου στη γη!
Άλλοι έβλεπαν αγγέλους να την ταΐζουν με αγγελική τροφή και να την διδάσκουν με αγγελικές διδασκαλίες!
Κάποιοι την είδαν να είναι μέσα στα Άγια των Αγίων, λουσμένη από ένα αστραφτερό φως. Ήταν ανάμεσα σε αναρίθμητο πλήθος αγγέλων, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πως βρέθηκε εκεί, αφού μόνο ο Αρχιερέας επιτρεπόταν να μπαίνει στον ιερό αυτό χώρο μόνο μια φορά το χρόνο!
Αυτά και άλλα πολλά δημιούργησαν γύρω από το μικρό αυτό κοριτσάκι ένα πέπλο θεϊκού μυστηρίου, που κανείς δεν μπορούσε εύκολα ούτε να καταλάβει, ούτε και να ερμηνεύσει.
Μόνο αργότερα, όταν πλέον η ίδια θα γινόταν η Μητέρα του Μεσσία και Λυτρωτή Ιησού, θα γινόταν κατανοητό το μυστήριο αυτό!
Ο αρραβώνας με τον Ιωσήφ
Ο χρόνος κυλούσε ήρεμα στο ιερό καταφύγιο του Ναού, μέχρι που η μικρή Μαρία έγινε δώδεκα χρονών.
Τότε, όμως, και σύμφωνα με τη θρησκευτική τους παράδοση, όλες οι παρθένες που συμπλήρωναν τον δωδέκατο χρόνο της ηλικίας τους και διέμεναν στον ιερό αυτό χώρο, έπρεπε οπωσδήποτε να φύγουν από εκεί.
Έτσι, και η μικρή Μαρία έπρεπε να φύγει τώρα από το Ναό, στον οποίο ζούσε από τριών χρόνων.
Το πρόβλημα όμως που είχαν τώρα οι ιερείς με την μικρή Μαρία ήταν ότι το μικρό αυτό κορίτσι ήταν τελείως ορφανό και μοναχό του στη ζωή.
Πριν από ένα περίπου χρόνο είχαν πεθάνει και οι δυο γονείς της, ο Ιωακείμ και η Άννα. Πού θα έμενε τώρα το ορφανό αυτό κορίτσι; Ποιος θα ήταν αυτός που θα την προστάτευε;
Ο Ζαχαρίας, σαν Αρχιερέας αλλά και θείος της Μαρίας, που είχε την ευθύνη της προστασίας της, βρέθηκε σε μεγάλο δίλημμα.
Όλα αυτά τα χρόνια που έζησε η Μαρία μέσα στο Ναό, έδειχναν ότι το κορίτσι αυτό θα το χρησιμοποιούσε ο Θεός για κάτι πολύ μεγάλο.
Η αγγελική αγνότητα και αθωότητα του παιδιού αυτού δεν άφηνε περιθώρια σε κανένα να σκεφτεί, ότι θα μπορούσαν να το εγκαταλείψουν στην τύχη του. Δεν μπορούσαν όμως και να το εμπιστευθούν εύκολα στον οποιοδήποτε.
Όλοι έβλεπαν ότι ο νους, η καρδιά και η ψυχή του παιδιού αυτού ήταν παραδομένα μόνο στην αγάπη του επουράνιου Θεού Πατέρα της!
Αν, όμως, πάλι δεν το πάντρευαν, ποιος θα μπορούσε να προστατέψει το παιδί αυτό, που το Άγιο Πνεύμα σκέπαζε με τόση αγάπη κάθε στιγμή της ζωής του; Πολλές σκέψεις, πολλές συζητήσεις, πολλή αγωνία για την τύχη της μικρής Μαρίας.
Με δάκρυα παρακαλούσε ο Ζαχαρίας τον Θεό να του αποκαλύψει τι πρέπει να κάνει. Αγαπούσε πολύ τη Μαρία, την οποία με πολλά δάκρυα και προσευχές γέννησαν οι στείροι γονείς της σε τόσο μεγάλη ηλικία, γι’ αυτό και ήθελε πολύ να την προστατέψει.
Και ο ίδιος, εξάλλου, ζούσε μια μεγάλη στεναχώρια, γιατί και η δική του γυναίκα, η Ελισάβετ, δε μπορούσε να κάνει παιδιά. Κάθε μέρα παρακαλούσαν και αυτοί τον Θεό να τους λυπηθεί και να τους χαρίσει ένα παιδί.
Έτσι, κάθε φορά που κοιτούσε ο Ζαχαρίας τη μικρή κόρη της στείρας Άννας, έπαιρνε δύναμη και ελπίδα, ότι μια μέρα θα ακούσει ο Θεός και τις δικές τους προσευχές και θα τους δώσει ένα παιδί.
Τώρα όμως, όλη του η σκέψη και η προσευχή ήταν πως να προστατέψει το παιδί αυτό. Όταν την κοιτούσε, βούρκωναν τα μάτια του από στοργή και αγωνία για το ευλογημένο αυτό κοριτσάκι.
Μια μέρα, εκεί που προσευχόταν στο Θεό γι’ αυτήν, το Πνεύμα του Θεού τον φώτισε και του είπε τι έπρεπε να κάνει. Ο Ζαχαρίας ενημέρωσε αμέσως τους ιερείς και εκείνοι συμφώνησαν μαζί του.
Αποφάσισαν να την αρραβωνιάσουν με τον απλό και δίκαιο Ιωσήφ, τον μαραγκό από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, τον οποίο όλοι τους εξάλλου αγαπούσαν πολύ και εμπιστεύονταν.
Σε όλους ήταν γνωστή η ευσέβεια και η σεμνότητα του Ιωσήφ, γι’ αυτό και συμφώνησαν ότι μόνο αυτός ήταν ο κατάλληλος άνδρας, που θα μπορούσε να την πάρει κοντά του και να την προστατέψει με πολλή στοργή και αγάπη.
Τον ευλογημένο αυτό άνθρωπο με την απλή παιδική καρδιά είχε επιλέξει ο Θεός να γίνει μνηστήρας της Μαρίας, φαινομενικά σύζυγος της, και κατόπιν θετός πατέρας και προστάτης του δικού Του μονογενή Υιού και Θεού, του Ιησού!
Ο Ιωσήφ ήταν χήρος, γιατί η γυναίκα του είχε πεθάνει εδώ και πολύ καιρό. Είχε εφτά παιδιά, εκ των οποίων τα τέσσερα ήταν αγόρια, ο Ιάκωβος, ο Ιωσήφ, ο Σίμων και ο Ιούδας.
Τα τρία κορίτσια ήταν η Εσθήρ, η Μάρθα και η Σαλώμη, που έγινε κατόπιν σύζυγος του Ζεβεδαίου και μητέρα των αποστόλων Ιάκωβου και Ιωάννη.
Το έργο της μνηστείας ανέλαβε να ανακοινώσει στον δίκαιο Ιωσήφ, με προτροπή του Αρχιερέα Ζαχαρία, ο ραβίνος της συναγωγής στη Ναζαρέτ.
Ο Ιωσήφ εξεπλάγη από την πρόταση να μνηστευθεί την ορφανή Μαρία. Ήταν πιστός στην αγάπη της νεκρής γυναίκας του, την οποία αγαπούσε πολύ, γι’ αυτό και δεν είχε ποτέ σκεφτεί να ξαναπαντρευτεί.
Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε μεγάλο δισταγμό και πολύ έντονο προβληματισμό για την αναπάντεχη αυτή πρόταση γάμου.
Ο Ιωσήφ δεν μπορούσε εξάλλου να παραβλέψει το γεγονός ότι και ο ίδιος δεν ήταν πλέον ένα νέο παλικάρι, αλλά κάπως μεγάλος στην ηλικία.
Ο ραβίνος ανέλαβε να τον μεταπείσει και να του εκθέσει, όλα όσα έμαθε από τους ιερείς του Ναού για τη νεαρή αυτή ορφανή κοπέλα.
Και ο Ιωσήφ, όμως, είχε ακούσει κάποια θαυμαστά γεγονότα γι’ αυτή την κοπέλα, που του είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον, αν και δεν την είχε δει ποτέ προσωπικά.
Στα λόγια του ραβίνου η σπλαχνική πατρική καρδιά του αντιλήφθηκε το μεγάλο πρόβλημα με τη νεαρή κοπέλα και γεννήθηκε μέσα του έντονη η επιθυμία να την γνωρίσει. Γι’ αυτό, θα φρόντιζε ο ίδιος ο ραβίνος.
Στο μικρό πατρογονικό σπίτι της Άννας στη Ναζαρέτ και κάτω από την καθοδήγηση του ραβίνου έγινε η συνάντηση ανάμεσα στη νεαρή ντροπαλή Μαρία και τον σεμνό Ιωσήφ.
Η Μαρία, που μέχρι τώρα μιλούσε μόνο με τον Θεό και τους αγίους αγγέλους στο Ναό, τώρα θα έπρεπε να μιλήσει με κάποιον άνδρα και να υποταχτεί σε γήινες αποφάσεις και πράξεις, όπως ήταν ο γάμος.
Ο Ιωσήφ, πάλι, που ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μέσα στον κόσμο και αντιμετώπιζε καθημερινά τα προβλήματα της ζωής με τις λίγες χαρές και τις πολλές κακίες της, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με ό,τι πιο αγνό και άγιο μπορούσε ο Θεός να του δείξει μέσα από το πρόσωπο του επίγειου αυτού αγγέλου!
Με έκπληξη και θαυμασμό κοιτούσε την πνευματική ομορφιά της νεαρής κοπέλας, που άστραφτε στο αγγελικό της πρόσωπο. Συγκινήθηκε πολύ από τη συζήτηση μαζί της και σκέψεις τρυφερής, πατρικής στοργής και αγάπης πλημμύρισαν την ευγενική του ψυχή.
Κατάλαβε αμέσως γιατί ήθελαν οι ιερείς του Ναού να προστατέψουν το ορφανό αυτό κορίτσι από τη σκληρότητα και τη βρομιά του κόσμου, αλλά και γιατί ήθελαν να την αρραβωνιάσουν με κάποιον που θα μπορούσε να την σεβαστεί και να την προστατέψει.
Ένιωθε εκείνη τη στιγμή τη μεγάλη ευθύνη, που του ανέθετε ο Θεός, αλλά και την μεγάλη τιμή που του έκανε, ώστε να του εμπιστευθεί την προστασία του ορφανού αυτού κοριτσιού.
Ο Ιωσήφ με τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος κατάλαβε ότι, το να μνηστευθεί και να προστατέψει τη μικρή αυτή κοπέλα, ήταν το θέλημα του Θεού και ότι αυτός έπρεπε τώρα να υπακούσει!
Το ευγενικό και υπάκουο στο Θεό πνεύμα του, αποδέχτηκε αμέσως και χωρίς καμιά αντίρρηση την απόφαση του Θεού να μνηστευθεί την αγνή και αθώα αυτή κοπέλα.
Είχε πάρει ήδη τις δικές του αποφάσεις και ήξερε τώρα τι έπρεπε να κάνει. Για τον κόσμο η Μαρία θα ήταν η γυναίκα του, για τον ίδιο όμως, θα ήταν ένα ακόμα από τα παιδιά του, και μάλιστα το πιο λατρεμένο και το πιο αξιαγάπητο!
Πώς θα μπορούσε εξάλλου να δει διαφορετικά ένα κορίτσι, που ο ίδιος ένιωθε ότι ήταν ένα πάναγνο αθώο παιδί, ένας μικρός επίγειος άγγελος, που από τριών χρόνων και μετά δεν γεύτηκε και δεν χάρηκε ποτέ την πατρική και μητρική αγάπη;
Από τη στιγμή εκείνη που την είδε και μίλησε μαζί της, κατάλαβε τι κορίτσι ήταν, γι’ αυτό και την αγάπησε σαν δικό του φυσικό παιδί, και μάλιστα σαν το πιο γλυκό παιδί της καρδιάς του!
Ο Ιωσήφ συμφώνησε να γίνει ο αρραβώνας σύντομα, όπως ορίζει ο νόμος, για να μπορέσει να πάρει σύντομα την ορφανή Μαρία στο ευλογημένο του σπίτι και κάτω από την δική του πλέον πατρική προστασία.
Στο σπίτι του Ιωσήφ
Μετά την τελετή του αρραβώνα, η Μαρία, σαν αρραβωνιαστικιά πλέον του Ιωσήφ, ήρθε να εγκατασταθεί στο καινούριο της σπίτι.
Τα παιδιά του Ιωσήφ την αγάπησαν αμέσως πάρα πολύ και πήραν μεγάλη χαρά στην παρουσία της.
Σύντομα, παρά το νεαρό της ηλικίας της Μαρίας, την αποδέχτηκαν και την αγάπησαν σαν δική τους φυσική μαμά, που μπορούσαν να της εμπιστευθούν τα πάντα. Την ένιωθαν σαν πραγματικό άγγελο του ουρανού ανάμεσα τους.
Η Μαρία, όταν τα βράδια πήγαιναν όλοι να κοιμηθούν, εκείνη έβρισκε την ευκαιρία να πάει σε μια άκρη του σπιτιού και εκεί μόνη της, μέσα στην ησυχία της νύχτας, να προσεύχεται στον αγαπημένο της Θεό.
Άφηνε το νου και την καρδιά της να ανεβεί ψηλά στον ουρανό και να χωθεί η ψυχή της σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά του ουράνιου Βασιλιά της, για να του πει στην προσευχή όλα εκείνα τα γλυκά λόγια που λέει ένα μικρό παιδί στον πιο γλυκό Πατέρα του κόσμου.
Σαν καυτή λάβα από αναμμένο ηφαίστειο έβγαινε μέσα από τα έγκατα της ψυχής της η αγάπη και η λατρεία που είχε για τον Ουράνιο της Πατέρα. Ο Θεός ήταν γι’ αυτήν ο μεγάλος θεϊκός έρωτας της ψυχής της!
Μερικές φορές, που τύχαινε να ξυπνήσει ο Ιωσήφ τη νύχτα, έβλεπε τη Μαρία ακόμα να προσεύχεται και να είναι λουσμένη από ένα ουράνιο θεϊκό φως! Δέος καταλάμβανε τότε τη ψυχή του, για τον μικρό αυτό επίγειο άγγελο που του έδωσε ο Θεός να προστατεύσει.
Η Μαρία ήταν γι’ αυτόν και τα παιδιά του η μεγάλη χαρά και ευλογία του σπιτιού του. Έβλεπε τα παιδιά να αλλάζουν προς το καλύτερο και να προσέχουν όλο και περισσότερο τη συμπεριφορά τους. Προσπαθούσαν να αποφεύγουν τις φασαρίες και τις ταραχές και να ζουν μεταξύ τους με πολλή καλοσύνη και ευγένεια.
Στον ίδιο, η Μαρία έδειχνε μεγάλο σεβασμό και αγάπη. Υπάκουε με πολύ παιδική απλότητα σε ό,τι της έλεγε, λες και έβλεπε στο πρόσωπο του τον πατέρα που δεν γνώρισε και δεν χάρηκε από τριών χρόνων.
Μάθαινε τα παιδιά του να δοξάζουν και να ευχαριστούν τον Θεό, που δεν είναι τελείως ορφανά, αλλά έχουν κοντά τους τον καλό τους πατέρα. Πόσες φορές έτυχε να τους δει όλους μαζί, τη Μαρία και τα παιδιά του, να προσεύχονται γονατιστοί στο Θεό για αυτόν!
Η ίδια τον φώναζε πατέρα και έδειχνε με τον πιο απλό τρόπο στα παιδιά του πως πρέπει να τον σέβονται, να τον αγαπούν και να τον υπακούν με εμπιστοσύνη!
Τα λίγα, αλλά γεμάτα μητρική αγάπη, σύνεση και σοφία λόγια της καρποφορούσαν πλούσιους πνευματικούς καρπούς όχι μόνο στα παιδιά του, αλλά και στον ίδιο.
Έτσι, κάθε μέρα που περνούσε, ο Ιωσήφ την αγαπούσε και την σεβόταν όλο και περισσότερο και αγωνιζόταν να είναι γι’ αυτήν ο πιο αγνός αγγελικός της προστάτης.
Το μήνυμα του Αρχάγγελου Γαβριήλ
Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα στο σπίτι του Ιωσήφ, μέχρι που συνέβη ένα μεγάλο και θαυμαστό γεγονός, που θα άλλαζε καθοριστικά το μέλλον όλου του κόσμου.
Μια μέρα, που η Μαρία ήταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν στο Θεό, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της ένας λαμπερός άγγελος.
Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, τον οποίο έστειλε ο Θεός για να της μεταφέρει το πιο σημαντικό μήνυμα χαράς και ελπίδας, που περίμενε τόσα χρόνια με πολλή αγωνία όλη η ανθρωπότητα.
«Χαίρε, εσύ που έχεις επάνω σου όλη τη χάρη του Θεού. Ο Θεός είναι μαζί σου και συ είσαι η πιο ευλογημένη από όλες τις γυναίκες».
Η Μαρία, που είχε μάθει να είναι πάντα σεμνή και ταπεινή, ντράπηκε και ταράχτηκε πολύ στα επαινετικά λόγια του Αγγέλου. Δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο ήταν το βαθύτερο νόημα του Αρχαγγελικού αυτού χαιρετισμού. Ο Αρχάγγελος την καθησύχασε και της είπε:
-«Μη φοβάσαι, Μαριάμ, γιατί ο Θεός σε διάλεξε από όλες τις γυναίκες και σε ευλόγησε να μείνεις έγκυος και να γεννήσεις ένα άγιο παιδί, που θα ονομαστεί Υιός του Ύψιστου Θεού. Θα βασιλέψει πάνω στους ανθρώπους σαν σωτήρας και λυτρωτής όλου του κόσμου και η βασιλεία Του δεν θα τελειώσει ποτέ».
-«Μα πώς μπορεί να γίνει αυτό, ρώτησε η Μαριάμ, αφού εγώ είμαι ακόμα μια παρθένα κοπέλα και δεν έχω σχέσεις με κανέναν άνδρα»;
-«Το Άγιο Πνεύμα θα έλθει πάνω σου, της απάντησε εκείνος, και η δύναμη του Ύψιστου Θεού θα σε σκεπάσει. Γι’ αυτό και το άγιο παιδί που θα γεννήσεις θα ονομαστεί Υιός Θεού. Μάθε ακόμα Μαριάμ, ότι και η συγγενής σου Ελισάβετ, που ήταν στείρα, τώρα στα γερατειά της είναι έγκυος και μάλιστα στον έκτο μήνα. Για τον Θεό τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο».
Η Μαριάμ τότε είπε: «Είμαι δική Σου δούλη, Κύριε μου. Ας γίνει σε μένα όπως Εσύ θέλεις».
Μετά από αυτό, έφυγε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και έμεινε πάλι μόνη, για να συνεχίσει την προσευχή της με περισσότερη ακόμα παιδική εμπιστοσύνη στον επουράνιο Θεό Πατέρα της.
Η επίσκεψη στην Ελισάβετ
Πέρασαν λίγες μέρες, αφότου η Μαριάμ άκουσε από το στόμα του Αρχάγγελου Γαβριήλ ποιο ήταν το θέλημα του Θεού γι’ αυτήν.
Χωρίς κανένα ίχνος εγωισμού ή υπερηφάνειας, για την μεγάλη τιμή που της έκανε ο Θεός να γεννήσει τον Υιό Του, συνέχισε να ζει στο σπιτάκι του Ιωσήφ με περισσότερη ακόμα προσοχή και προσευχή.
Χάρηκε πολύ όταν της είπε Αρχάγγελος Γαβριήλ ότι και η αγαπημένη της εξαδέλφη Ελισάβετ, έστω και στη μεγάλη ηλικία που ήταν τώρα, θα γεννούσε ένα ευλογημένο παιδί του Θεού. Πόσο θα ήθελε να την δει, να την αγκαλιάσει και να την συγχαρεί!
Όταν είπε τις σκέψεις της στον Ιωσήφ, εκείνος την προέτρεψε να επισκεφτεί την Ελισάβετ. Έτσι ξεκίνησε η Μαριάμ με το γαϊδουράκι να επισκεφτεί την αγαπημένη της εξαδέλφη.
Το ταξίδι στην ορεινή περιοχή της Ιουδαίας, όπου ζούσαν τώρα στα γεράματα τους ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ, θα ήταν βέβαια γι’ αυτήν λίγο μακρινό και αρκετά κουραστικό.
Με πολλή χαρά και συγκίνηση την υποδέχτηκαν ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ. Η Μαριάμ φίλησε με σεβασμό το χέρι του Ζαχαρία και μετά στράφηκε προς την αγαπημένη της εξαδέλφη για να την χαιρετήσει.
Μόλις άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας, ένιωσε το μωρό που κυοφορούσε μέσα της να σκιρτά από χαρά και αγαλλίαση. Τότε γέμισε η ίδια από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και είπε στη Μαρία:
«Ευλογημένη από το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο από όλες τις γυναίκες και ευλογημένο είναι το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά πώς έγινε αυτό και μου έκανε ο Θεός τόση μεγάλη τιμή, ώστε να με επισκεφτεί η μητέρα του Κυρίου μου; Να, μόλις άκουσα τον χαιρετισμό σου, ένιωσα μέσα στα σπλάχνα μου να σκιρτά το βρέφος μου από χαρά και αγαλλίαση. Καλότυχη είσαι εσύ στα αλήθεια, που πίστεψες ότι θα γίνουν όλα αυτά που υποσχέθηκε ο Κύριος»!
Η Μαριάμ τότε είπε:
«Δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριο και το πνεύμα μου γέμισε χαρά για τον σωτήρα μου Θεό. Έσκυψε με καλοσύνη πάνω στην ταπείνωση της δούλης του και από τώρα θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές των ανθρώπων. Ας είναι άγιο το όνομα του παντοδύναμου Θεού, που αφήνει το έλεος Του να απλωθεί πάνω σ’ εκείνους που με ταπείνωση και σεβασμό φοβούνται και υπακούν στο άγιο όνομα Του. Αγαπά τους ταπεινούς και διασκορπίζει τους υπερήφανους και τους ψεύτικους θρόνους τους. Βοηθά και ταΐζει αυτούς που πεινούν και διψούν για τη χάρη Του και τους πλούσιους που ζητούν ψεύτικα και πρόσκαιρα αγαθά, τους διώχνει. Δεν ξέχασε αυτά που είπε στους προγόνους μας και τώρα κρατά την υπόσχεση που μας έδωσε, ότι θα μας σπλαχνιστεί».
Η Μαρία έμεινε κοντά στην αγαπημένη της εξαδέλφη Ελισάβετ περίπου τρεις μήνες και μετά γύρισε πίσω στο σπίτι της.
Η ταραχή του Ιωσήφ
Η επιστροφή της Μαρίας στο σπίτι της είχε κάποιες δυσκολίες. Η εγκυμοσύνη της είχε αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια. Κάποιες στενάχωρες σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν την αγγελική καρδιά της.
Δεν την στεναχωρούσε τόσο η κούραση του μεγάλου ταξιδιού με το γαϊδουράκι, όσο οι σκέψεις της, πως δηλαδή θα αντιδρούσε στην εγκυμοσύνη της ο δίκαιος και σεμνός Ιωσήφ, αφού δεν είχε κοιμηθεί ποτέ μαζί της.
Ακόμα δεν του είχε αποκαλύψει τίποτα για το όραμα που είχε δει με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και την εγκυμοσύνη της με την θεϊκή επέμβαση του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, τώρα, μπορούσε να καταλάβει την ταραχή που θα ένιωθε η ευγενικιά καρδιά του, όταν θα μάθαινε πως είναι έγκυος.
Αντιλαμβανόταν, επίσης, η Μαρία και τις συνέπειες που θα είχε για την ίδια ένα τέτοιο γεγονός, αφού όλοι θα έβλεπαν την εγκυμοσύνη της σαν ένα τραγικό αποτέλεσμα μιας εξωσυζυγικής αμαρτίας.
Δεν ήταν εξάλλου εύκολο να πιστέψει κάποιος, ούτε ακόμα και ο στοργικός Ιωσήφ, όλα αυτά που είδε και άκουσε από τον Αρχάγγελο.
Έτσι, το ταξίδι της επιστροφής γινόταν μεν με αργό ρυθμό, αλλά και με πολλή αγωνία και προσευχή, για να την βοηθήσει ο επουράνιος Πατέρας της.
Με το ένα χέρι κρατούσε το σχοινί από το γαϊδουράκι, που βάδιζε αργά και ήρεμα τα στενά χωματένια μονοπάτια του βουνού και με το άλλο χέρι θώπευε με πολύ τρυφερή στοργή και αγάπη το γιο της, που κυοφορούσε στα σπλάχνα της.
Τις ανήσυχες σκέψεις, που προσπαθούσαν να ταράξουν τη γαλήνη της ψυχής της, τις άφηνε με πολλή εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού Πατέρα της.
Το μεγαλείο της υπέροχης ψυχής της Μαρίας προκαλούσε μεγάλο θαυμασμό ακόμα και στις ουράνιες αγγελικές τάξεις.
Ήταν πολύ σπάνιο, να έχει κάποιος κατακτήσει τόσο γρήγορα την τελειότητα των τριών μεγάλων αρετών της πίστης, της εμπιστοσύνης και της απόλυτης υπακοής στο Θεό, που μόνο οι άγγελοι του Θεού είχαν μέχρι τώρα.
Τα τρία αυτά πολύτιμα σκαλοπάτια των αρετών, για ν’ ανεβεί κάποιος στο θρόνο του Θεού, όπως η ακλόνητη πίστη στο Θεό, η παιδική εμπιστοσύνη στην Πατρική Του αγάπη και η απόλυτη υπακοή στο άγιο θέλημα Του, την έκαναν ισάξια των αγγέλων και ακόμα περισσότερο, γιατί αυτή ήταν άνθρωπος.
Το ταξίδι είχε σχεδόν τελειώσει και η Μαρία πλησίαζε το μικρό χωριό της. Από μακριά έγινε αντιληπτή από τα παιδιά του Ιωσήφ, που έτρεξαν χαρούμενα να το πουν στον πατέρα τους, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να ανησυχεί για τη μεγάλη απουσία της.
Έτρεξε λοιπόν και ο Ιωσήφ να την προϋπαντήσει και να την βοηθήσει να κατέβει από το γαϊδούρι. Ωστόσο, η χαρά και η ευτυχία που την έβλεπε ξανά μετά από τόσο πολύ καιρό απουσίας, που του φάνηκε σαν ολόκληρος αιώνας, μετετράπη στην αρχή σε απορία και μετά σε μεγάλη ταραχή.
Όταν την βοήθησε να κατέβει από το γαϊδούρι, διαπίστωσε ότι η Μαρία πρόσεχε πολύ μην τύχει και χτυπήσει στην κοιλιά της. Στην αρχή ανησύχησε μήπως ήταν άρρωστη ή είχε κάποιο άλλο πρόβλημα.
Την κοίταξε διερευνητικά στα μάτια και προσπάθησε να μάθει μήπως της συνέβη κανένα δυσάρεστο γεγονός κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Η Μαρία, άρχισε να αντιλαμβάνεται τα ανησυχητικά συναισθήματα του Ιωσήφ και παρακαλούσε τον Θεό να επέμβει, για να βοηθήσει και την ίδια, αλλά και τον σεβαστό της μνηστήρα.
Στο σπίτι, όταν καταλάγιασαν οι χαρές των παιδιών από τον ερχομό της και βρέθηκε τελείως μόνη με τον Ιωσήφ, του είπε ότι είναι έγκυος, χωρίς ωστόσο να έχει πάει ποτέ η ίδια με κάποιον άλλο άντρα.
Ο Ιωσήφ ένιωσε εκείνη τη στιγμή να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Η καρδιά του ήταν έτοιμη να σπάσει από τον πόνο, τη θλίψη, την απόγνωση και την απελπισία.
Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Μαρία, το αγνό, αθώο και άγιο κορίτσι που ήξερε, ο μικρός επίγειος άγγελος, όπως την αποκαλούσε, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα ψέμα και μια απάτη.
Το μυαλό του θόλωσε και άσχημες σκέψεις, όπως να την αποκαλύψει και να την χωρίσει, άρχισαν να τον βασανίζουν.
Ωστόσο, η πατρική του ευσπλαχνία προς τη μικρή ορφανή αυτή κοπέλα ήταν πιο δυνατό συναίσθημα από την ανθρώπινη δικαιοσύνη, που του ζητούσε να την καταδικάσει.
Έτσι, αφού την κοίταξε με περισσότερη συμπόνια, αγάπη και στοργή, ζήτησε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες, πώς έγινε δηλαδή και έμεινε έγκυος.
Η Μαρία υπάκουσε ταπεινά στην παράκληση του αγαπημένου της μνηστήρα Ιωσήφ και με απλότητα του είπε για πρώτη φορά όλα αυτά που συνέβησαν με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Ο Ιωσήφ άκουγε με φανερή έκπληξη όλα αυτά που του έλεγε η Μαριάμ, ότι δηλαδή με την επέμβαση του Αγίου Πνεύματος έμεινε έγκυος και ότι θα γεννήσει ένα άγιο παιδί που θα ονομαστεί Υιός του Θεού. Το παιδί αυτό θα το λένε Ιησού και θα γίνει ο σωτήρας και λυτρωτής όλου του κόσμου.
Ανάμιχτα συναισθήματα άρχισαν να βασανίζουν την καρδιά του Ιωσήφ. Από τη μια ένιωθε μεγάλη χαρά, αν όλα αυτά ήταν αληθινά και από την άλλη πολύ μεγάλη ταραχή, αν όλα αυτά ήταν ένα ψέμα της Μαρίας, για να δικαιολογήσει την αμαρτία της.
Ποτέ εξάλλου μέχρι τώρα δεν είχε ακούσει να γεννήσει μια γυναίκα ένα παιδί χωρίς να συνευρεθεί με άντρα, αλλά μόνο με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι η αμφιβολία για όλα αυτά που άκουσε άρχισε να ταράζει την ψυχή του και να του φέρνει πολλές άσχημες σκέψεις.
Σκεπτόταν πλέον πολύ σοβαρά να διαλύσει τον αρραβώνα του με την Μαρία και να την χωρίσει ήσυχα, χωρίς να την ντροπιάσει.
Άγγελος ενημερώνει τον Ιωσήφ
Αν και ήταν βαθιά μεσάνυχτα, προτίμησε να βγει έξω από το σπίτι και να περπατήσει μόνος του κάτω από το φως του φεγγαριού, στο δρόμο που οδηγούσε στο μαραγκούδικο του. Είχε αποφασίσει να πάει εκεί απόψε, για να κοιμηθεί.
Πέρασε τη νύχτα με μεγάλη ταραχή από το πλήθος των σκέψεων που βασάνιζαν το μυαλό του, αλλά κυρίως από την αμφιβολία, αν όλα αυτά που του είπε η Μαριάμ ήταν σωστά.
Με τέτοιες σκέψεις αποκοιμήθηκε. Ένα όνειρο, ωστόσο, που είδε εκείνο το βράδυ, ήλθε να ανατρέψει τα πάντα μέσα του.
Παρουσιάστηκε στον ύπνο του ένας αστραφτερός Άγγελος και του είπε:
«Ιωσήφ, γιε του Δαβίδ, μη φοβηθείς να κρατήσεις τη γυναίκα σου Μαριάμ, γιατί το παιδί που έχει μέσα στα σπλάχνα της είναι από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Ιησού, που θα πει Σωτήρας, γιατί είναι αυτός που θα σώσει τον λαό του Θεού από τις αμαρτίες».
Έντρομος ξύπνησε ο Ιωσήφ από το όνειρο που είδε και άρχισε να σκέπτεται όλα αυτά που άκουσε από τον άγγελο του Θεού.
«Ώστε, όλα αυτά που μου έλεγε η Μαρία ήταν αληθινά», άρχισε μόνος του να μονολογεί.
Θυμήθηκε τότε την προφητεία του Ησαΐα που έλεγε:
«Να, η παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει γιο. Θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ, που σημαίνει ότι ο Θεός είναι μαζί μας».
Έκπληξη και θαυμασμός πλημμύρισε την καρδιά του, όταν κατάλαβε ότι η Μαρία, το ορφανό αυτό κορίτσι με την αγγελική ζωή, ήταν η Παρθένος για την οποία είχε μιλήσει πριν από πολλά χρόνια ο προφήτης Ησαΐας!
Ήρθε φαίνεται η ώρα να εκπληρωθεί η μεγάλη υπόσχεση που είχε δώσει ο Θεός στους ανθρώπους, ότι θα έστελνε τον Σωτήρα για να ελευθερώσει όλο τον κόσμο από τα σατανικά δεσμά.
Είχε αρχίσει πλέον να ξημερώνει και ο ήλιος έκανε δειλά δειλά την πρωινή του εμφάνιση στον ουρανό.
Το ίδιο, όμως, γινόταν και στην ψυχή του Ιωσήφ. Το σκοτάδι της αμφιβολίας έφευγε από την ψυχή του και στη θέση του το λαμπερό φως της αλήθειας άρχισε να πλημμυρίζει το νου και την καρδιά του.
Γεμάτος χαρά πήγε τρέχοντας στο σπίτι του, για να βρει τη Μαρία και να της πει με όλες τις λεπτομέρειες όλα αυτά που του είπε ο Άγγελος.
Καινούριες όμορφες σκέψεις γέμιζαν με πολλή χαρά και ευτυχία την καρδιά του. Μέχρι τώρα πίστευε ότι ο μοναδικός ρόλος που του είχε δώσει ο Θεός ήταν να προστατεύσει το ορφανό αυτό κορίτσι.
Τώρα όμως, διαπίστωνε ότι ο Θεός αναβάθμιζε το ρόλο αυτό και τον έκανε τώρα πατέρα και προστάτη δυο επίγειων αγγέλων, της Μαρίας και του μικρού παιδιού Ιησού, που αυτή θα γεννούσε.
Όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά, δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους του τη μεγάλη τιμή που έκανε ο Θεός, σ’ έναν απλό και ταπεινό μαραγκό.
Έφθασε σπίτι πριν ακόμα ξυπνήσουν τα παιδιά και πήγε κοντά στο μικρό του αγγελικό κοριτσάκι, τη Μαρία.
Την αγκάλιασε με πολύ πατρική στοργή και αγάπη και της διηγήθηκε όλα αυτά που του είπε ο Άγγελος σε όραμα τη νύχτα.
Η Μαρία ένιωσε βαθιά μέσα στην καρδιά της τα πατρικά συναισθήματα του Ιωσήφ και έγειρε με πολύ παιδική εμπιστοσύνη στον ώμο του, ενώ μια λέξη γλυκιά, που συγκινεί κάθε πατέρα, βγήκε με παιδική χάρη από το στόμα της, για να μπει βαθιά και ανεξίτηλα στην καρδιά του Ιωσήφ:
«Πατέρα μας, Ιωσήφ, σε ευχαριστώ για όλα»!
Ο Ιωσήφ ήξερε πλέον τον μεγάλο ρόλο που του είχε δώσει ο Θεός και που τώρα έπρεπε με πολλή προσοχή, σεβασμό και συνέπεια να τηρήσει.
Κανένας άνδρας μέχρι τότε, ούτε και αυτοί ακόμα οι προφήτες, δεν είχαν την μεγάλη και μοναδική αυτή τιμή από τον Θεό, να γνωρίσουν, να προστατέψουν και να αγαπήσουν προσωπικά τον Υιό του Θεού, σαν Θεό τους και σαν πολυαγαπημένο Γιο τους!
