ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Η ΠΙΟ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
* * *
Νικόδημος, ένας κρυφός μαθητής
Όσο καιρό βρισκόταν ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα για τις γιορτές του Πάσχα, πολλοί Ιουδαίοι που έβλεπαν τα θαύματα που έκανε και άκουγαν την υπέροχη νέα διδασκαλία της αγάπης, πίστεψαν ότι ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.
Το όνομα του Ιησού άρχισε να κυκλοφορεί με ταχύτητα ανάμεσα στους ανθρώπους, ώστε όλοι ήθελαν να βρεθούν κοντά του και να ακούσουν αυτά που έλεγε.
Τα λόγια του έφερναν χαρά και ελπίδα στους απλούς ανθρώπους, αλλά προκαλούσαν και μεγάλη αντίδραση στους σκληρόψυχους δασκάλους των Εβραίων, τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους, που άρχιζαν σιγά σιγά να τον πολεμούν και να τον θεωρούν εχθρό τους.
Όσο ο απλός κόσμος έτρεχε κοντά στον Ιησού για να ξεδιψάσει από τα θεϊκά του λόγια, άλλο τόσο μακριά του έφευγαν οι θρησκευτικοί ηγέτες των Ιουδαίων, οι οποίοι, όχι μόνο απαξιούσαν να ακούσουν τα λόγια του, αλλά δεν άφηναν και τους άλλους εύκολα να τον πλησιάζουν.
Ωστόσο, η πνευματική δύναμη των λόγων του Ιησού και οι καταπληκτικές ερμηνείες που έδινε σε δύσκολα θρησκευτικά θέματα προκαλούσαν πάντα το ενδιαφέρον πολλών από των αρχόντων των Ιουδαίων, που επιθυμούσαν να τον δουν από κοντά και να διαπιστώσουν προσωπικά τη σοφία που είχε.
Ένας από αυτούς ήταν και κάποιος άρχοντας Φαρισαίος, που τον έλεγαν Νικόδημο. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς και συνετούς διδασκάλους των Εβραίων.
Από τη φύση του ήταν στοχαστής και διανοούμενος, γι’ αυτό και αναζητούσε πάντα το βαθύτερο νόημα και την ουσία που έκρυβαν οι νόμοι και οι εντολές του Θεού.
Ο Νικόδημος ήθελε πολύ να βρεθεί με τον Ιησού, για να ακούσει και προσωπικά τις απόψεις του, για θέματα που ο ίδιος, αλλά και πολλοί άλλοι από τους πιο σημαντικούς νομοδιδασκάλους της πίστης τους δεν μπορούσαν εύκολα να καταλάβουν ή να ερμηνεύσουν ικανοποιητικά.
Ωστόσο, η αντιπάθεια και η εχθρότητα που είχαν οι υπόλοιποι Φαρισαίοι για τον Ιησού, αλλά και η αντίδραση που είχαν σε όποιον πλησίαζε τον Ιησού, δεν τον άφηναν να πλησιάσει φανερά το νέο Δάσκαλο.
Γενικά οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι δεν ένιωθαν κατώτερους τους μόνο τον απλό κόσμο που δίδασκαν, αλλά περιφρονούσαν και τον καθένα που δεν ήταν σαν κι αυτούς πλούσιος, ευγενής και διανοούμενος.
Γι’ αυτό και περιφρονούσαν τον Ιησού, ο οποίος δεν είχε τίποτα από όλα αυτά, αφού, πρώτον, δεν σπούδασε πουθενά Ιουδαϊκή θεολογία, δεύτερον, δεν είχε σπουδαία καταγωγή, απεναντίας καταγόταν από την περιφρονημένη Ναζαρέτ, και τρίτον, ήταν τόσο φτωχός, που δεν είχε καν δικό του σπίτι.
Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο Ιησούς, που ήρθε από το πουθενά για να τους διδάξει και να γίνει ο διδάσκαλος του Ισραήλ;
Ποιος ήταν αυτός που αγνοούσε τη διδασκαλία των σοφών Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων αρχιερέων, για να πει δικά του πράγματα και να προσπαθεί να αλλάξει ακόμα και τα έθιμα και τις παραδόσεις τους;
Ποιος ήταν αυτός που μπήκε με τόση εξουσία στο Ναό τους και άρχισε να διώχνει εμπόρους και ζώα απ’ αυτόν, με αποτέλεσμα να χάνουν οι ίδιοι τα προσωπικά κέρδη που αποκόμιζαν από το εμπόριο αυτό;
Αυτά και άλλα τόσα έφτιαξαν πολύ γρήγορα ένα μεγάλο διαχωριστικό τείχος ανάμεσα στη δική τους διδασκαλία και τη διδασκαλία του Ιησού.
Αυτό, όμως, που τους ενόχλησε περισσότερο και άρχισαν να βλέπουν τον Ιησού σαν επικίνδυνο άτομο για τα συμφέροντα τους και την εξουσία τους πάνω στο λαό του Ισραήλ, ήταν το γεγονός ότι ο κόσμος άρχισε να τον εμπιστεύεται και να τον ακολουθεί. Πολλοί μάλιστα, διέδιδαν στο λαό ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.
Η σοφία των λόγων του Ιησού και τα θαύματα, που έλεγαν ότι έκανε, εξήψαν την φαντασία του απλού και αγαθού Φαρισαίου, του Νικόδημου, που ήθελε πάση θυσία να δει και να μιλήσει με τον Ιησού.
Πως όμως θα μπορούσε να τον πλησιάσει φανερά, και μάλιστα μέρα, όταν οι συνάδελφοι του Φαρισαίοι ήταν τόσο εχθρικοί με τον Ιησού και δεν έβλεπαν με καλό μάτι όποιον είχε την τόλμη να τον πλησιάζει;
Ο Νικόδημος σαν χαρακτήρας ήταν απλός, καλός, αλλά άτολμος. Ενώ του άρεσε το όμορφο και το σωστό, δεν είχε το θάρρος να υποστηρίξει τη γνώμη του, και μάλιστα, όταν αυτή θα μπορούσε να συγκρουστεί με τη γνώμη άλλων.
Έτσι, ενώ μέσα του ένιωθε την υπεροχή της διδασκαλίας του Ιησού, που ξυπνούσε στις καρδιές των ανθρώπων την ομορφιά της καλοσύνης και της ευγένειας και γέμιζε τις ψυχές με πίστη, αγάπη και ελπίδα στο Θεό, δεν είχε ο ίδιος την δύναμη να συγκρουστεί με το ψέμα και να πλησιάσει φανερά τον αρχηγό της αλήθειας, τον Ιησού.
Αυτό, όμως, που δεν μπόρεσε να κάνει φανερά, αποφάσισε τώρα να το κάνει στα κρυφά. Έτσι, νύχτα, μακριά από αδιάκριτα μάτια, πήγε να βρει τον Ιησού και να μιλήσει μαζί του.
Το αμυδρό φως των αστεριών οδηγούσαν τα βήματα του μέσα από τα στενά δρομάκια, για να φτάσει στο μικρό σπιτάκι όπου διέμενε ο Ιησούς.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από ανάμιχτα αισθήματα χαράς και αγωνίας. Λαχταρούσε πολύ να συναντηθεί με το νέο αυτό Δάσκαλο, για να τον δει από κοντά και να ακούσει την διδασκαλία του.
Τα λόγια που έλεγε ο Ιησούς στους ανθρώπους, ότι: «τι γαρ ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίσει τον κόσμο όλο αλλά ζημιωθεί την ψυχή αυτού», και «ζητείτε πρώτον την βασιλεία του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», βασάνιζαν νύχτα μέρα το μυαλό του, προσπαθώντας να καταλάβει το βαθύτερο νόημα τους.
Είχε πολλές ερωτήσεις να κάνει. Κατ’ αρχάς, ποια ήταν αυτή η βασιλεία του Θεού, που έπρεπε πρώτα να τη ζητά ο καθένας στην προσευχή του και μετά οτιδήποτε άλλο;
Εννοούσε την παγκόσμια βασιλεία που θα έφερνε στον δυστυχισμένο αυτό κόσμο ο Μεσσίας, ή ήταν κάτι άλλο;
Είχε σχέση η βασιλεία αυτή με τον υλικό κόσμο ή με την ψυχή του ανθρώπου; Με την επίγεια ζωή ή με την μεταθανάτια ζωή μας;
Ο ίδιος, σαν Φαρισαίος που ήταν, πίστευε στην άλλη ζωή, αλλά δεν ήξερε πως ήταν και τι μορφή είχε μετά τον θάνατο.
Είχαν δίκιο οι Φαρισαίοι που πίστευαν στην άλλη ζωή, αλλά δεν ήξεραν πως ήταν, ή οι Σαδδουκαίοι που δεν πίστευαν καθόλου στην άλλη ζωή, αλλά μόνο σε μια υλική παγκόσμια βασιλεία του Θεού στη γη;
Πόσο θα ήθελε να ακούσει τις σκέψεις και τις απόψεις του Ιησού, για να του λύσει με την δική του μοναδική σύνεση και σοφία όλες αυτές τις απορίες!
Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ο Νικόδημος, δεν αντιλήφθηκε ότι είχε ήδη φθάσει στο σπίτι όπου διέμενε ο Ιησούς. Η καρδιά του άρχισε να κτυπά γοργά και δυνατά, όταν σήκωσε το χέρι του για να κτυπήσει την πόρτα.
Δεν περίμενε πολύ, για να του ανοίξει κάποιος την πόρτα, γιατί ήδη, πριν καν κτυπήσει για δεύτερη φορά το μάνταλο του σπιτιού, η πόρτα είχε ανοίξει και ένα εγκάρδιο καλωσόρισμα με ένα γλυκό χαμόγελο τον περίμενε προς μεγάλη του έκπληξη.
Ο Ιησούς τον περίμενε με πολλή αγάπη και στοργή, όπως ένας πατέρας περιμένει να δει με πολλή λαχτάρα και αγωνία τον αγαπημένο του γιο!
Ο Νικόδημος προς στιγμή τα έχασε, δεν ήξερε πως να συμπεριφερθεί σε ένα τόσο αναπάντεχο οικείο και ζεστό καλωσόρισμα.
Χαμογέλασε αμήχανα μπροστά στο φωτεινό μεγαλείο του Ιησού, τον οποίο για πρώτη φορά επιτέλους μπορούσε να δει από τόσο κοντά και κάθισε σε μια αναπαυτική καρέκλα που του έφερε ο Ιησούς.
Ήταν εκστασιασμένος από την απλότητα, την οικειότητα και τη γλυκύτητα που εξέπεμπε το θεϊκό Του πρόσωπο.
-Ραβί, δηλαδή διδάσκαλε, τόλμησε να ψελλίσει με σεβασμό ο Νικόδημος, ξέρουμε ότι ήλθες από τον Θεό σαν δάσκαλος. Κανένας μέχρι τώρα δεν είπε αυτά που εσύ λες, αλλά ούτε και έκανε τα θαύματα που εσύ τώρα κάνεις, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του.
Τα λόγια του έβγαιναν μέσα από την καρδιά του με μια αληθινή παιδική πίστη αλλά και μια μορφή απολογίας, ότι δηλαδή, δεν συμμερίζεται ο ίδιος όλα αυτά που έλεγαν για τον Ιησού οι συνάδελφοι του Φαρισαίοι.
Ομολογεί την πίστη του στην προέλευση του Ιησού από τον Θεό και τον παρακαλεί να τον βοηθήσει να καταλάβει όλα αυτά που είναι απαραίτητα για την ψυχή του.
Θέλει να μάθει τι πρέπει να κάνει για να γίνει και αυτός μέλος της υπέροχης αυτής βασιλείας του Θεού, για την οποία με τόση θέρμη και πάθος μιλούσε συνέχεια στα κηρύγματα του ο νέος αυτός διδάσκαλος.
Πώς είναι αυτή η βασιλεία, τι μορφή έχει, πως μπορεί να γίνει και αυτός μέλος της;
Ο Νικόδημος ήταν πλούσιος άνθρωπος και είχε ότι ήθελε από χρήματα, δόξα και τιμές. Όλα αυτά, όμως, ένιωθε ότι ήταν ψευδαισθήσεις ευτυχίας, τόσο πρόσκαιρες και φευγαλέες, που δεν μπορούσαν να γεμίσουν με αληθινή χαρά και ευτυχία την ψυχή του. Γι’ αυτό τώρα περιμένει με αγωνία να ρουφήξει σαν οξυγόνο τα θεϊκά λόγια του Ιησού.
Τα μάτια του έχουν προσκολληθεί στα δυο γλυκά μάτια του Ιησού. Ποτέ του δεν έχει δει πιο τρυφερά και στοργικά μάτια να τον κοιτούν με τόση δύναμη και αγάπη!
Μια αγάπη πιο μεγάλη από την πλατιά θάλασσα και πιο απέραντη από τον απέραντο ουρανό. Μια αγάπη τόσο πατρική αλλά και τόσο μητρική. Λες και ο ίδιος ο Θεός είχε κλειστεί μέσα στα δυο μάτια του νεαρού αυτού Δασκάλου και τον κοιτούν με άπειρη θεϊκή αγάπη και του λένε τρυφερά μέσα στη ψυχή:
«Παιδί μου, σ’ αγαπώ»!
Ποιος είναι τελικά αυτός ο Ιησούς που μπορεί να μπαίνει τόσο βαθιά μέσα στη ψυχή και να την πλημμυρίζει με τόση απέραντη χαρά και ειρήνη!
Η αγωνία του έχει κορυφωθεί και περιμένει τώρα με πολλή λαχτάρα να ακούσει τι θα του πει ο νέος αυτός Δάσκαλος του Ισραήλ. Ναι, για τον Νικόδημο ο Ιησούς ήταν ο νέος μεγάλος Δάσκαλος που έστειλε ο Θεός, για να οδηγήσει τους ανθρώπους μέσα από τα όμορφα μονοπάτια της αγάπης στη βασιλεία του Θεού.
Η πιο σπουδαία αναγέννηση
-Ραβί, ψέλλισε ξανά με σεβασμό ο Νικόδημος, πες μου για τη βασιλεία του Θεού, πως μπορώ να γίνω και εγώ μέλος της.
Η απάντηση, όμως, του Ιησού τον ξάφνιασε πολύ.
-Αλήθεια, αλήθεια σου λέω, Νικόδημε, εάν ο άνθρωπος δεν ξαναγεννηθεί, δεν μπορεί να δει και να ζήσει εμπειρικά την βασιλεία του Θεού.
Απόρησε ο Νικόδημος! Πως μπορεί να γίνει αυτό, σκέφτηκε. Ο ίδιος ήταν πια γέρος. Γι’ αυτό ξαναρωτά τον Ιησού:
-Πώς μπορεί να γίνει αυτό Δάσκαλε και να ξαναγεννηθεί ένας άνθρωπος; Πως μπορεί να μπει κάποιος ξανά στη μήτρα της μάνας του και να ξαναγεννηθεί;
Η ερώτηση του Νικόδημου έδειχνε πόσο άγνοια είχε γύρω από το μεγάλο αυτό θέμα της βασιλείας του Θεού.
Τόσο αυτός, όσο και οι άλλοι δάσκαλοι του Ισραήλ είχαν μια τελείως υλιστική θεωρία για τη βασιλεία του Θεού. Πίστευαν ότι, όταν θα ερχόταν Μεσσίας θα δημιουργούσε ένα μεγάλο Ιουδαϊκό βασίλειο, όπως ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και θα το επέβαλε σε όλο τον κόσμο.
Γι’ αυτούς ο Μεσσίας θα ήταν ένας μεγάλος πολιτικοθρησκευτικός ηγέτης, που θα έκανε το Ισραήλ μέγα κράτος και θα υπέτασσε όλο τον κόσμο στην Εβραϊκή εξουσία.
Όνειρα άπληστης εξουσίας και θρησκευτικής παράνοιας, γιατί όποιος δεν θα το αποδεχόταν θα έπρεπε να εξολοθρευθεί και να καταστραφεί, προκειμένου να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μόνο μια παγκόσμια εξουσία υπό την αρχηγία των Εβραίων και μόνο μια θρησκεία, η δική τους!
Αυτά πίστευαν όλοι οι Εβραίοι άρχοντες, Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι, αλλά σχεδόν και όλος ο λαός.
Ο Νικόδημος δεν μπορούσε εύκολα να αποστασιοποιηθεί από τις αντιλήψεις αυτές του έθνους του, έστω και αν δεν συμφωνούσε απόλυτα με αυτές.
Υπήρχαν πολλοί φωτισμένοι άνθρωποι του λαού, που πίστευαν ότι ο Μεσσίας πρέπει να ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που όλοι μέχρι τώρα πίστευαν.
Ένας τέτοιος φωτισμένος άνθρωπος που πίστευε στην πνευματική εξουσία του Μεσσία ήταν και ο Βαπτιστής Ιωάννης. Από τις όχθες του Ιορδάνη ποταμού κήρυττε για το πνευματικό βασίλειο του Θεού, που θα εγκαθίδρυε ο Μεσσίας, βαφτίζοντας με Άγιο Πνεύμα όλους εκείνους που θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν.
Έτσι, το Άγιο Πνεύμα θα ήταν Αυτό που θα πλημμύριζε το νου και τις καρδιές, τις σκέψεις και τις πράξεις όλων εκείνων που θα ήθελαν να αναγεννηθούν με το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος στο νέο βασίλειο του Θεού, που θα εγκαθίδρυε ο Μεσσίας!
Επομένως η αλλαγή δεν θα γινόταν με την επιβολή των όπλων, αλλά με την μετάνοια της ψυχής. Μια μετάνοια, σαν τη γέννηση ενός μωρού, όπου όλα αρχίζουν από την αρχή. Μια πραγματική αλλαγή ζωής, όπου το Άγιο Πνεύμα θα πλημμύριζε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας του μετανοημένου ανθρώπου.
Και, όπως τα μικρά παιδιά αγαπούν, εμπιστεύονται και υπακούουν στους γονείς τους, έτσι και στο βασίλειο του Θεού οι αναγεννημένοι άνθρωποι, σαν μικρά παιδιά θα αγαπούν, θα εμπιστεύονται και θα υπακούουν στον επουράνιο Θεό Πατέρα τους.
Γι’ αυτό ο Ιησούς ζητούσε επίμονα στα κηρύγματα του να αλλάξουμε ζωή, δηλαδή να μετανοήσουμε, και να γίνου-με σαν τα μικρά παιδιά, αν θέλουμε να μπούμε στο θεϊκό Του βασίλειο. Μόνο έτσι μπορούμε να αναγεννηθούμε στη νέα ζωή του Πνεύματος του Θεού.
Μια αναγέννηση πνευματική, που αρχίζει με την τρομερή δύναμη της “μετάνοιας”. Αυτό είναι το υπέροχο θαύμα που επιτελεί η “μετάνοια”. Σε αναγεννά με το Άγιο Πνεύμα σε νέο άνθρωπο της βασιλείας του Θεού.
Ο Ιωάννης ο Βαφτιστής από τις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, όπου βάπτιζε όσους μετανοούσαν, φώναζε και έλεγε: «μετανοείτε, έφθασε η βασιλεία του Θεού».
Το πνευματικό κλειδί για ν’ ανοίξει κάποιος την πόρτα της βασιλείας του Θεού είναι η “μετάνοια” και η πιο δυνατή λέξη, που μπορεί να αλλάξει τα πάντα είναι η “συγνώμη”.
Ο Νικόδημος θυμάται ,που έλεγε ο Βαπτιστής, ότι:
“Εγώ σας βαφτίζω με νερό και το βάπτισμα μου είναι βάπτισμα μετάνοιας. Ο Μεσσίας, όμως, θα σας βαφτίσει με το Άγιο Πνεύμα, με τη φωτιά της θεϊκής Του χάρης, που καίει ό,τι είναι παλιό και αναγεννά τον άνθρωπο”.
Διευκρίνιζε επανειλημμένα ότι, δεν είναι ο Μεσσίας αλλά ο πρόδρομος του Μεσσία. Έλεγε ότι ο Μεσσίας ήρθε και ήταν ήδη ανάμεσα τους. Τον έδειξε σε κάποιους μαθητές του και τους είπε: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού, που ήρθε να σώσει όλο τον κόσμο».
Με την αγωνία αυτή ο Νικόδημος, αν δηλαδή ο Ιησούς ήταν πράγματι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ήρθε τώρα εδώ για να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια και να ακούσει με τα ίδια του τ’ αυτιά, αν όλα αυτά που λένε είναι αλήθεια.
Η συζήτηση που είχε ο Νικόδημος με τον Ιησού, άλλαξε τα πάντα στη ψυχή του. Το φως της γνώσης πλημμύρισε την ψυχή του και όλα έγιναν πιο κατανοητά.
Η απάντηση που του έδωσε ο Ιησού στο ερώτημα, αν μπορεί κάποιος να ξαναγεννηθεί, έστω και αν είναι γέρος, όπως ήταν αυτός, έδιωξε την ομίχλη από τις σκέψεις του και έδωσε τη σωστή ερμηνεία στις απορίες του.
-Νικόδημε, αλήθεια σου λέγω, ότι εκείνος που, αφού πρώτα γεννηθεί όπως κάθε άνθρωπος, δεν αναγεννηθεί μετά πνευματικά, ακούγοντας και εφαρμόζοντας τον λόγο του Θεού, ώστε να λάβει το Άγιο Πνεύμα, αυτός δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού.
Ό,τι γεννιέται από τον άνθρωπο, παραμένει ανθρώπινο, αλλά ό,τι έχει γεννηθεί από το Άγιο Πνεύμα είναι πνευματικό.
Δεν αρκεί απλά να γεννηθεί ο άνθρωπος μόνο σαν σώμα, πρέπει και η ψυχή του να αναγεννηθεί με το Άγιο Πνεύμα.
Όπως με το νερό καθαρίζει κάποιος το σώμα του, έτσι χρειάζεται να καθαρίσει και να εξαγνίσει την ψυχή του από κάθε ρύπο της αμαρτίας με την δύναμη και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Μόνο τότε η ψυχή του απαλλαγμένη από το σκοτάδι της κακίας, μπορεί να λάμπει αναγεννημένη μέσα στο αληθινό φως της αγάπης του Θεού και να ζει παντοτινά στο θεϊκό βασίλειο της αληθινής χαράς και ευτυχίας.
Τα λόγια του Ιησού βοήθησαν τον Νικόδημο να καταλάβει ότι το βασίλειο του Θεού δεν έχει καμιά σχέση με τα κοσμικά βασίλεια, τα οποία στηρίζονται στην υπεροψία της εξουσίας και τη βίαιη επιβολή της.
Είναι μια τελείως προσωπική υπόθεση της ανθρώπινης ψυχής, όπου το Άγιο Πνεύμα φωτίζει και καθοδηγεί κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης.
Τώρα μπορούσε να καταλάβει ο Νικόδημος τι εννοούσε ο Ιησούς, όταν έλεγε ότι, για να μπει κάποιος στη βασιλεία του Θεού πρέπει οπωσδήποτε να ξαναγεννηθεί.
Εννοούσε όχι την σωματική, αλλά την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, που γίνεται μόνο με τη μετάνοια του ανθρώπου και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Χωρίς την πνευματική αυτή αναγέννηση δεν μπορεί κανείς να μπει, να δει και να γευτεί τη βασιλεία του Θεού!
Για τη βασιλεία αυτή του Θεού μας ζητά ο Ιησούς να προσευχόμαστε και να λέμε “ελθέτω η βασιλεία σου” στην προσευχή του “Πάτερ ημών...” .
Ο Νικόδημος θέλει να δει και να ζήσει προσωπικά στη βασιλεία του Θεού, αλλά δεν ξέρει πως να το κάνει. Γι’ αυτό με φανερή αγωνία ξαναρωτά τον Ιησού:
-Πως μπορούν να γίνουν όλα αυτά, Κύριε;
-Εσύ είσαι δάσκαλος του Ισραήλ και δεν τα ξέρεις;
Η απάντηση του Ιησού μπορεί να μην πρόσβαλε τον Νικόδημο, ωστόσο δεν τον άφησε αδιάφορο από το να προβληματιστεί και να σκεφτεί κάποιες τραγικές αλήθειες.
Όλοι οι νομοδιδάσκαλοι του Ισραήλ, όπως ήταν και ο ίδιος, δεν μπόρεσαν ποτέ να μπουν στην ουσία των νόμων, όταν υποχρέωναν τους ανθρώπους να τους εφαρμόζουν.
Όλοι τους έμεναν πιστοί στη στείρα και σκληρή πλευρά του νόμου, με αποτέλεσμα να κάνουν τους ανθρώπους αντί ν’ αγαπούν τον Θεό σαν δικό τους Πατέρα, να τον φοβούνται τόσο πολύ, που προτιμούσαν να τον αγνοούν και να απομακρύνονται από Αυτόν.
Αυτός ήταν εξάλλου ο λόγος, που οι απλοί άνθρωποι αγαπούσαν τόσο πολύ τον Ιησού και έτρεχαν ξοπίσω του με πολλή λαχτάρα, για ν’ ακούσουν και να παρηγορηθούν από τα στοργικά του λόγια! Ο Ιησούς μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού με τελείως διαφορετικό νόημα από ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων και οι ραβίνοι διδάσκαλοι.
Μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού απευθείας στην καρδιά του ανθρώπου, τον ιερό αυτό χώρο των συναισθημάτων, όπου κάθε άνθρωπος μπορεί να ζήσει ή την ευτυχία της αγάπης, ή τη δυστυχία της κόλασης από την απουσία της ευσπλαχνικής αγάπης.
Ο Νικόδημος ρωτούσε τον Ιησού, όπως ένας μαθητής τον δάσκαλο του, με αίσθημα σιγουριάς ότι, μόνο ο Ιησούς ξέρει τις σωστές απαντήσεις στα ερωτήματα του.
Πως, όμως, θα μπορούσε να ξέρει ο Ιησούς όλες αυτές τις λεπτομέρειες για την βασιλεία του Θεού, που κανείς μέχρι τότε δάσκαλος ή προφήτης δεν ήξερε να τους πει με τόση ακρίβεια, αν δεν ήταν αυτός ο αληθινός Μεσσίας;
Όλοι πίστευαν ότι μόνο ο Μεσσίας, θα μπορούσε να τους μιλήσει με τόση σιγουριά για όλες αυτές τις αλήθειες.
Ήταν όμως ο Ιησούς ο Μεσσίας, που όλοι περίμεναν; Αν ήταν πράγματι αυτός, γιατί δεν μιλούσε καθόλου για ένοπλη απελευθέρωση των Ιουδαίων και δεν ξεσήκωνε τα πλήθη κατά των Ρωμαίων; Χωρίς πόλεμο κατά των κατακτητών πως θα εγκαθιδρυόταν η βασιλεία του Θεού στους Ιουδαίους και σε όλο τον κόσμο;
Αυτές ήταν οι μεγάλες απορίες αλλά και οι κατηγορίες που είχαν οι άρχοντες των Ιουδαίων, Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι κατά του Ιησού, όταν τον έβλεπαν να μιλά μόνο για την ειρήνη της ψυχής και να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τη σωτηρία του έθνους τους.
Τώρα όμως που ο Νικόδημος γνώρισε τον Ιησού και άκουσε από τον ίδιο πως εννοούσε την βασιλεία του Θεού, κατάλαβε αυτό που του είπε στην αρχή ο Ιησούς, ότι:
«Όποιος δεν ξαναγεννηθεί δεν μπορεί να δει την βασιλεία του Θεού».
Τώρα ακόμα κατάλαβε ότι η βασιλεία του Θεού ξεκινά από μας τους ίδιους, όταν μετανοήσουμε και αποφασίσου-με σταθερά να απαλλάξουμε την ψυχή μας από τα λάθη, τα πάθη και τις αμαρτίες που την μολύνουν.
Μόνο έτσι έρχεται ξανά η Χάρις του Αγίου Πνεύματος στη ψυχή, για να την πλημμυρίσει με τα υπέροχα χαρίσματα της αγάπης, της καλοσύνης και της ευσπλαχνίας, για τα οποία μιλούσε με τόσο πάθος στα κηρύγματα του ο Ιησούς!
Ο Νικόδημος ένιωθε κοντά στον Ιησού σαν να ήταν μέσα στην αγκαλιά του Θεού και απολάμβανε μυστικά στη ψυχή του το πιο υπέροχο αίσθημα της αληθινής αγάπης!
Πόσο θα ήθελε εκείνη τη στιγμή να μπορούσαν και όλοι οι άλλοι άνθρωποι να νιώσουν στην καρδιά τους όλα αυτά που εκείνος τώρα ζούσε κοντά στον Ιησού!
Πόσο ήθελε ν’ ακούσουν όλοι οι άνθρωποι από το στόμα του Ιησού την υπέροχη διαβεβαίωση του Θεού, ότι:
«Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο τον μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια.
Ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσο αυτού.
Όποιος πιστέψει στον Υιό του δεν έχει να φοβηθεί καμιά θεϊκή κρίση.
Αυτός όμως που δεν θα πιστέψει και θα συνεχίσει τα πονηρά του έργα, από μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του, γιατί επιλέγει το σκοτάδι της αμαρτίας από το φως της αρετής και της αγιότητας που ήρθε να φέρει ο μονογενής Υιός του Θεού.
Αυτή είναι η πιο μεγάλη καταδίκη, ότι ήρθε το φως στον κόσμο και οι άνθρωποι αγάπησαν πιο πολύ το σκοτάδι από το φως, γιατί τα έργα τους ήταν πονηρά.
Αυτός που κάνει κακές πράξεις μισεί το φως και δεν έρχεται στο φως γιατί φοβάται μην γίνουν γνωστά τα πονηρά του έργα και εξευτελιστεί.
Αυτός όμως που είναι αγαθός και κάνει καλά έργα έρχεται στο φως, γιατί τα έργα του είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Όμως, ο Θεός όλους τους αγαπά και όλους τους περιμένει να επιστρέψουν στο φως και με τη μετάνοια τους να αφήσουν ξανά το Άγιο Πνεύμα να πλημμυρίσει την ψυχή τους και να μπουν στη βασιλεία του Θεού.
Γι’ αυτό στέλνει τώρα ο Θεός τον μονογενή του Υιό στη γη, για να μη χαθεί κανένας που θα πιστέψει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει παντοτινή ζωή.
Σαν ουράνια μελωδία αντηχούσαν τα υπέροχα αυτά λόγια του Ιησού στ’ αυτιά του Νικόδημου, που σαν διψασμένο ελάφι ρουφούσε αχόρταγα το δροσερό νερό της ζωής.
Οι ώρες πέρασαν γρήγορα και σε λίγο το πρώτο φως της ημέρας θα έδιωχνε το σκοτάδι της νύχτας.
Ο Νικόδημος με πολύ ευγνωμοσύνη ευχαρίστησε από τα βάθη της καρδιάς του τον Ιησού, που καταδέχτηκε να τον δει μέσα στη νύχτα και να του πει όλα αυτά τα υπέροχα για την βασιλεία του Θεού.
Ο ίδιος τώρα ξέρει πολύ καλά, πως θα καταφέρει να ξαναγεννηθεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Χαρούμενος και ευτυχισμένος βγήκε στο δρόμο για να πάει στο σπίτι του.
Ήταν σχεδόν αυγή όταν έφυγε ο Νικόδημος από τον Ιησού. Με πνευματική αυγή όμως έμοιαζε και η δική του καρδιά, απ’ όλα αυτά τα υπέροχα που έζησε και άκουσε.
Σαν μικρό παιδί περπατούσε στο δρόμο και λόγια χαράς και ευτυχίας έβγαιναν σαν προσευχή μέσα από τα βάθη της καρδιάς του. Τραγουδούσε το θαύμα που έζησε κοντά στον Ιησού και έλεγε:
«Ω, νύχτα άγια, νύχτα ωραία, νύχτα που φέγγεις σαν την αυγή, νύχτα που φέρνεις χαρά κι ελπίδα στην ψυχή μου, που με αγωνία αναζητά τώρα το Άγιο Πνεύμα για να αναγεννηθεί»!
Προς τη Σαμάρεια
Μετά από λίγες μέρες, αφότου συναντήθηκε ο Ιησούς με τον Νικόδημο, ο Ιησούς ανάγγειλε στους μαθητές του ότι θα πάνε στη Γαλιλαία.
Οι μαθητές χάρηκαν πολύ, γιατί ήταν η χώρα τους και την αγαπούσαν πολύ. Οι πρώτοι μαθητές που είχε διαλέξει ο Ιησούς, ήταν όλοι από την Γαλιλαία.
Η Γαλιλαία ήταν μια πολύ όμορφη χώρα. Τα αμπέλια και οι καστανιές στόλιζαν τα βουνά και τις πεδιάδες της. Τα περιβόλια της ήταν γεμάτα ροδιές, μηλιές, συκιές, αμυγδαλιές, πορτοκαλιές και άλλα δέντρα. Παντού κυλούσαν νερά και πλάι στα ποταμάκια πανύψηλα πλατάνια χάριζαν σκιά και ξεκούραση στους διαβάτες.
Όταν έφευγαν τα κρύα του χειμώνα και ερχόταν η Άνοιξη, όλοι οι αγροί και οι κάμποι ήταν στολισμένοι από πλήθος πολύχρωμα ευωδιαστά αγριολούλουδα. Σωστός παράδεισος ήταν η χώρα της Γαλιλαίας.
Σαν τη χώρα τους ήταν και οι κάτοικοι της Γαλιλαίας. Ήταν ευγενικοί, χαρούμενοι, ήρεμοι και πολύ φιλόξενοι άνθρωποι.
Πώς λοιπόν να μη χαρούν οι μαθητές του Χριστού, όταν άκουσαν τον δάσκαλο τους να τους λέει ότι θα πάνε στην Γαλιλαία! Το μόνο ίσως πρόβλημα ήταν ο μακρύς δρόμος που έπρεπε να διασχίσουν.
Δυο δρόμοι υπήρχαν, για να πάει κάποιος από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ο ένας, που ήταν και ο πιο σύντομος, περνούσε μέσα από τη χώρα της Σαμάρειας.
Όμως, κανένας Ιουδαίος ή Γαλιλαίος δεν πήγαινε ποτέ από αυτόν τον δρόμο. Όλοι τους προτιμούσαν έναν άλλο δρόμο, έστω και αν ήταν πολύ πιο μακρινός. Αυτός περνούσε πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό, από την περιοχή της Περαίας και μακριά από τη χώρα της Σαμάρειας .
Γιατί όμως γινόταν αυτό; Ποιος σοβαρός λόγος έκανε όλους να αποφεύγουν τον πιο σύντομο δρόμο μέσω της Σαμάρειας;
Οι Εβραίοι δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις με τους Σαμαρείτες, γιατί δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Ισραηλίτες.
Πολλά χρόνια μετά την αιχμαλωσία των Εβραίων στην Βαβυλώνα, όταν δόθηκε άδεια στους Εβραίους να επιστρέψουν στον τόπο τους, κάποιοι από αυτούς ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη χώρα της Σαμάρειας και ανακατώθηκαν με τους λίγους ντόπιους που ζούσαν ακόμα εκεί.
Αποκομμένοι τόσα χρόνια από την πατρίδα τους, κατά την μακροχρόνια παραμονή τους στην ειδωλολατρική χώρα της Βαβυλώνας, η πίστη τους αλλά και κάποιες άλλες θρησκευτικές συνήθειες είχαν αλλοιωθεί, με αποτέλεσμα να διαφέρουν πολύ από τους υπόλοιπους Εβραίους.
Δεν δεχόντουσαν όλα τα ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά μόνο την Πεντάτευχο, δηλαδή μόνο τα πέντε βιβλία που είχε γράψει ο Μωυσής.
Αυτό εξόργισε τόσο πολύ τους πιστούς Εβραίους, που άρχισαν να τους περιφρονούν και μετά να τους μισούν. Δεν τους θεωρούσαν πλέον αληθινούς Εβραίους, ομόφυλους και ομόθρησκους τους.
Τους περιφρονούσαν τόσο πολύ, που όταν ήθελαν να βρίσουν κάποιον τον έλεγαν Σαμαρείτη. Και αυτό ήταν πολύ μεγάλη βρισιά. Τους θεωρούσαν μολυσμένους και καταραμένους από τον Θεό, γι’ αυτό και απέφευγαν κάθε σχέση μαζί τους.
Έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι, εάν κάποιος μιλούσε μαζί τους ή ακόμα και να έπινε νερό από τα χέρια τους, έπρεπε να καθαριστεί με νηστείες και προσευχές και μετά να επιστρέψει πίσω στους άλλους Ιουδαίους.
Ένα άλλο γεγονός που μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ το μίσος μεταξύ Εβραίων και Σαμαρειτών ήταν και το παρακάτω. Όταν οι Ιουδαίοι επέστρεψαν από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, αποφάσισαν να κτίσουν ξανά το Ναό της Ιερουσαλήμ, τον οποίον είχαν καταστρέψει πριν πολλά χρόνια οι Βαβυλώνιοι. Τότε προσφέρθηκαν να βοηθήσουν και οι Σαμαρείτες.
Οι Εβραίοι, όμως, αρνήθηκαν με πολύ περιφρόνηση την προσφορά αυτή, όπως και κάθε άλλο θρησκευτικό δικαίωμα τους να επισκέπτονται το Ναό της Ιερουσαλήμ και να προσεύχονται σ’ αυτόν.
Έτσι, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατακτώντας την Ασία έφθασε στην Παλαιστίνη, πήγαν σ’ αυτόν οι Σαμαρείτες και του ζήτησαν να τους επιτρέψει να κτίσουν και αυτοί έναν δικό τους ναό στο βουνό Γαριζίν, για να προσεύχονται στο Θεό. Ο Μέγας Αλέξανδρος τους έδωσε την άδεια και οι Σαμαρείτες έχτισαν στο όρος Γαριζίν τον δικό τους Ναό.
Η πράξη αυτή θεωρήθηκε από όλους τους υπόλοιπους Εβραίους σαν τη μεγαλύτερη ιεροσυλία, επειδή γι’ αυτούς μόνο σε ένα Ναό κατοικεί ο Θεός, στο Ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ.
Το ναό των Σαμαρειτών στο όρος Γαριζίν τον κατέστρεψε αργότερα ένας άλλος Ιουδαίος βασιλιάς από το γένος των Μακκαβαίων.
Όλα αυτά τα γεγονότα μεγάλωσαν τόσο πολύ το φθόνο, το μίσος και την έχθρα ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες, που όταν οι Ιουδαίοι και οι Γαλιλαίοι ήθελαν να ταξιδέψουν οι μεν στους δε, απέφευγαν να περάσουν μέσα από τη Σαμάρεια, έστω κι αν ο δρόμος αυτός ήταν ο πιο σύντομος.
Ο Ιησούς, ωστόσο, αποφάσισε να πάει στη Γαλιλαία περνώντας μέσα από την Σαμάρεια. Την γεμάτη αγάπη και ευσπλαχνία καρδιά του δεν την επηρέαζαν καθόλου οι μικρόψυχες και γεμάτο ζήλεια και φθόνο καρδιές των συμπατριωτών του Εβραίων.
Αυτός ήταν η Αγάπη και έπρεπε οι μαθητές του να μάθουν να ζουν με αγάπη, την δική Του θεϊκή αγάπη, για να μπορούν να την διδάξουν αργότερα και στους άλλους ανθρώπους.
Στην διδασκαλία του ο Ιησούς ήθελε όλοι να καταλάβουν ότι η μελωδία της αγάπης είναι η καλοσύνη και η ευσπλαχνία το άρωμα της.
Καλοσύνη και ευσπλαχνία ήρθε να φέρει από τον ουρανό ο Υιός του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, ώστε όσοι τον πιστέψουν και τον ακολουθήσουν να μοιάσουν με τον Ουράνιο τους Πατέρα, που αγαπά χωρίς καμιά διάκριση όλους τους ανθρώπους.
Η απορία και ο προβληματισμός των μαθητών, για την επιλογή του Ιησού να πάνε στη Γαλιλαία μέσα από την Σαμάρεια, δεν κράτησε παραπάνω από πολύ λίγα λεπτά.
Η γεμάτη αγάπη καρδιά του Ιησού, που αποτυπώθηκε εκείνη τη στιγμή στο θεϊκό του πρόσωπο, διέλυσε όλες τις δικές τους μικρόψυχες απορίες.
Έτσι, χαρούμενοι ξεκίνησαν όλοι μαζί για το πρώτο μεγάλο ταξίδι, όπου ο Θεός θα αποκάλυπτε μέσα από τον αγαπημένο του Γιο Ιησού, πόσο πολύ μας αγαπά όλους, φίλους και εχθρούς, γνωστούς και ξένους, αφού όλοι ανεξαιρέτως είμαστε τα δικά Του παιδιά.
Το ταξίδι γινόταν με τα πόδια, ή με τα γαϊδουράκια. Ο Ιησούς και οι μαθητές του προτιμούσαν να ταξιδεύουν πεζή.
Ήταν πια μεσημέρι όταν έφθασαν στη Σιχάρ, μια πόλη της Σαμάρειας.
Στα παλιά τα χρόνια η Σιχάρ είχε μεγάλη δόξα, γιατί ήταν η μεγάλη και πλούσια πρωτεύουσα της Σαμάρειας. Τώρα, αν και είχε απομείνει μικρή και φτωχή, δεν έπαυε ωστόσο να είναι μια σημαντική πόλη της.
Στο πηγάδι του Ιακώβ
Είχαν ακόμα λίγη ώρα δρόμο, για να φτάσουν στην πόλη, όταν συνάντησαν το περίφημο πηγάδι του Ιακώβ.
Ήταν το πηγάδι που είχε φτιάξει ο προπάτορας τους Ιακώβ μέσα στο χωράφι του, για να ξεδιψούν αυτός, τα παιδιά του και οι τσοπάνηδες με τα ζώα τους, που έβοσκαν στις τριγύρω πεδιάδες. Το χωράφι αυτό μαζί με το πηγάδι το είχε χαρίσει ο Ιακώβ στον αγαπημένο του γιο Ιωσήφ.
Στο πεζούλι του πηγαδιού ήρθε ο Ιησούς να καθίσει λίγο για να ξεκουραστεί από τη μεγάλη οδοιπορία. Ο ανοιξιάτικος ήλιος, που καίει σ’ αυτά τα μέρη το μεσημέρι, κάνει την οδοιπορία πολύ κουραστική.
Πριν συνεχίσουν το δρόμο τους, άφησαν οι μαθητές τον Ιησού εκεί στο πηγάδι, κάτω από τον βαθύ ίσκιο ενός μεγάλου δέντρου, και αυτοί πήγαν μέχρι την πόλη για ν’ αγοράσουν κάτι να φάνε.
Ο Ιησούς απολάμβανε την ομορφιά του τοπίου με τα ανοιξιάτικα λουλούδια να στολίζουν την όμορφη πεδιάδα και τα μελωδικά τιτιβίσματα των πουλιών να έχουν στήσει ολόκληρη μουσική συναυλία με τα κελαηδήματα τους.
Απέναντι, υψωνόταν το ιερό βουνό των Σαμαρειτών, το Γαριζίν, με τα ερείπια του ναού του. Οι Σαμαρείτες εξακολουθούσαν να θεωρούν το βουνό αυτό άγιο μέρος, παρά την καταστροφή του ναού, γι’ αυτό και ερχόντουσαν εδώ, στα απομεινάρια του ναού, για να προσευχηθούν.
Εκείνο προσπαθούσε να μιλήσει και να διηγηθεί στους ανθρώπους πόσο ολέθρια μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μιας λανθασμένης αντίληψης γύρω από το Θεό και το αληθινό θέλημα Του!
Μπορεί οι άνθρωποι να χωρίζονται σε φίλους και εχθρούς, και να φτιάχνουν σύνορα στις χώρες τους για να ξεχωρίζουν, όμως η γη με τις υπέροχες ομορφιές της και ο ουρανός με τ’ αναρίθμητα αστέρια του δεν έχουν σύνορα, γιατί όλα ανήκουν σε όλους τους ανθρώπους, σε όλα τα δημιουργήματα του Θεού.
Ο Θεός ήθελε να είναι η γη ένας επίγειος παράδεισος, όπου θα μπορούσαν όλα τα παιδιά Του να ζουν μεταξύ τους με αγάπη, χαρά, ειρήνη και ευτυχία, χωρίς φθόνο, μίση, έχθρες και κακίες.
Καθισμένος τώρα στο πεζούλι του πηγαδιού ο Ιησούς, άφησε τις σκέψεις Του ν’ ανεβούν νοερά στον Ουράνιο του Πατέρα και το Ουράνιο Βασίλειο με τους αναρίθμητους αγγέλους.
Δυο βασίλεια έφτιαξε ο Θεός, ένα ουράνιο και ένα επίγειο. Το πρώτο, το ουράνιο βασίλειο, είναι αιώνιο και δεν τελειώνει ποτέ, ενώ το δεύτερο, το επίγειο, θα ήταν προσωρινό και θα διαρκούσε μόνο για κάποιο χρονικό διάστημα.
Το Ουράνιο Βασίλειο είναι ο πραγματικός Παράδεισος. Σ’ αυτό βασιλεύει η αγάπη του Θεού, με το Φως του αγίου Πνεύματος να πλημμυρίζει τα πάντα.
Στο Ουράνιο Βασίλειο κατοικούν τώρα οι άγιοι άγγελοι. Όμως, ο Θεός δεν το έφτιαξε μόνο γι’ αυτούς. Το έφτιαξε και για όλα τα αγαπημένα Του παιδιά, τους ανθρώπους.
Ωστόσο, όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο δεν τον έβαλε αμέσως εκεί. Ήθελε πρώτα να τον δοκιμάσει κάπου αλλού, πριν του χαρίσει το μεγάλο αυτό δώρο.
Έτσι, όταν έφτιαξε τη γη, διάλεξε ένα πολύ όμορφο μέρος, ένα μικρό παράδεισο, και έβαλε εκεί μέσα τον άνθρωπο για να κατοικήσει.
Το μόνο που ζήτησε ο Θεός από τον άνθρωπο ήταν να έχει ειλικρινή πίστη, αγάπη και εμπιστοσύνη στο Δημιουργό του και να είναι υπάκουος στις θεϊκές Του εντολές.
Με την ειλικρινή πίστη και αγάπη του θα άφηνε το Θεό να ζει μέσα στην καρδιά του.
Με την εμπιστοσύνη του θα ομολογούσε ότι ο Θεός είναι ο μοναδικός Πατέρας της ψυχής του.
Με την υπακοή στο άγιο θέλημα Του, θα αποδείκνυε την σταθερή του απόφαση να παραμείνει ένα μικρό παιδί στα χέρια του πιο υπέροχου Θεού Πατέρα.
Με αυτά τα τρία δοξάζεται ο Θεός από τα παιδιά του και γίνεται πράξη το «αγιασθήτω το όνομα σου», που λέμε στην προσευχή του «Πάτερ ημών».
Στις σκέψεις αυτές δυο δάκρυα θλίψης και πόνου κύλισαν από τα μάτια του Ιησού.
Αναλογιζόμενος την ολιγοπιστία των ανθρώπων και το πόσο μακριά έφυγαν με τα λάθη και τις αμαρτίες τους από την αγκαλιά του Δημιουργού τους, μια προσευχή ψέλλισαν τα χείλη Του προς τον ουράνιο Του Πατέρα:
«Ω, γλυκέ μου Ουράνιε Πατέρα, πόσο λίγα είναι τα παιδιά εκείνα που θέλουν να ζήσουν όπως θέλεις Εσύ!
Πόσο πολλά είναι αυτά που ξέφυγαν από την αλήθεια και παρασύρθηκαν από τα ψέματα του Εωσφόρου! Διάλεξαν το μίσος και τον φθόνο και χάθηκαν στα μονοπάτια της κακίας.
Ξέχασαν αυτά που τους είπαμε, όταν τους δημιουργήσαμε σαν ένας Θεός, Εσύ, Εγώ και το Άγιο Πνεύμα και φυσήξαμε στο χωματένιο σώμα τους την θεϊκή Πνοή και τους χαρίσαμε την αθάνατη ψυχή.
Αντί να ζουν με αγάπη, εμπιστοσύνη και υπακοή στο άγιο θέλημα του Δημιουργού τους, για να μην διώξουν το Άγιο Πνεύμα από την αθάνατη ψυχή τους, διάλεξαν τους δρόμους της κακίας και της αμαρτίας. Πλανεύτηκαν από τα δόλια λόγια του Εωσφόρου που τους υποσχέθηκε ψεύτικες χαρές και τώρα ζουν χωρίς το Άγιο Πνεύμα, μέσα στον πόνο, τη θλίψη και την απόγνωση της αμαρτίας.
Και τώρα εγώ, λατρεμένε μου Πατέρα, που δεν άντεχα να βλέπουμε τις ψυχές των αγαπημένων μας παιδιών να χάνονται στα σκοτάδια του Άδη, δέχτηκα σαν Υιός Σου αγαπημένος να έρθω στη γη, όχι σαν Θεός που είμαι, αλλά σαν άνθρωπος όμοιος με αυτούς, για να τους δείξω τι πρέπει να κάνουν, για να επιστρέψουν ξανά πίσω στην πραγματική ευτυχία του Παραδείσου, στη στοργική θεϊκή αγκαλιά του Θεού Πατέρα τους».
Η Σαμαρείτιδα
Τέτοιες αναμνήσεις περνούσαν από το νου του γλυκύ και ευσπλαχνικού Ιησού, όταν ένας απαλός θόρυβος τον έκανε να γυρίσει πίσω και να δει από που προερχόταν.
Μια νεαρή κοπέλα μ’ ένα σταμνί στον ώμο ερχόταν στο πηγάδι για να αντλήσει νερό. Μπορεί την κοπέλα να μην την φόβισε η παρουσία του ξένου επισκέπτη που καθόταν στο πεζούλι του πηγαδιού, ωστόσο την προβλημάτισε η καταγωγή του ανθρώπου αυτού, αφού από τα ρούχα του καταλάβαινε ότι δεν ήταν Σαμαρείτης.
Σκέφτηκε κάποια στιγμή να γυρίσει πίσω στο σπίτι της και να έρθει μόνη της κάποια άλλη ώρα, για να βγάλει νερό από το πηγάδι. Μα ήταν δυνατή και θαρραλέα τούτη η κοπέλα και δεν ήθελε με τίποτα να αφήσει τους φόβους της να νικήσουν την τόλμη και την αποφασιστικότητα της.
Έτσι, έστω και με προσποιητό θάρρος, πλησίασε το πηγάδι για να ρίξει τον κουβά μέσα στο νερό, ρίχνοντας ταυτόχρονα πλάγιες ερευνητικές ματιές προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργεια της και να μαντέψει την προέλευση του παράξενου επισκέπτη.
Δεν πρόλαβε όμως να ρίξει τον κουβά στο πηγάδι, όταν η απαλή σαν μητρικό χάδι φωνή του επισκέπτη την παρακαλούσε να του δώσει και εκείνου λίγο νερό για να πιει. Η περιέργεια της έγινε θάρρος και με τόλμη του λέει:
-Ποιος είσαι εσύ, που τολμάς να μου ζητήσεις να πιείς νερό; Από τα ρούχα σου, αλλά τώρα και από τη φωνή σου, καταλαβαίνω ότι πρέπει να είσαι Ιουδαίος.
Ο Ιησούς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, δείχνοντας έτσι ότι σωστά μάντεψε η γυναίκα. Εκείνη με περισσότερο θάρρος τώρα αλλά και απορία, τον ρωτά:
-Καλά, δεν ξέρεις ότι εμείς οι Σαμαρείτες δεν έχουμε καμιά σχέση μ’ εσάς τους Ιουδαίους, αφού είμαστε εχθροί; Πώς τολμάς λοιπόν να μου ζητάς να σου δώσω να πιείς από τα χέρια μου νερό;
Ο Ιησούς την κοίταξε τότε κατάματα με εκείνο το γεμάτο ειρήνη και πατρική αγάπη βλέμμα Του, που ήξερε να μπαίνει με πολλή τρυφερότητα και μητρική στοργή βαθιά μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και να τις γαληνεύει.
Εκείνη για πρώτη φορά ένιωθε να την κοιτά κάποιος με μια τόσο αγνή, αθώα, ειλικρινή αγάπη. Μια αγάπη που φώτισε την καρδιά της, γαλήνεψε την ψυχή της, γέμισε με χαρά την ύπαρξη της και έδωσε ελπίδα και ζωή στα πιο όμορφα όνειρα της!
Με μια ανεξήγητη λαχτάρα να τον εμπιστευθεί, ήρθε πιο κοντά του και χωρίς ντροπή, αλλά με παιδικό θάρρος και γυναικεία τόλμη τον ρωτάει:
-Κύριε, ποιος αληθινά είστε, ώστε με τόσο θάρρος να ζητάτε από μένα, μια Σαμαρείτιδα, να σας δώσω να πιείτε νερό, όταν και μόνος σας θα μπορούσατε να ρίξετε έναν κουβά στο πηγάδι και να αντλήσετε νερό;
Ο Ιησούς της είπε:
-Εάν ήξερες, γυναίκα, το μεγάλο δώρο που σου κάνει ο Θεός και ποιος είναι αυτός που σου ζητά τώρα να πιει νερό από σένα, εσύ θα του ζητούσες να σου δώσει από το δικό Του «ζωντανό νερό» να πιείς, για να μη διψάσεις ποτέ ξανά.
Τα αινιγματικά αυτά λόγια του Ιησού, που με τόση γαλήνη και σιγουριά της είπε, προκάλεσαν πλήθος ερωτηματικά και απορίες μέσα στη ψυχή της και αναρωτήθηκε: «Για ποιο ζωντανό νερό μου μιλάει αυτός ο ξένος»;
Γύρισε το βλέμμα της δεξιά και αριστερά, για να δει μήπως υπήρχε κανένας δικός του κουβάς για να βγάλει νερό, μα δεν είδε πουθενά τίποτα. Έτσι με φανερή απορία, αλλά και με μικρή δόση ειρωνείας, του λέει:
-Κύριε, δεν βλέπω να έχεις πουθενά άντλημα και το πηγάδι είναι τόσο βαθύ, που δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα μπορέσεις να βγάλεις νερό. Πώς λοιπόν θα μου δώσεις να πιώ από το δικό σου νερό, που λες ότι είναι ανώτερο και από αυτό που μας έδωσε ο προπάτορας μας Ιακώβ; Μήπως είσαι μεγαλύτερος από εκείνον που έφτιαξε αυτό το πηγάδι και ήπιε ο ίδιος και τα παιδιά του;
Ο πατριάρχης Ιακώβ ήταν το καύχημα των Σαμαρειτών, γι’ αυτό και τον αποκαλούσαν πατέρα τους. Οι ίδιοι καυχιόντουσαν για τον εαυτόν τους και έλεγαν ότι είναι παιδιά του Ιακώβ.
Η Σαμαρείτιδα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός που της μιλούσε εκείνη τη στιγμή ήταν πράγματι ανώτερος από τον προπάτορα της Ιακώβ, γιατί ήταν ο ίδιος ο προ-αιώνιος Υιός του Θεού, που τώρα ήταν μπροστά της με ανθρώπινη μορφή, για να της δώσει το πιο μεγάλο δώρο που μπορεί να δώσει ο Θεός σε άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα!
Το ζωντανό νερό που της έλεγε ότι θα της δώσει, αν εκείνη το ήθελε και του το ζητούσε, δεν ήταν τίποτα άλλο από το Άγιο Πνεύμα, μέσω του οποίου ο άνθρωπος γίνεται ένα με τον Θεό, όπως το νερό με το κρασί, ώστε να ζει ο Θεός μέσα στον άνθρωπο και ο άνθρωπος μέσα στο Θεό.
-Γυναίκα, της λέει ο Ιησούς, όποιος πιει από το δικό σου νερό πάλι θα ξαναδιψάσει, όποιος όμως πιει νερό από αυτό που θα εγώ του δώσω, δεν θα διψάσει ποτέ ξανά. Το νερό, που εγώ θα σου δώσω, θα γίνει μέσα σου πηγή, που θα αναβλύζει συνέχεια και θα σου χαρίσει αιώνια ζωή!
Η Σαμαρείτιδα χωρίς να αντιλαμβάνεται το βάθος των μυστηρίων που της αποκάλυπτε εκείνη τη στιγμή ο Ιησούς, αλλά πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος αυτός της έλεγε πρά-γματι την αλήθεια, γονατίζει μπροστά του και του λέει:
-Κύριε, δώσε μου, σε παρακαλώ από το δικό σου νερό να πιώ, για να μη διψάσω ποτέ ξανά και να μην έρχομαι εδώ να αντλώ νερό.
Ο Ιησούς χαμογέλασε στην αφελή παράκληση της νεαρής κοπέλας, που σίγουρα δεν κατάλαβε τι της έλεγε, αλλ’ όμως ήταν απλή και δεκτική στο να ακούσει και να πιστέψει το κήρυγμα του. Έτσι με απλή μητρική μέθοδο ξεκίνησε την πνευματική θεραπεία του παιδιού του.
-Θα σου δώσω από το δικό μου ζωντανό νερό να πιεις, πήγαινε όμως πρώτα να φωνάξεις τον άντρα σου και μετά έλα να σου δώσω.
Εκείνη του αποκρίθηκε:
-Δεν έχω άντρα.
-Σωστά είπες, ότι δεν έχεις άντρα. Γιατί πέντε άντρες έχεις πάρει μέχρι τώρα και αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος άντρας σου.
Τα λόγια αυτά του Ιησού που αποκάλυπταν όλα τα κρυφά της αμαρτήματα, συγκλόνισαν την κοπέλα. Ένιωθε ότι αυτός που της μιλούσε δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος του Θεού που ήξερε όλα της τα μυστικά.
Μόλις συνήλθε από την πρώτη ταραχή, που την τρόμαξε πολύ, ένας απέραντος σεβασμός και μια βαθιά εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν απλώθηκε στη ψυχή της. Με γνήσια λοιπόν ειλικρίνεια, του λέει:
-Κύριε, βλέπω ότι είσαι προφήτης και άνθρωπος του Θεού. Πες μου γι’ αυτό που βασανίζει εμάς τους Σαμαρείτες και μας κάνει εχθρούς με εσάς τους Ιουδαίους.
Πού είναι πιο σωστά να προσευχόμαστε στον άγιο Θεό μας; Οι πατέρες μας τον προσκυνούσαν σ’ αυτό το ψηλό βουνό, το Γαριζίν, όπου είχαμε και το ναό μας, πριν μας τον καταστρέψουν.
Εσείς οι Ιουδαίοι τον λατρεύετε στην Ιερουσαλήμ, στο ναό του Σολομώντος. Ποιό είναι το σωστό;
Μπορεί εκ πρώτης όψεως η ερώτηση της να δείχνει μια απλή γυναικεία περιέργεια. Όχι όμως για τον Ιησού, που την είδε πολύ σημαντική, γι’ αυτό και έπρεπε να της απαντήσει.
Η προσωπική ηθική ζωή του κάθε ανθρώπου και γενικά η συμπεριφορά του, ποτέ δεν είναι άσχετη με τον τρόπο που αυτός πιστεύει και λατρεύει τον Θεό.
Μέχρι τώρα όλοι οι άνθρωποι πίστευαν ότι ο Θεός κατοικεί σ’ έναν υλικό ναό που του κτίζουν οι άνθρωποι και ότι για να τον ευχαριστήσεις είναι αρκετό να του προσφέρεις κάποιο δώρο, όπως μια θυσία ενός ζώου, ώστε να τα έχεις καλά μαζί του.
Μια συναλλαγή που δεν διαφέρει σε τίποτα από μια ανόητη δωροδοκία.
Μάταια φώναζαν στο διάβα των αιώνων οι προφήτες, ότι «ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς» και ότι η καλύτερη θυσία στο Θεό είναι το «συντετριμμένο πνεύμα», δηλαδή το ταπεινό πνεύμα, που δεν έχει εγωισμό, φθόνο και μνησικακία, αλλά είναι γεμάτο αγάπη και καλοσύνη.
Τώρα, η απάντηση του Ιησού στην αγωνιώδη ερώτηση της Σαμαρείτιδας, που ζητά να μάθει πού είναι πιο σωστά να προσεύχεται κανείς, για να τον ακούσει ο Θεός, δίνει άλλη διάσταση στο νόημα της αληθινής προσευχής.
-Γυναίκα, είπε ο Ιησούς, πίστεψε με, έρχεται καιρός που ούτε σ’ αυτό το βουνό, αλλά ούτε και στο Ναό της Ιερουσαλήμ θα προσκυνάτε τον Πατέρα.
Ήρθε πλέον η ώρα, που οι αληθινοί πιστοί θα προσκυνούν τον Πατέρα, όχι με ψεύτικους εξωτερικούς τύπους αλλά με πνευματική λατρεία.
Ο Θεός είναι Πνεύμα, γι’ αυτό και θέλει αληθινά, με πνευματικό τρόπο να τον πιστεύεις, να τον αγαπάς και να τον προσκυνάς.
Τα βαθυστόχαστα λόγια του Ιησού προκάλεσαν αληθινό πνευματικό σεισμό στη ψυχή της Σαμαρείτιδας. Τι κι αν τα λόγια αυτά ανέτρεπαν όλα όσα μέχρι τώρα ήξερε!
Τα λόγια του Ιησού ήταν αληθινά και πάνω από προσωπικές και εθνικές πεποιθήσεις, γιατί έδειχναν το σωστό δρόμο που έπρεπε κάποιος να ακολουθήσει, αν ήθελε να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Η ξεκάθαρη διδασκαλία του Ιησού ότι ο Θεός είναι Πνεύμα και με πνευματικό τρόπο θέλει να τον λατρεύουν οι άνθρωποι, εχθροί και φίλοι, όπως ήταν οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες, έβαζε ξανά τη θρησκεία στη σωστή της βάση.
Την έβγαζε από το θρόνο του μυαλού, που την χρησιμοποιούσαν κάποιοι με πολλή πονηριά για να πετύχουν τα δόλια σχέδια τους και την έβαζε ξανά στο κέντρο της ανθρώπινης ψυχής, που είναι η καρδιά.
Ο Θεός θέλει να τον αγαπούμε με την καρδιά μας και όχι με το μυαλό μας!
Την υπέροχη αυτή αλήθεια ένιωθε τώρα στη ψυχή της η νεαρή Σαμαρείτιδα! Μήπως και αυτή δεν έψαχνε σε όλη της τη ζωή να βρει την αληθινή αγάπη της καρδιάς, για να νιώσει χαρά, ευτυχία και ασφάλεια!
Την κατηγορούσαν όλοι ότι ήταν μια πόρνη, μα αυτή δεν μπορούσε να τους πει, ότι δεν ήθελε να ζει σαν ανήθικη, αλλά έψαχνε να βρει έναν άνδρα που να την αγαπήσει αληθινά και να νιώσει κοντά του ασφάλεια και ευτυχία.
Ήταν συνήθεια να ρίχνουν πάντα οι άνδρες πάνω στην αδύνατη γυναίκα όλα τα λάθη και τα σφάλματα, γιατί δεν ήθελαν ποτέ να δουν οι ίδιοι την ωμή αλήθεια, ότι δηλαδή και αυτοί είχαν μεγάλο μερίδιο ευθύνης.
Χρησιμοποιούσαν την γυναίκα όπως ήθελαν, και την καταδίκαζαν πάλι με ευκολία όποτε ήθελαν, μέχρι σημείου να την λιθοβολούν. Ποτέ όμως δεν λιθοβόλησαν κανέναν άνδρα, που εκμεταλλευόταν μια αδύναμη γυναίκα!
Τούτος ο προφήτης με το γαλήνιο βλέμμα, αν και ήξερε όλα τα λάθη και τις αμαρτίες της, δεν την καταδίκασε και δεν την αποστράφηκε. Απεναντίας ζήτησε να πιει νερό από τα δικά της χέρια.
Ένιωσε στην συμπεριφορά του μια αγάπη απλή, ειλικρινή, άδολη, δυνατή, αληθινή, χωρίς συμφέρον, υποκρισία ή πονηριά. Μια αγάπη αληθινή, όπως την αγαπούσαν οι γονείς της, γι’ αυτό και πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε στην καρδιά της ασφάλεια και σιγουριά.
Ποιός είναι αλήθεια αυτός ο παράξενος προφήτης, που γέμισε την ψυχή μου με τόση δύναμη, ελπίδα και σιγουριά; Ίσως να ξέρει να μου πει και για το Μεσσία που περιμένουμε όλοι μας.
-Κύριε, ξέρω ότι, όταν θα έρθει ο Μεσσίας, τότε θα μας τα εξηγήσει όλα αυτά καλύτερα και θα μας οδηγήσει στην πραγματική αλήθεια. Εσύ τί λες;
Ο Ιησούς κοίταξε την Σαμαρείτιδα βαθιά μέσα στην καρδιά και είδε ότι, παρά τα σαρκικά της λάθη για τα οποία την κατηγορούσαν όλοι, ήταν ένα ευλογημένο ταπεινό παιδί που αναζητούσε με ειλικρίνεια την αληθινή αγάπη, για να πετάξει σαν αετόπουλο στις ψηλές βουνοκορφές των αρετών.
Με πολλή πατρική αγάπη της λέει:
-Γυναίκα, εγώ που σου μιλάω, είμαι ο Μεσσίας!
Ποτέ μέχρι τώρα ο Ιησούς δεν είχε αποκαλύψει σε κανένα, ούτε στον Πρόδρομο Ιωάννη, ούτε και στους δικούς του μαθητές, τόσο απλά και λιτά την πιο υπέροχη είδηση, ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο σωτήρας και λυτρωτής του κόσμου!
Αυτό που έκρυβε ο Θεός με τόση προσοχή απ’ όλους τους άλλους, από σοφούς και ευσεβείς, το αποκάλυπτε τώρα τόσο απλά και εύκολα σε μια αμαρτωλή ψυχή, που είχε μολυσμένο σώμα αλλά απλή, ταπεινή και παιδική καρδιά.
Ήταν η μόνη που κατάλαβε αμέσως πόσο υπέροχο είναι να λατρεύεις το Θεό με αληθινό πνευματικό τρόπο και όχι με ψεύτικους εξωτερικούς τύπους και σε συγκεκριμένους τόπους.
Ήταν η πρώτη που πίστεψε αμέσως στα λόγια του Ιησού ότι, η καρδιά του κάθε ανθρώπου μπορεί να γίνει ο πιο ιερός τόπος της ψυχής, αληθινά θρόνος του Θεού, όπου ο κάθε άνθρωπος μπορεί να λατρεύει με ειλικρινή αγάπη τον Θεό του.
Τα λόγια του Ιησού ταξίδευαν την απλή αυτή Σαμαρείτιδα στα πιο όμορφα μονοπάτια της καρδιακής αγάπης. Πόσο ήθελε και αυτή ν’ αγαπά το Θεό μέσα από τα βάθη της καρδιάς της!
Μήπως αυτό εννοούσε ο Ιησούς, όταν της έλεγε ότι όποιος πιει από το δικό του νερό δεν θα διψάσει ποτέ ξανά;
Αυτή διψούσε πολύ. Διψούσε αληθινή αγάπη! Διψούσε να πάρει αγάπη και να δώσει αγάπη! Διψούσε να γευτεί την υπέροχη αγάπη του Θεού, που τώρα ένιωθε να παίρνει σαν δροσερό νερό μέσα από τα θεϊκά λόγια του Ιησού!
Οι σκέψεις της έτρεχαν γρήγορα, μια στην αμαρτωλή ζωή της και μια στον πρωτοφανή θεϊκή αγάπη που άρχιζε να πλημμυρίζει την καρδιά της.
Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από χαρά και ευτυχία. Δάκρυα μετανοίας και αγάπης στο Θεό έβγαιναν τώρα ανάμειχτα σαν δροσοσταλίδες από τα μάτια της και κυλούσαν απαλά στα μάγουλα της.
Ο Ιησούς χαιρόταν με το μικρό του λουλουδάκι. Το ευλογούσε μυστικά και το προετοίμαζε, ώστε να γίνει μια μέρα δικός του επίγειος άγγελος και απόστολος.
Η Σαμαρείτιδα, καθισμένη κι αυτή στο στόμιο του πηγαδιού σαν μικρό κοριτσάκι δίπλα στον πιο υπέροχο γλυκό Πατέρα του κόσμου, ρουφούσε αχόρταγα τη θεϊκή διδασκαλία του Ιησού, την οποία σε λίγο σαν ιεραπόστολος θα μετέφερνε στους συμπατριώτες της.
Πιστεύουν οι Σαμαρείτες
Εντωμεταξύ οι μαθητές, αφού έκαναν τα ψώνια τους και αγόρασαν ό,τι χρειαζόταν για να φάνε αυτοί και ο Ιησούς, επέστρεψαν από την πόλη.
Ωστόσο, μια μεγάλη έκπληξη τους περίμενε εκεί. Στο πηγάδι του Ιακώβ καθόταν μαζί με τον Δάσκαλο τους μια γυναίκα και μάλιστα μια Σαμαρείτιδα, μια εχθρός των Ιουδαίων.
Οι Εβραίοι δεν θεωρούσαν την γυναίκα ίση με τον άνδρα, αλλά πολύ κατώτερη του, γι’ αυτό και δεν επέτρεπαν στις γυναίκες να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες.
Οι Ραβίνοι, οι θρησκευτικοί δάσκαλοι των Εβραίων, ήταν ακόμα πιο σκληροί και δεν δεχόντουσαν να διδάξουν μια γυναίκα.
Αυτός ήταν και ο λόγος που απόρησαν οι μαθητές, όταν είδαν τον Ιησού να μιλά σε μια γυναίκα και μάλιστα Σαμαρείτισσα. Όμως δεν τόλμησαν να ρωτήσουν, «γιατί μιλάς σ’ αυτήν;».
Η Σαμαρείτισσα, όταν κατάλαβε ότι ήρθαν οι μαθητές του και σύντομα θα έφευγαν, φοβήθηκε μήπως δεν προλάβουν να τον γνωρίσουν και οι δικοί της συμπατριώτες.
Έτσι, σηκώθηκε γρήγορα από το πηγάδι, όπου καθόταν δίπλα στον Ιησού, άφησε εκεί τη στάμνα με το νερό και βιαστικά, με γρήγορα βήματα, έτρεξε να φωνάξει και άλλους Σαμαρείτες, για να γνωρίσουν και αυτοί τον Μεσσία.
Οι συγχωριανοί της όταν είδαν τον ενθουσιασμό της και άκουσαν ότι, χωρίς να την ξέρει της αποκάλυψε όλα όσα είχε κάνει, έτρεξαν από περιέργεια να δουν και αυτοί το νέο προφήτη που, αν και ήταν Ιουδαίος, όχι μόνο δεν τους αποστράφηκε, αλλά απεναντίας μίλησε σε μια δική τους γυναίκα!
Όταν έφυγε η Σαμαρείτισσα στην πόλη για να φωνάξει τους συμπατριώτες της, βρήκαν οι μαθητές την ευκαιρία να απλώσουν πρόχειρα στο στόμιο του πηγαδιού τα λίγα τρόφιμα που έφεραν, για να φάνε αυτοί και ο Ιησούς.
Σε λίγο, όμως, φάνηκαν από μακριά οι πρώτοι Σαμαρείτες, που ερχόντουσαν να δουν τον προφήτη, για τον οποίο με τόσο πάθος και ενθουσιασμό τους είχε μιλήσει η συμπατριώτισσα τους. Οι μαθητές είπαν τότε στον Ιησού:
-Κύριε, φάγε λίγο φαγητό πριν έρθουν άλλοι εδώ και μετά δεν θα μπορείς.
Εκείνος τους κοίταξε στοργικά και τους είπε:
-Εγώ έχω φαΐ να φάω, που εσείς δεν το γνωρίζετε.
Μήπως του έφερε κάποιος να φάει; είπαν μεταξύ τους.
Ο Ιησούς, για να τους βοηθήσει να κατανοήσουν αφ’ ενός την βαθύτερη έννοια των λόγων του και αφ’ ετέρου το έργο που ήρθε να κάνει στη γη κατ’ εντολή του Πατέρα του, τους είπε:
-Τροφή δική μου είναι να κάνω το θέλημα Εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του.
Κοιτώντας δε με πολλή συμπόνια και αγάπη τους Σαμαρείτες, που ερχόντουσαν να τον δουν και ν’ ακούσουν τη διδασκαλία του, είπε στους μαθητές του:
-Σηκώστε τα μάτια σας και δείτε ότι τα χωράφια με τα στάχυα είναι ήδη έτοιμα για θερισμό.
Ήρθε επιτέλους η ώρα, να μάθουν οι μαθητές Του τον δικό τους ρόλο, στη σωτηρία όλων εκείνων των ανθρώπων που θα πίστευαν και θα ακολουθούσαν τη διδασκαλία του Κυρίου τους.
Ο Ιησούς δεν θέλει να είναι οι μαθητές του απλοί βοηθοί στο έργο του, αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Τους θέλει συν-εργάτες. Συνεργάτες Θεού στο μεγάλο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων!
Γι’ αυτό, έστω και αινιγματικά, επειδή δεν μπορούν να κατανοήσουν ακόμα επαρκώς οι μαθητές του το βαθύτερο νόημα των λόγων του, τους λέει:
-Να είστε έτοιμοι για τον θερισμό. Αυτός που θερίζει, παίρνει μισθό και μαζεύει πνευματικό καρπό για την παντοτινή αιώνια ζωή, έτσι που να χαίρονται μαζί και αυτός που σπέρνει και αυτός που θερίζει.
Εγώ είμαι ο σπορέας και εσείς οι θεριστές. Σας στέλνω να θερίσετε εκείνο για το οποίο εσείς δεν κοπιάσατε. Άλλοι έχουν κοπιάσει σπέρνοντας, και εσείς μπήκατε να θερίσετε τον καρπό του κόπου τους.
Σαν διψασμένα ελάφια άκουγαν οι Σαμαρείτες τα λόγια του Ιησού. Αν και ήταν απλοί άνθρωποι, κατανοούσαν εύκολα τα λόγια του, που με απλό τρόπο και με πολλά παραδείγματα τους εξηγούσε πόσο πολύ αγαπούσε ο Θεός τους ανθρώπους, ώστε να στείλει τον Μεσσία για να τους βοηθήσει!
Η ώρα περνούσε γρήγορα και οι Σαμαρείτες, σαγηνευμένοι από τα λόγια του Ιησού, που γέμιζε τις καρδιές τους με τα μεθυστικά αρώματα της αγάπης και της ελπίδας, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να φύγει από κοντά τους.
Έτσι τον παρακάλεσαν όλοι να μείνει ακόμα λίγες μέρες κοντά τους. Ο Ιησούς δέχτηκε την πρόσκληση τους και έμεινε μαζί τους δυο μέρες.
Πολλοί Σαμαρείτες πίστεψαν στο Χριστό ότι είναι ο αληθινός Μεσσίας και έλεγαν στη γυναίκα που τους φώναξε για να τον γνωρίσουν ότι:
- Δεν πιστεύουμε πια επειδή μας τα είπες εσύ, αλλά γιατί εμείς οι ίδιοι τον ακούσαμε και τώρα είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτός είναι πραγματικά ο «Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».
Με πόσο διαφορετικό τρόπο είδαν τον ερχομό του Μεσσία οι Σαμαρείτες από τους Ιουδαίους!
Οι Ιουδαίοι περίμεναν τον Μεσσία σαν πολιτικό ηγέτη, που θα τους απάλλασσε από τον βαρύ ζυγό των Ρωμαίων και θα έκανε την Ιουδαία πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο του κόσμου, όπως ήταν μέχρι τώρα η Ρωμαϊκή εξουσία.
Οι Σαμαρείτες, απεναντίας, περίμεναν το Μεσσία όχι μόνο σαν δυνατό ηγέτη, που θα τους βοηθούσε να απαλλαγούν από τους εχθρούς τους, αλλά και σαν πνευματικό αρχηγό που θα τους βοηθούσε να μάθουν πως να προσκυνούν και να λατρεύουν σωστά το Θεό. Γι’ αυτό και τα λόγια του Ιησού μπήκαν βαθιά στην καρδιά τους.
Πίστεψαν ότι αυτός είναι ο Χριστός και τον αποκάλεσαν «Σωτήρα του κόσμου»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου