Σελίδες

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

10. Η πιο σπουδαία αναζήτηση


Όσο καιρό βρισκόταν ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα για τις γιορτές του Πάσχα, πολλοί Ιουδαίοι που έβλεπαν τα θαύματα που έκανε και άκουαν την υπέροχη νέα διδασκαλία της αγάπης, πίστεψαν ότι πράγματι ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. 

Το όνομα του Ιησού άρχισε να κυκλοφορεί με ταχύτητα ανάμεσα στους ανθρώπους, ώστε όλοι ήθελαν να βρεθούν κοντά του και να ακούσουν αυτά που έλεγε. Τα λόγια του έφερναν χαρά και ελπίδα στους απλούς ανθρώπους αλλά προκαλούσαν και μεγάλη αντίδραση στους σκληρόψυχους δασκάλους των Εβραίων, τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους, που άρχιζαν σιγά σιγά να τον πολεμούν και να τον θεωρούν εχθρό τους.  

Όσο ο απλός κόσμος έτρεχε κοντά στον Ιησού για να ξεδιψάσει από τα θεϊκά του λόγια που έδιναν δύναμη, παρηγοριά και ελπίδα στους ανθρώπους, άλλο τόσο μακριά του έφευγαν οι θρησκευτικοί ηγέτες των Ιουδαίων, οι οποίοι, όχι μόνο απαξιούσαν να ακούσουν τα λόγια του, αλλά και τους άλλους δεν άφηναν εύκολα να τον πλησιάζουν. 

Ωστόσο, η πνευματική δύναμη των λόγων του Ιησού και οι καταπληκτικές ερμηνείες που έδινε σε διάφορα δυσεπίλυτα θρησκευτικά θέματα προκαλούσαν πάντα το ενδιαφέρον πολλών από τους άρχοντας των Ιουδαίων, που επιθυμούσαν να τον δουν από κοντά και να διαπιστώσουν προσωπικά την σοφία που είχε. Ένας από αυτούς ήταν και κάποιος άρχοντας Φαρισαίος, που τον έλεγαν Νικόδημο. 

Ο Νικόδημος δεν ήταν μόνο ένας από τους πιο πλούσιους άρχοντας των Ιουδαίων, αλλά και ένας από τους πιο συνετούς διδασκάλους των Εβραίων. Από τη φύση του ήταν στοχαστής και διανοούμενος, γι’ αυτό και αναζητούσε πάντα το βαθύ νόημα και την ουσία που έκρυβαν οι νόμοι και οι εντολές του Θεού. 

Ο Νικόδημος ήθελε πολύ να βρεθεί κοντά στον Ιησού και να ακούσει τις σοφές του απόψεις, για πολλά πράγματα που ο ίδιος, αλλά και πολλοί άλλοι από τους πιο σημαντικούς νομοδιδασκάλους της πίστης τους δεν μπορούσαν εύκολα να καταλάβουν και να ερμηνεύσουν ικανοποιητικά. 

Ωστόσο η αντιπάθεια και η εχθρότητα που είχαν οι υπόλοιποι Φαρισαίοι για τον Ιησού, αλλά και η αντίδραση που είχαν σε όποιον πλησίαζε τον Ιησού, δεν τον άφηναν να πλησιάσει φανερά και μέρα τον νέο μεγάλο Δάσκαλο, όπως ένιωθε ότι ήταν ο Ιησούς. 

Γενικά οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι δεν ένιωθαν μόνο κατώτερους τους τον απλό κόσμο που δίδασκαν, αλλά περιφρονούσαν και τον καθένα που δεν ήταν σαν κι αυτούς πλούσιος, ευγενής και διανοούμενος. Γι’ αυτό και περιφρονούσαν τον Ιησού, ο οποίος δεν είχε τίποτα από όλα αυτά, αφού πρώτον, δεν σπούδασε πουθενά Ιουδαϊκή θεολογία, δεύτερον, δεν είχε σπουδαία καταγωγή, αλλά απεναντίας καταγόταν από την περιφρονημένη Ναζαρέτ, και τρίτον, ήταν τόσο φτωχός, που δεν είχε καν δικό του σπίτι.  

Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο Ιησούς που ήρθε από το πουθενά για να τους διδάξει και να γίνει ο διδάσκαλος του Ισραήλ; Ποιος ήταν αυτός που αγνοούσε τη διδασκαλία των σοφών Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων αρχιερέων, για να πει τελείως δικά του πράγματα και τώρα προσπαθεί να αλλάξει ακόμα τα έθιμα και τις παραδόσεις τους; Ποιος είναι αυτός που μπήκε με τόση εξουσία στο Ναό τους και άρχισε να διώχνει εμπόρους και ζώα απ’ αυτόν, με αποτέλεσμα να χάνουν οι ίδιοι τα προσωπικά κέρδη που αποκόμιζαν από το εμπόριο αυτό; 

Όλα αυτά και άλλα τόσα έφτιαξαν πολύ γρήγορα ένα μεγάλο διαχωριστικό τείχος ανάμεσα στη δική τους διδασκαλία και την διδασκαλία του Ιησού. Αυτό, όμως, που τους ενόχλησε περισσότερο και άρχισαν να τον βλέπουν πλέον σαν επικίνδυνο άτομο για τα συμφέροντα τους και την εξουσία τους πάνω στο λαό του Ισραήλ, ήταν το γεγονός ότι ο κόσμος άρχισε να τον πιστεύει και να τον ακολουθεί. Πολλοί μάλιστα άρχισαν να διαδίδουν ανάμεσα στον λαό ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. 

Η σοφία των λόγων του Ιησού και τα θαύματα που έλεγαν πολλοί ότι έκανε, εξήψαν την φαντασία του απλού και αγαθού Φαρισαίου, του Νικόδημου, που ήθελε πάση θυσία να δει και να μιλήσει με τον Ιησού. Πως όμως θα μπορούσε να τον πλησιάσει φανερά και μάλιστα μέρα, όταν όλοι οι συνάδελφοι του Φαρισαίοι ήταν τόσο εχθρικοί στον Ιησού και δεν έβλεπαν με καλό μάτι όποιον είχε την τόλμη να τον πλησιάζει;  

Ο Νικόδημος σαν χαρακτήρας ήταν απλός, καλός, αλλά άτολμος. Ενώ του άρεσε το όμορφο και το σωστό, δεν είχε το θάρρος και την τόλμη να υποστηρίξει την γνώμη του, όταν αυτή μπορούσε να συγκρουστεί με τη γνώμη των πολλών. Έτσι, ενώ ένιωθε μέσα του την υπεροχή της διδασκαλίας του Ιησού που ξυπνούσε στις καρδιές των ανθρώπων την ομορφιά της καλοσύνης και της ευγένειας και γέμιζε τις ψυχές του με πίστη, αγάπη και ελπίδα στο Θεό, δεν είχε ο ίδιος την δύναμη να συγκρουστεί με το ψέμα και να πλησιάσει φανερά τον αρχηγό της αλήθειας, τον Ιησού. Αυτό, όμως, που δεν μπόρεσε να το κάνει φανερά, τώρα αποφάσισε να το κάνει στα κρυφά. 

Νύχτα λοιπόν, και κρυφά από αδιάκριτα μάτια, πήγε να βρει τον Ιησού και να μιλήσει μαζί του. Το αμυδρό φως των αστεριών τον συνόδευαν στο περπάτημα του μέσα από τα στενά δρομάκια μέχρι να φτάσει στο ταπεινό σπιτάκι που φιλοξενούσε τον Ιησού. Η καρδιά του κτυπούσε δυνατά από χαρά, από αγωνία, από…, ούτε και αυτός δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. 

Το μόνο σίγουρα που ένιωθε ο Νικόδημος ήταν η μεγάλη λαχτάρα που είχε να βρεθεί κοντά στον παράξενο αυτό διδάσκαλο, να τον δει από κοντά και να     ακούσει την σοφία των λόγων του. Τα λόγια που έλεγε ο Ιησούς στους ανθρώπους, όπως: «τι γαρ ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίσει τον κόσμο όλο αλλά ζημιωθεί την ψυχή αυτού», και «ζητείτε πρώτον την βασιλεία του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», βασάνιζαν νύχτα μέρα το μυαλό του, προσπαθώντας να καταλάβει το βαθύτερο νόημα τους.  

Ποια είναι αυτή η βασιλεία του Θεού, που πρέπει πρώτα να ζητά ο καθένας μας στην προσευχή του και μετά όλα τα άλλα; Εννοούσε την παγκόσμια βασιλεία που θα έφερνε στον δυστυχισμένο αυτό κόσμο ο Μεσσίας που περίμεναν όλοι οι Εβραίοι, ή ήταν κάτι άλλο; Είχε σχέση η βασιλεία αυτή με τον υλικό αυτό κόσμο ή με την ψυχή του ανθρώπου; Με την επίγεια ζωή μας ή με την μεταθανάτια ζωή μας. Ο ίδιος, σαν Φαρισαίος που ήταν, πίστευε στην άλλη ζωή, αλλά δεν ήξερε πως ήταν η άλλη ζωή και τι μορφή είχε μετά τον θάνατο. 

Τελικά είχαν δίκιο αυτοί, που σαν Φαρισαίοι πίστευαν στην άλλη ζωή, αλλά δεν ήξεραν πως ήταν αυτή η ζωή, ή οι Σαδδουκαίοι που δεν πίστευαν καθόλου στην άλλη ζωή, αλλά μόνο σε μια υλική και πρόσκαιρη παγκόσμια βασιλεία του Θεού εδώ στη γη, κάτι ανάλογο με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που κυβερνούσε όλο τον κόσμο; 

Ποτέ ο Νικόδημος σε μια τόσο σύντομη διαδρομή δεν είχε κάνει τόσες πολλές σκέψεις, που να τον βασανίζουν τόσο πολύ και να ζητούν άμεση λύση και μια ξεκάθαρη ερμηνεία. Πόσο θα ήθελε να ακούσει τις σκέψεις και τις απόψεις του Ιησού για όλα αυτά τα δυσεπίλυτα για τον ίδιο θέματα και να του λύσει με την δική του μοναδική σύνεση και σοφία όλες του τις απορίες!  

Με όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό του δεν αντιλήφθηκε ότι είχε ήδη φθάσει έξω από το σπίτι που διέμενε εκείνο το διάστημα ο Ιησούς. Η καρδιά του άρχισε να κτυπά γοργά και δυνατά, όταν σήκωσε το χέρι του για να κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού. 

Δεν περίμενε πολύ για να του ανοίξει κάποιος την πόρτα, γιατί ήδη πριν καν κτυπήσει για δεύτερη φορά το μάνταλο του σπιτιού, η πόρτα είχε ανοίξει και ένα γλυκό χαμογελαστό και εγκάρδιο καλωσόρισμα τον περίμενε προς μεγάλη του έκπληξη. Ο Ιησούς τον περίμενε με πολλή αγάπη και στοργή, όπως ένας πατέρας περιμένει με πολλή λαχτάρα και αγωνία να δει τον αγαπημένο του γιο. 

Ο Νικόδημος προς στιγμή τα ΄έχασε, δεν ήξερε πως να συμπεριφερθεί σε ένα τόσο αναπάντεχα οικείο και ζεστό καλωσόρισμα. Χαμογέλασε αμήχανα μπροστά στο υπέροχο φωτεινό μεγαλείο που έβλεπε να περιβάλλει τον Ιησού, τον οποίο για πρώτη φορά επιτέλους μπορούσε να δει από τόσο κοντά και κάθισε σε μια αναπαυτική καρέκλα, που του έφερε ο Ιησούς, εκστασιασμένος από την απλότητα, την οικειότητα και την γλυκύτητα που εξέπεμπε το θεϊκό του πρόσωπο. 

-Ραβί, δηλαδή διδάσκαλε, τόλμησε να ψελλίσει με σεβασμό ο Νικόδημος, ξέρουμε ότι ήλθες από τον Θεό σαν δάσκαλος. Κανένας μέχρι τώρα δεν είπε αυτά που εσύ τώρα λέγεις, αλλά ούτε και έκανε τα θαύματα που εσύ τώρα κάνεις, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του. 

Τα λόγια του έβγαιναν μέσα από την καρδιά του με μια αληθινή παιδική πίστη αλλά και μια μορφή απολογίας, ότι δεν συμμερίζεται δηλαδή ο ίδιος τι λένε για τον Ιησού οι συνάδελφοι του Φαρισαίοι. Ομολογεί με πίστη την προέλευση του Ιησού από τον Θεό και τον παρακαλεί να τον βοηθήσει να καταλάβει αυτά που είναι απαραίτητα για την ψυχή του. 

Η μεγαλύτερη αγωνία της ψυχής του είναι να δει και να χαρεί την βασιλεία του Θεού, όπως την εννοούσε ο Ιησούς. Πώς είναι όμως αυτή η βασιλεία, τι μορφή έχει, πως μπορεί να γίνει και αυτός μέλος της; Δεν θέλει η ψυχή του να χάσει αυτή την ευκαιρία, πρέπει οπωσδήποτε να μάθει τι πρέπει να κάνει για να απολαύσει και αυτός τη χαρά και το μεγαλείο της βασιλείας αυτής για την οποία μιλούσε συνέχεια στα κηρύγματα του ο νέος αυτός θαυματουργός διδάσκαλος. 

Ο Νικόδημος ήταν πλούσιος άνθρωπος και είχε πάντα ότι ήθελε από χρήματα, δόξα και τιμές. Όλα αυτά, όμως, ένιωθε ότι ΄ήταν ψευδαισθήσεις ευτυχίας, τόσο πρόσκαιρες και φευγαλέες που δεν μπορούσαν να γεμίσουν με αληθινή χαρά και ευτυχία την ψυχή του. Γι’ αυτό έψαχνε την αλήθεια στη βασιλεία του Θεού και πίστευε ότι μόνο εκεί θα μπορούσε να είναι αληθινά ευτυχισμένος. Έτσι εξηγείται η μεγάλη αγωνία της ψυχής του να μάθει όλη την αλήθεια γύρω από την βασιλεία του Θεού, για την οποία τόσο πολύ και με τόσο μεγάλο πάθος μιλούσε ο Ιησούς.  

Σαν μικρό παιδί, σαν μαθητής, περίμενε τώρα ο Νικόδημος να ακούσει με πολύ αγωνία τον Ιησού να του ερμηνεύει όλα αυτά που έλεγε για την βασιλεία του Θεού. Η ψυχή του ήταν έτοιμη να ρουφήξει σαν οξυγόνο τα θεϊκά του λόγια, γι’ αυτό με υπομονή και απέραντο σεβασμό περίμενε πότε θα του μιλήσει ο Ιησούς. Τα μάτια του είχαν προσκολληθεί στα δυο γλυκά γαλάζια μάτια του Ιησού, που τον κοιτούσαν με τόση τρυφερή αγάπη και στοργή. 

Ποτέ του δεν είχε δει πιο γλυκά, τρυφερά και στοργικά μάτια να τον κοιτούν με τόση δύναμη και αγάπη! Μια αγάπη πιο μεγάλη από την πλατιά θάλασσα και πιο απέραντη από τον απέραντο ουρανό. Μια αγάπη τόσο πατρική αλλά και τόσο μητρική. Λες και ο ίδιος ο Θεός είχε κλειστεί μέσα σε τούτα τα δυο μάτια του νεαρού αυτού Δασκάλου και τον κοιτούσε με απέραντη μητρική αγάπη και του έλεγε μυστικά μέσα στη ψυχή του: «παιδί μου, σ’ αγαπώ»! 

Ποιος είναι τελικά αυτός ο Ιησούς, μονολογούσε μόνος του, που μπορούσε να μπαίνει τόσο βαθιά μέσα σε μια ψυχή και να την πλημμυρίζει με μια τόσο απέραντη ειρήνη και χαρά! Πόσο όμορφο θα ήταν αν όλοι οι άνθρωποι ένιωθαν τέτοια ευτυχία μέσα στη βασιλεία του Θεού, για την οποία μιλούσε ο Ιησούς! Η αγωνία του είχε κορυφωθεί και περίμενε με λαχτάρα να ακούσει τι θα του έλεγε ο νέος αυτός Δάσκαλος του Ισραήλ. Ναι, γι’ αυτόν ο Ιησούς ήταν ο νέος μεγάλος Δάσκαλος που έστειλε ο Θεός, για να τους οδηγήσει από το πιο όμορφο μονοπάτι της αγάπης στην βασιλεία του Θεού. 

-Ραβί, ψέλλισε ξανά με σεβασμό ο Νικόδημος, πες μου γι’ αυτή τη βασιλεία του Θεού, πως μπορώ να γίνω και εγώ μέλος της. 

Η απάντηση, όμως, του Ιησού τον ξάφνιασε πολύ. Του είπε:

-Αλήθεια, αλήθεια σου λέω, Νικόδημε, εάν ο άνθρωπος δεν ξαναγεννηθεί, δεν μπορεί να δει και να ζήσει εμπειρικά την βασιλεία του Θεού. 

Απόρησε ο Νικόδημος! Πως μπορεί να γίνει αυτό σκέφτηκε μια και ο ίδιος ήταν πλέον γέρος, γι’ αυτό ξαναρωτά τον Ιησού: 

-Πώς μπορεί να γίνει αυτό Δάσκαλε και να ξαναγεννηθεί ένας άνθρωπος; Πως μπορεί να μπει κάποιος ξανά στη μήτρα της μάνας του και να ξαναγεννηθεί; 

Η ερώτηση του Νικόδημου έδειχνε την τέλεια άγνοια που είχε γύρω από το μεγάλο αυτό θέμα της βασιλείας του Θεού. Τόσο αυτός, όσο και όλοι οι υπόλοιποι νομοδιδάσκαλοι του Ισραήλ είχαν μια τελείως υλιστική θεωρία για την βασιλεία του Θεού που θα έφερνε στους Εβραίους ο αναμενόμενος Μεσσίας και θα την επέβαλε μετά βίαια σε όλο τον κόσμο.  

Γι’ αυτούς ο Μεσσίας ήταν ο αναμενόμενος πολιτικοθρησκευτικός ηγέτης που θα έκανε το Ισραήλ μέγα κράτος και θα υπέτασσε όλο τον κόσμο στην Εβραϊκή εξουσία. Όνειρα άπληστης εξουσίας και θρησκευτικής παράνοιας, γιατί όποιος δεν θα το αποδεχόταν θα έπρεπε να ολοκληρωτικά να εξολοθρευθεί και να καταστραφεί, προκειμένου να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μόνο μια παγκόσμια εξουσία υπό την αρχηγία των Εβραίων και μια θρησκεία μόνο η δική τους! Αυτά πίστευαν όλοι οι Εβραίοι άρχοντες Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι και όλος ο λαός.

Ο Νικόδημος δεν μπορούσε εύκολα να αποστασιοποιηθεί από αυτές τις αντιλήψεις του έθνους του, έστω και αν δεν τις έβρισκε απόλυτα σύμφωνες με τα δικά του πιστεύω. Ωστόσο, τόσο ο ίδιος, όσο και κάποιοι άλλοι φωτισμένοι άνθρωποι του λαού, πίστευαν ότι ο Μεσσίας πρέπει να ήταν κάτι διαφορετικό από αυτό που οι περισσότεροι άρχοντες των Ιουδαίων πίστευαν. 

Ένας τέτοιος φωτισμένος και άγιος άνθρωπος, που πίστευε στην πνευματική εξουσία  του Μεσσία πάνω στον κόσμο  ήταν και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Ένας άγιος ερημίτης που πρώτα μέσα από την έρημο όπου ζούσε και μετά δίπλα από τον Ιορδάνη ποταμό όπου βάπτιζε αυτούς που μετανοούσαν για τις αμαρτίες του και περίμεναν την βασιλεία του Θεού, φώναζε και διακήρυττε: «μετανοείτε, έφθασε η βασιλεία του Θεού». 

Έλεγε σε όλους ότι έφθασε ο Μεσσίας που θα εγκαθίδρυε την βασιλεία του Θεού και θα βάφτιζε με Άγιο Πνεύμα όλους όσους θα τον πίστευαν και θα τον ακολουθούσαν στην εγκαθίδρυση της βασιλεία του Θεού. Ο Ιωάννης διευκρίνιζε ότι δεν είναι αυτός ο Μεσσίας, αλλά ότι είναι ο πρόδρομος του Μεσσία. Ακούστηκε μάλιστα να λέει ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε και ότι ήταν ήδη ανάμεσα τους. Τον έδειξε μάλιστα σε κάποιους από τους μαθητές του δίπλα από τον Ιορδάνη ποταμό και τους είπε: «αυτός είναι ο αμνός του Θεού, που ήρθε να σώσει όλο τον κόσμο». 

Με την αγωνία αυτή, αν είναι πράγματι ο Ιησούς ο αμνός του Θεού και ο αναμενόμενος Μεσσίας, ήρθε τώρα εδώ ο Νικόδημος, για να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια και να ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά, αν όλα αυτά που λένε είναι αλήθεια. Τα επόμενα λόγια του Ιησού, που ήταν και η απάντηση στο βασικό του ερώτημα, αν μπορεί δηλαδή κάποιος γέρος σαν κι’ αυτόν να ξαναγεννηθεί, άρχισαν να διώχνουν την ομίχλη από τις σκέψεις του και να δίνουν την σωστή ερμηνεία στις απορίες του. 

-Νικόδημε, αλήθεια σου λέγω, πως εκείνος που αφού πρώτα γεννηθεί όπως κάθε άνθρωπος, δεν αναγεννηθεί μετά πνευματικά, ακούγοντας και εφαρμόζοντας τον λόγο του Θεού ώστε να λάβει το Άγιο Πνεύμα, αυτός δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Ό,τι γεννιέται από τον άνθρωπο, παραμένει ανθρώπινο, αλλά εκείνο που έχει γεννηθεί από το Άγιο Πνεύμα είναι πνευματικό. Δεν αρκεί απλά να γεννηθεί ο άνθρωπος μόνο σαν σώμα, πρέπει και η ψυχή του να αναγεννηθεί με το Άγιο Πνεύμα. 

Όπως με το νερό καθαρίζει κάποιος το σώμα του, έτσι χρειάζεται να καθαρίσει και να εξαγνίσει την ψυχή του από κάθε ρύπο της αμαρτίας με την δύναμη και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μόνο τότε η ψυχή του απαλλαγμένη από το σκοτάδι της κακίας μπορεί να λάμπει αναγεννημένη μέσα στο αληθινό φως της αγάπης του Θεού και να ζει παντοτινά στο θεϊκό βασίλειο της αληθινής χαράς και ευτυχίας.

Τα λόγια αυτά του Ιησού βοήθησαν τον Νικόδημο να καταλάβει ότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι μια εξωτερική υπόθεση του ανθρώπου, βασισμένη στη υπεροψία της εξουσίας και την βίαιη υπεροχή σε άλλους, αλλά μια καθαρά εσωτερική προσωπική υπόθεση της κάθε ανθρώπινης ψυχής. 

Κατάλαβε ότι, όταν ο Ιησούς έλεγε ότι για να δει κάποιος την βασιλεία του Θεού έπρεπε οπωσδήποτε να ξαναγεννηθεί, εννοούσε όχι την σωματική, αλλά την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, που γίνεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα.

Μόνο αυτός που θα αναγεννηθεί στο φως της αγάπης του Θεού με το Άγιο Πνεύμα θα μπορούσε να ζήσει την βασιλεία του Θεού, πρώτα μέσα στην δική του ψυχή και μετά να την αναμεταδώσει με το παράδειγμα του και στους τριγύρω του. 

Κατάλαβε επίσης πολύ καλά ότι χωρίς το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να γίνει αναγέννηση της ψυχής και χωρίς την αναγέννηση της ψυχής δεν μπορεί κανείς να δει την βασιλεία του Θεού. 

Ο Νικόδημος θέλει οπωσδήποτε να δει και να ζήσει την βασιλεία του Θεού, την βασιλεία του Αγίου Πνεύματος, αλλά δεν ξέρει πως να το κάνει. Γι’ αυτό με μεγάλο πόθο την καρδιά και φανερή αγωνία ρωτά ξανά τον Ιησού:

-Πως μπορούν να γίνουν όλα αυτά, Κύριε; 

-Εσύ είσαι δάσκαλος του Ισραήλ και δεν τα ξέρεις αυτά; 

Η απάντηση αυτή του Ιησού μπορεί να μην πρόσβαλε τον Νικόδημο, ωστόσο δεν τον άφησε αδιάφορο από το να σκεφτεί κάποιες τραγικές αλήθειες. Είναι αλήθεια πως όλοι νομοδιδάσκαλοι του Ισραήλ, όπως ήταν εξάλλου και ο ίδιος, δεν μπόρεσαν και δεν θέλησα ποτέ να μπουν στην ουσία των νόμων, κάθε φορά που υποχρέωναν τους ανθρώπους να τους εφαρμόζουν. 

Όλοι τους έμεναν πιστοί στην στείρα και σκληρή πλευρά του νόμου, με αποτέλεσμα να κάνουν όλους τους ανθρώπους αντί να αγαπούν τον Θεό και να τον νιώθουν σαν δικό τους Πατέρα, να τον φοβούνται σε τέτοιο σημείο ώστε να προτιμούν να τον αγνοούν και να απομακρύνονται από Αυτόν.  

Αυτό ήταν εξάλλου και το μεγάλο μυστικό, που όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι του λαού αγαπούσαν τόσο πολύ τον Ιησού και έτρεχαν ξοπίσω του με τόση αγάπη και λαχτάρα για να τον ακούσουν και να παρηγορηθούν από τα τρυφερά και στοργικά του λόγια! 

Ο Ιησούς διακήρυττε τον ερχομό της βασιλεία του Θεού με διαφορετικό νόημα από ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων και οι ραβίνοι διδάσκαλοι. Μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Στον πιο ιερό χώρο των αγίων συναισθημάτων, όπου ο Θεός με το Άγιο Toυ Πνεύμα κάνει τον άνθρωπο να ζει με αληθινή αγάπη, καλοσύνη, ευσπλαχνία και ευγένεια, ότι δηλαδή χρειάζεται ο άνθρωπος για να έχει χαρά, ειρήνη και ευτυχία, όπως στον Παράδεισο. 

Ο Νικόδημος ερωτά τον Ιησού σαν μαθητής τον δάσκαλο του. Τον ρωτά με αίσθημα σιγουριάς ότι μόνο ο Ιησούς ξέρει τις σωστές απαντήσεις στα ερωτήματα του και δεν αμφιβάλλει καθόλου γι’ αυτό. Πως, όμως, θα μπορούσε να ξέρει ο Ιησούς όλες αυτές τις λεπτομέρειες για την βασιλεία του Θεού, που κανείς μέχρι σήμερα δάσκαλος ή προφήτης δεν μπόρεσε να τους μιλήσει με τόση ακρίβεια; 

Όλοι τους πίστευαν πως μόνο όταν θα ερχόταν ο Μεσσίας, θα μπορούσε να τους μιλήσει με τόση σιγουριά για όλες αυτές τις αλήθειες. Γιατί μόνο αυτός θα ήξερε κατ’ ευθείαν από τον ίδιο τον Θεό την μοναδική αλήθεια για το καθετί. Ήταν όμως ο Ιησούς ο Μεσσίας που όλοι περίμεναν; Και, αν ήταν, γιατί δεν μιλούσε καθόλου για ένοπλη απελευθέρωση των Ιουδαίων και δεν ξεσήκωνε τα πλήθη κατά των Ρωμαίων; Χωρίς πόλεμο κατά των κατακτητών πως θα εγκαθιδρυόταν η βασιλεία του Θεού στους Ιουδαίους και σε όλο τον κόσμο; 

Αυτές ήταν οι μεγάλες απορίες και οι κατηγορίες που είχαν οι άρχοντες των Ιουδαίων, Φαρισαίοι και Σαδδουκαίων κατά του Ιησού, βλέποντας τον να μιλά μόνο για την ειρήνη της ψυχής και να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τη σωτηρία του έθνους του. Τώρα όμως που ο Νικόδημος γνώρισε τον Ιησού και άκουσε από τον ίδιο πως εννοούσε την βασιλεία του Θεού, κατάλαβε αυτό που του είπε στην αρχή ο Ιησούς, ότι: «όποιος δεν ξαναγεννηθεί δεν μπορεί να δει την βασιλεία του Θεού».

Τώρα ακόμα κατάλαβε ότι η βασιλεία του Θεού ξεκινά από μας τους ίδιους, όταν αποφασίσουμε να αγωνιστούμε για να απαλλάξουμε την ψυχή μας από τα λάθη, τα πάθη και τις αμαρτίες της. Μόνο τότε έρχεται η Χάρις του Αγίου Πνεύματος στη ψυχή μας, για να την πλημμυρίσει με τα υπέροχα χαρίσματα της αγάπης, της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας και της ευγένειας, για τα οποία μιλούσε με τόσο πάθος στα κηρύγματα του ο Ιησούς! 

Ο Νικόδημος κοντά στον υπέροχο αυτό νέο δάσκαλο του Ισραήλ ένιωθε τόσο όμορφα, τόσο υπέροχα! Η γαλήνη της καρδιάς του αντανακλούσε το λαμπερό φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος με το οποίο φωτιζόταν η ψυχή του από τα λόγια του Ιησού. Ένιωθε κοντά στον Ιησού σαν να ήταν μέσα στην αγκαλιά του Θεού και απολάμβανε μυστικά μέσα στη ψυχή του το πιο υπέροχο αίσθημα της αληθινής αγάπης! 

Πόσο θα ήθελε ο Νικόδημος εκείνη τη στιγμή να μπορούσαν και όλοι οι άλλοι άνθρωποι να ζήσουν μέσα στην καρδιά τους, έστω και μια στιγμή, όλα αυτά που εκείνος ζούσε τώρα κοντά στον Ιησού! Πόσο θα ήθελε να ήταν εκεί δίπλα του όλοι οι άνθρωποι, όλος ο κόσμος, για ν’ ακούσουν από το στόμα του Ιησού την υπέροχη διαβεβαίωση του Θεού, ότι: 

«Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο τον μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσο αυτού. 

Όποιος πιστέψει στον Υιό του δεν έχει να φοβηθεί καμιά θεϊκή κρίση. Αυτός όμως που δεν θα πιστέψει και θα συνεχίσει τα πονηρά του έργα, από μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του, γιατί επιλέγει το σκοτάδι της αμαρτίας από το φως της αρετής και της αγιότητας που ήρθε να φέρει ο μονογενής Υιός του Θεού. 

Αυτή είναι η πιο μεγάλη καταδίκη, ότι ήρθε το φως στον κόσμο και οι άνθρωποι αγάπησαν πιο πολύ το σκοτάδι από το φως, γιατί τα έργα τους ήταν πονηρά. Αυτός που κάνει κακές πράξεις μισεί το φως και δεν έρχεται στο φως γιατί φοβάται μην γίνουν γνωστά τα πονηρά του έργα και εξευτελιστεί. Αυτός όμως που είναι αγαθός και κάνει καλά έργα έρχεται στο φως, γιατί τα έργα του είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.  

Όμως, ο Θεός όλους τους αγαπά και όλους τους περιμένει να επιστρέψουν στο φως και με τη μετάνοια τους να αφήσουν ξανά το Άγιο Πνεύμα να πλημμυρίσει την ψυχή τους και να μπουν στη βασιλεία του Θεού. Γι’ αυτό στέλνει τώρα ο Θεός τον μονογενή του Υιό στη γη, για να μη χαθεί κανένας που θα πιστέψει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει παντοτινή ζωή. 

Σαν ουράνια μελωδία αντηχούσαν όλα αυτά τα υπέροχα λόγια του Ιησού στα αυτιά του Νικόδημου, που σαν διψασμένο ελάφι ρουφούσε αχόρταγα το δροσερό νερό της ζωής. Οι ώρες είχαν περάσει τόσο γρήγορα, και το σκοτάδι της νύχτας σε λίγο θα έδινε τη θέση του στο πρώτο φως της ημέρας.  

Ο Νικόδημος, αφού ευχαρίστησε από τα βάθη της καρδιάς του και με πολύ ευγνωμοσύνη τον Ιησού, που καταδέχτηκε να τον δει μέσα στη νύχτα και να του μιλήσει για όλα αυτά τα υπέροχα για την βασιλεία του Θεού και πως θα μπορούσε ο ίδιος να ξαναγεννηθεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, βγήκε χαρούμενος και ευτυχισμένος στο δρόμο για να πάει στο σπίτι του. 

Ήταν σχεδόν αυγή όταν έφυγε ο Νικόδημος από τον Ιησού, σαν την αυγή που ξημέρωνε και στην δική του καρδιά από όλα αυτά τα υπέροχα που έζησε και άκουσε. Σαν μικρό παιδί περπατούσε ανάλαφρα στο δρόμο και μέσα από την καρδιά του βγήκαν σαν προσευχή στίχοι αγάπης και χαράς, στίχοι που μιλούσαν για το υπέροχο θαύμα που έζησε εκείνη τη νύχτα και που θα συνεχιζόταν από δω και πέρα στην αιωνιότητα μέσα στην ταπεινή του ψυχή:  

«Ω, νύχτα άγια, νύχτα ωραία, νύχτα που φέγγεις σαν την αυγή, νύχτα που φως και ελπίδα φέρνεις στην ψυχή μου που ζητά τώρα με αληθινή αγωνία με το Άγιο Πνεύμα να ξαναγεννηθεί»!  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου